Ανάσταση

στις 15-05-2020
Ο Νίκος τσέκαρε για μια τελευταία φορά τα ψυγεία στο πίσω μέρος του μαγαζιού, πριν κλείσει τα φώτα, κλειδώσει και φύγει. Ακόμα δε μπορούσε να χωνέψει πως είχαν μείνει χωρίς ρεύμα πριν μια εβδομάδα, με αποτέλεσμα να χαλάσουν όλα όσα είχαν μέσα. Αφού πρώτα βεβαιώθηκε πως όλα ήταν εντάξει, κατευθύνθηκε προς το ταμείο. Πήρε όλες τις εισπράξεις της ημέρας, ενεργοποίησε τον συναγερμό, έκλεισε τα φώτα και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Είχε πάει ήδη 21:30. Υπολόγιζε πως θα είχε καταφέρει να τελειώσει τουλάχιστον μια ώρα νωρίτερα. Όμως, το απομονωμένο βενζινάδικο στον έρημο επαρχιακό δρόμο είχε αρκετή πελατεία για Μεγάλο Σάββατο και εν μέσω καραντίνας. Αρκετοί από την κοντινή πόλη έφευγα για να πάνε στα γύρω χωριά, προκειμένου να κάνουν Πάσχα με τους συγγενείς τους. Περνώντας από το βενζινάδικο του Νίκου φρόντιζαν να γεμίσουν τα ρεζερβουάρ τους και να πάρουν τσιγάρα και ένα μπουκάλι κρασί για το βράδυ.

Βάδισε προς τις αντλίες και αφού βεβαιώθηκε πως ήταν κλειστές, ξεκίνησε για την εξωτερική σκάλα, η οποία βρίσκονταν στη δεξιά πλευρά του βενζινάδικου. Αυτή τον οδηγούσε στο σπίτι του, το οποίο βρίσκονταν ακριβώς από πάνω. Βαδίζοντας σκέφτονταν πόσο δεν του ταίριαζε η συγκεκριμένη δουλειά και πως αναγκάστηκε να αφήσει στην άκρη τα όνειρά του, χωρίς να έχει καμία άλλη επιλογή.

Ο Νίκος είχε επιτελική θέση σε διαφημιστική εταιρία στην Αθήνα, όταν η γυναίκα του διαγνώστηκε με καρκίνο. Έκανε ότι μπορούσε για να τη βοηθήσει, ώστε να το ξεπεράσει και να γίνει πάλι καλά. Οι θεραπείες δεν απέδιδαν στην Ελλάδα και για αυτό αποφάσισε να την πάει στη Βοστόνη, ελπίζοντας πως η κατάσταση θα αναστραφεί.

Τα έξοδα ήταν πάρα πολλά και σε λίγο διάστημα ξόδεψε σχεδόν όλες του τις καταθέσεις. Τα πρώτα σημάδια της νέας θεραπείας ήταν ενθαρρυντικά και έτσι αποφάσισε να διαθέσει τα πάντα για να κάνει καλά τη γυναίκα του. Οι συνολικά έξι μήνες που κάθισαν στη Βοστόνη, τον ανάγκασαν όχι μόνο να εκποιήσει όλη την ακίνητη περιουσία που είχε δημιουργήσει τα προηγούμενα χρόνια, αλλά να πάρει και ένα μεγάλο δάνειο, για να καλύψει τα έξοδα.

Γυρίζοντας στην Ελλάδα, γνώριζε πως η προσπάθεια που είχε καταβάλει δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν πως έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να τη βοηθήσει. Βλέποντάς τη όμως να χειροτερεύει έγινε και ο ίδιος ράκος. Όταν τελικά πέθανε, ο ίδιος είχε γίνει σκιά του εαυτού του και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσει μετά από λίγο καιρό και τη θέση του στη διαφημιστική εταιρία στην οποία δούλευε.

Με τα χρέη να μεγαλώνουν και έχοντας μια κόρη να μεγαλώσει, αναγκάστηκε να αποδεχτεί την πρόταση που πατέρα του, η οποία έμοιαζε μονόδρομος εκείνη τη στιγμή. Θα έπρεπε να φύγει από την Αθήνα και να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του, προκειμένου να αναλάβει το βενζινάδικο. Ο πατέρας του έβγαινε στη σύνταξη και του πρότεινε να αναλάβει το μαγαζί, ώστε να μπορέσει να ζήσει τόσο ο ίδιος, όσο και η κόρη του.

“Αυτό το βενζινάδικο σε μεγάλωσε και σε σπούδασε” του είπε όταν τον είδε να έχει δισταγμούς για τη φυγή του από την Αθήνα και την επιστροφή του στην επαρχία. Τελικά, ο Νίκος άκουσε τη συμβουλή του πατέρα του και επέστρεψε. Τακτοποίησε όλες τις εκκρεμότητες στην Αθήνα, γέμισε ένα φορτηγό με τα υπάρχοντά του και μαζί με την κόρη του εγκαταστάθηκαν στο σπίτι πάνω από το βενζινάδικο. Ο πατέρας του θα έμενε μαζί με τη μάνα του στο σπίτι στο χωριό, λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά. Είχαν περάσει πλέον δυο χρόνια από τότε και η ζωή είχε πάρει τον δρόμο της.

Η Ειρήνη είχε προλάβει τα περιοριστικά μέτρα στις μετακινήσεις, λόγω κορωνοϊού και είχε επιστρέψει στο χωριό. Αν και προτιμούσε να περάσει το εφετινό Πάσχα στην Αθήνα, τελικά αποφάσισε να βρεθεί κοντά στην πατέρας της, μιας και η καραντίνα δεν της άφηνε καμία επιλογή για διασκέδαση αυτές τις ημέρες. Μόλις στο πρώτο της έτος στη φιλοσοφική, είχε καταφέρει να βρει και πάλι τους παλιούς συμμαθητές της από το σχολείο και παράλληλα να γνωρίζει και ορισμένους συμφοιτητές, με τους οποίους έκανε παρέα.

Ανάμεσά τους ήταν και ο Γρηγόρης, με τον οποίο είχε σχέση το προηγούμενο εξάμηνο, όμως η καραντίνα του κορωνοϊού τους απομάκρυνε. Δεν ήταν ο πρώτος της. Ήταν ο δεύτερος. Ο πρώτος της ήταν ένας συμμαθητής στο χωριό. Παρά το σουξέ που είχε στο σχολείο, αλλά και αργότερα στη σχολή, η ίδια ήταν πάντα πολύ επιλεκτική στις σχέσεις της. Και για αυτό είχε μέχρι τώρα ερωτικές περιπέτειες, μόνο με δυο άντρες. Πάντα θεωρούσε πως το σεξ πρέπει να περιέχει και συναίσθημα για να είναι ωραίο.

Αφού μίλησε στο Skype με τον Γρηγόρη, έσβησε το θερμοσίφωνο και μπήκε για μπάνιο. Μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου σκέφτονταν πως είχε κοντά δυο μήνες να κάνει σεξ, καθώς σκούπιζε με την ροζ πετσέτα της τα καστανά μακριά μαλλιά της. Στη συνέχεια άρχισε να σκουπίζει σιγά – σιγά και το λεπτό της γυμνασμένο σώμα. Η πετσέτα πέρα πρώτα από τον λαιμό της και αφού κατέβηκε στα στήθη της, τα οποία ήταν μετρίου μεγέθους, στη συνέχεια κατέβηκε στα μπούτια της. Γύρισε την πλάτη της προς τον καθρέφτη και έριξε μια ματιά στο πανέμορφο κωλαράκι της, καθώς σκούπισε και την πλάτη της. Της άρεσε η γυμναστική και από μικρή είχε πολύ ωραίο σώμα. Στην Αθήνα είχε γραφεί και σε ένα γυμναστήριο για να παραμένει σε φόρμα.

Φόρεσε τα μαύρα εσώρουχά της, έβαλε ένα επίσης μαύρο κολάν και ένα ροζ αθλητικό t-shirt. Στη συνέχεια ξεκίνησε να στεγνώνει τα μαλλιά της με το πιστολάκι. Άκουσε την πόρτα του σπιτιού να κλείνει. Ο πατέρας της είχε ανέβει στο σπίτι. Άφησε τα κλειδιά του σε ένα σταχτοδοχείο, το οποίο βρίσκονταν σε ένα παλιό τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα και φώναξε το όνομα της κόρης του. Αυτή έκλεισε το πιστολάκι και αφού του είπε πως είναι στο μπάνιο. Ο Νίκος τσέκαρε το θερμοστάτη του καλοριφέρ, έβγαλε το μπουφάν του, πήγε στο σαλόνι και άνοιξε την τηλεόραση. Έκανε ζάπινγκ, περιμένοντας να τελειώσει η κόρη του από το μπάνιο, ώστε να μπει αυτός.

Μόλις η Ειρήνη τελείωσε φώναξε στον πατέρα της να μπει για μπάνιο, γιατί θα κρύωνε το νερό. Αυτός σηκώθηκε από τον καναπέ, πήγε στο δωμάτιό του, πήρε τα ρούχα που θα φορούσε μετά και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Γδύθηκε, μπήκε κάτω από το ντους και άφησε το νερό να διώξει την κούραση και το στρες της ημέρας. Όταν τελείωσε φόρεσε ένα φαρδύ μποξεράκι, μια μπλε φόρμα που τη χρησιμοποιούσε για τον ύπνο και ένα παλιό λευκό t-shirt.

Για τα 52 του χρόνια κρατιόνταν σε καλή κατάσταση. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει και είχαν αραιώσει, λόγω της στεναχώριας που είχε περάσει με τη γυναίκα του, ενώ η ζωή στο χωριό του είχε αφήσει ως δώρο μια κοιλίτσα, όχι μεγάλη, αλλά ούτε και ασήμαντη. Δεν ήταν χοντρός, ούτε αδύνατος. Κανονικό θα τον χαρακτήρισε κανείς στα κιλά του. Έχοντας περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωή τους μπροστά στον καθρέφτη κάθε πρωί για να ξυριστεί πριν πάει στο γραφείο της διαφημιστικής εταιρίας, από τότε που πήγε στο χωριό έχει αφήσει τα γκρίζα γένια του να μεγαλώσουν.

Όχι πολύ σαν κάτι νεαρούς χίπστερ που έβλεπε στο κέντρο της Αθήνα, αλλά αρκετά να είναι ευδιάκριτα. Βεβαίως τα τρίμαρε συχνά πυκνά, καθώς θεωρούσε πως παρ' ότι ήταν πλέον ιδιοκτήτης βενζινάδικου, θα έπρεπε να έχει καλή εμφάνιση στους πελάτες. Λόγω της ημέρας έβαλε λίγη από μια παλιά κολόνια που είχε ξεχασμένη στο ντουλάπι του μπάνιου και την οποία χρησιμοποιούσε στα μεγάλα ραντεβού που είχε όταν ήταν στέλεχος της διαφημιστικής εταιρίας.

Βγήκε από το μπάνιο και πήγε προς την κουζίνα. Η Ειρήνη είχε βάλει στην κουζίνα να ζεσταίνεται λίγη μαγειρίτσα που είχε φέρει το απόγευμα ο παππούς της. Την είχε φτιάξει η γιαγιά της, με παραδοσιακή συνταγή. Ο Νίκος άρχισε να ετοιμάζει το τραπέζι για να φάει με την κόρη του, η οποία είχε πάει στο δωμάτιό της για να μιλήσει με μια φίλη της από την Αθήνα. Παρά το τοπικό έθιμο που θέλει τις οικογένειες να τρώνε μετά την Ανάσταση, είχαν αποφασίσει να φάνε νωρίτερα, να δουν στην τηλεόραση κανένα εορταστικό πρόγραμμα και να κοιμηθούν νωρίς. Άλλωστε, θα έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς ο Νίκος, για να ανοίξει το βενζινάδικο.

Οι κάτοικοι των γύρω χωριών συνήθισαν να πηγαίνουν και να ψωνίζουν από αυτόν κάρβουνα για να ψήσουν το αρνί τους και όσοι δεν είχε αγοράσει τις προηγούμενες ημέρες ήταν σίγουρο πως θα πήγαιναν πρωί-πρωί για να πάρουν ένα σακί. Νωρίς έπρεπε να ξυπνήσει και η Ειρήνη, για να κατέβει στο μαγαζί. Όσο βρίσκονταν στο χωριό, βοηθούσε τον πατέρα της στο βενζινάδικο, έχοντας αναλάβει το ταμείο, όταν ο πατέρας της ήταν έξω είτε για να βάλει βενζίνη, να ελέγξει τα λάδια κάποιας κυρίας που παραπονιόνταν πως κάτι καλά δεν πάει με το αυτοκίνητό της ή να δώσει κάρβουνα σε κάποιον αγρότη από το διπλανό χωριό, ο οποίος γύριζε σπίτι από το χωράφι του.

Όταν η Ειρήνη τελείωσε με το τηλέφωνο, ο πατέρας της είχε ήδη στρώσει το τραπέζι και την περίμενε για να ξεκινήσουν το δείπνο τους. Μπαίνοντας στην κουζίνα, με ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη, λόγω της κουβέντας που είχε με τη φιλενάδα της, η Ειρήνη απάντησε αρνητικά στον πατέρα της, όταν αυτός την ρώτησε αν θα πιει μαζί του ένα ποτήρι κρασί. Τελικά, συμφώνησε να του κάνει παρέα με ένα ποτηράκι. Ο πατέρας της έπιασε ένα ποτήρι κρασιού από το ντουλάπι, το άφησε στο τραπέζι και στη συνέχεια της έβαλε κρασί μέχρι τη μέση. Μετά το παραδοσιακό τσούγκρισμα και τις ευχές για καλή Ανάσταση, άρχισαν να τρώνε τη μαγειρίτσα της γιαγιάς Ειρήνης.

Η κουβέντα τους περιστράφηκε στα θέματα της καθημερινότητας. Στις δουλειές του βενζινάδικου, στο βυτιοφόρο που θα έρχονταν την Τρίτη του Πάσχα για να φέρει το τελευταίο πετρέλαιο θέρμανσης της χρονιάς και για την κατάσταση της καραντίνας στην Αθήνα, μετά τα όσα είπε η φίλη της Ειρήνης στο τηλέφωνο. Και αυτοί δε θα μπορούσαν να πάνε στην εκκλησία του γειτονικού χωριού για την Ανάσταση και έτσι είχαν προσαρμόσει κατάλληλα το πρόγραμμα τους.

Ο πατέρας της είχε πιει ήδη τρία ποτήρια κρασί όταν τελείωσε το φαγητό. Η Ειρήνη ήταν στο δεύτερο. Μάζεψαν το τραπέζι, έβαλαν τα πιάτα στο πλυντήριο και το έβαλαν να δουλεύει. Ο Νίκος έβαλε ένα ακόμα ποτήρι κρασί, πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι, όπου έχει αφήσει την τηλεόραση ανοιχτή από πριν. Άφησε το ποτήρι του στο τραπεζάκι, κάθισε στον καναπέ, έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Πάνω στο ζάπινγκ έπεσε πάνω σε ένα εορταστικό πρόγραμμα με λαϊκά τραγούδια και το άφησε εκεί.

Η Ειρήνη μιλούσε για μια ακόμα φορά στην τηλέφωνο, κλεισμένη στο δωμάτιο της. Ο Νίκος σιγοτραγουδούσε ένα παλιό λαϊκό τραγούδι, ανάμεσα στις τζούρες του τσιγάρου του. Το κρασί τον είχε βοηθήσει να χαλαρώσει λίγο και τα τραγούδια του έφτιαχναν τη διάθεση, διώχνοντας παλιές στεναχώριες, καθημερινά άγχη και την κούραση της ημέρας.

Σκέφτηκε πως θα έπρεπε να κλείσει το καλοριφέρ, μιας και έκανε ήδη αρκετή ζέστη στο σπίτι, αλλά αποφάσισε να το αφήσει μέχρι να την πέσουν για ύπνο. “Δε βαριέσαι…” είπε στον εαυτό του, ξεφυσώντας δυνατά την τελευταία τζούρα του τσιγάρου του, το οποίο ήταν πλέον γόπα στο σταχτοδοχείο μπροστά του στο τραπεζάκι του σαλονιού.

Ήπιε μια ακόμα γουλιά κρασί και έγειρε πίσω στον καναπέ, απολαμβάνοντας τα τραγούδια στην τηλεόραση. Εκείνη τη στιγμή άκουσε την πόρτα από το δωμάτιο της Ειρήνης να ανοίγει και το ελαφρύ βάδισμα της πάνω στην ξύλινη επιφάνεια του δαπέδου. Φορώντας μόνο τις κάλτσες της, η Ειρήνη πήγε στο σαλόνι και έκατσε στον καναπέ δίπλα στον πατέρα, αφήνοντας το κινητό στο τραπεζάκι.

“Τι βλέπεις”; Τον ρώτησε καθώς άφηνε τον εαυτό της να χαθεί στην αγκαλιά του καναπέ. “Έβαλα αυτό εδώ που έχει τα τραγούδια, μπας και μας φανεί Πάσχα”, απάντησε εκείνος, με μια νότα απαισιοδοξίας στη φωνή του. Η Ειρήνη χαμογέλασε και γύρισε το βλέμμα της στην τηλεόραση. Είχε περάσει κάνα τέταρτο χωρίς να πουν πολλά, παρά μόνο σχολιάζοντας τα τραγούδια. Σε ένα τσιφτετέλι, μια καλεσμένη της εκπομπής σηκώθηκε και χόρεψε. Ο Νίκος έμεινε και κοιτούσε μαγεμένος τον τρόπο με τον οποίο κουνούσε το κορμί της στο ρυθμό του τραγουδιού. Έπιασε τον εαυτό του να χαζεύει τον κώλο της και ένιωσε ένα σκίρτημα ανάμεσα στα πόδια του. Η άτιμη τον καύλωνε.

Η Ειρήνη παρατήρησε την αφοσίωση του πατέρα της, δεν είπε τίποτα και απλά μια γουλιά κρασί από το ποτήρι της. “Να πάρω ένα”; Ρώτησε τον πατέρα της, δείχνοντας του το πακέτο με τα τσιγάρα. Ο Νίκος γύρισε το βλέμμα του και με απορία τη ρώτησε: “Από πότε καπνίζεις εσύ”; “Ένα κάνω μια φορά στο τόσο. Τράκα κάνω συνήθως”. Απάντησε η κόρη του καθώς έβγαζε ένα τσιγάρο από το πακέτο και το τοποθετούσε στο στόμα της. Στη συνέχεια έσκυψε και έπιασε τον ερυθρόλευκο αναπτήρα του πατέρα της, που είχε πάνω του σήμα της αγαπημένης του ομάδας.

Άναψε το τσιγάρο και έβγαλε την πρώτη τζούρα καπνού με ένα παρατεταμένο φύσημα. Στη συνέχεια, έπιασε το σταχτοδοχείο και το τοποθέτησε στην κοιλιά της, καθώς ξάπλωνε προς τα πίσω στον καναπέ. Ο πατέρας της την κοιτούσε με μια απορία στα μάτια του ζωγραφισμένη. Δε μπορούσε να της πει και τίποτα. Σε δυο εβδομάδες θα γίνονταν 19 ετών. Άσε που δε της χαλούσε χατίρι σχεδόν ποτέ.

Γύρισε το κεφάλι του προς την τηλεόραση και άρχισε να κάνει ζάπινγκ. “Μπαμπά, θες να δούμε καμία ταινία;” Ρώτησε η Ειρήνη. “Ναι… Γιατί όχι…” απάντησε ο πατέρας της. Η Ειρήνη έσβησε το μισό τσιγάρο που της είχε απομείνει, σηκώθηκε, άφησε το σταχτοδοχείο στο τραπεζάκι και πήγε στο δωμάτιο της. Γύρισε κρατώντας τον φορητό υπολογιστή της και τα καλώδια, με τα οποία τον συνδέει στην τηλεόραση του δωματίου της.

Συνέδεσε γρήγορα τα καλώδια, άνοιξε τον υπολογιστή και επέλεξε την ταινία που θα έβλεπε με τον μπαμπά της. Ήταν μια ρομαντική ταινία, σαν και αυτές που αρέσουν στα περισσότερα κορίτσια της ηλικίας της. Έβαλε γρήγορα σε ένα μεγάλο μπολ δύο σακούλες πατατάκια, γέμισε το ποτήρι του πατέρα της με λίγο κρασί ακόμα και πήγε στο σαλόνι, όπου πήρε θέση δίπλα στον καναπέ. Ανέβασε τα πόδια πάνω στον καναπέ και έβαλε το μπολ με τα πατατάκια πάνω τους, όταν πάτησε το play, για να ξεκινήσει η ταινία.

Ο πατέρας της άναψε ένα ακόμα τσιγάρο, ήπιε μια γουλιά από το γεμάτο ποτήρι του με κρασί και πήρε θέση για την ταινία. “Δε σβήνεις και το φως; Το ξέχασα… άναψε τη μικρή λάμπα για να βλέπουμε τα πατατάκια” είπε στον πατέρα της με γεμάτο το στόμα η Ειρήνη. Αυτός έκανε ότι του είπε και έκατσε πάλι στη θέση του, για να δει την ταινία.

Δεν τον ενθουσίαζε που θα έβλεπαν κάτι ρομαντικό, καθώς δεν ήταν του γούστου του. Προτιμούσε τα τραγούδια στην τηλεόραση. Όμως δεν ήθελε να της χαλάσει χατίρι. Βλέποντας την ταινία, συνειδητοποίησε πόσο του άρεσε η νεαρή πρωταγωνίστρια, η οποία έπαιζε το ρόλο μιας ερωτευμένης έφηβης. “Ε ρε τι θα της έκανα” σκέφτηκε σε ένα πλάνο, όπου ο φακός έδειχνε τον κώλο της με μαγιό, καθώς περπατούσε σε μια παραλία. “Ωραίος κώλος…” ήταν η επόμενη σκέψη του, καθώς έσβηνε ένα ακόμα τσιγάρο. Η Ειρήνη ήταν δίπλα του και μασούλαγε τα πατατάκια, αφοσιωμένη στην οθόνη της τηλεόρασης.

Ο πατέρας της χαζεύει περισσότερο την πρωταγωνίστρια και δεν έδινε σημασία στην υπόθεση της ταινίας. Είχε χαθεί στα χείλη της, στο χαμόγελο της και κυρίως στο πονηρό της βλέμμα. Πόσα υπόσχονταν αυτό το βλέμμα; Πόσο θα ήθελε να είναι ο συμπρωταγωνιστής της;

“Της μοιάζω; ” ρώτησε η Ειρήνη, με μισογεμάτο το στόμα και το βλέμμα στην οθόνη, σπάζοντας τη σιωπή ανάμεσα τους. “Στη σχολή μου λένε ως είμαστε ίδιες…” συμπλήρωσε. Ο πατέρας της επανήλθε στη πραγματικότητα και προσπάθησε να απαντήσει. “Μοιάζετε… αρκετά θα έλεγα…” είπε με ένα δισταγμό στη φωνή του, λόγω των σκέψεων που είχε κάνει μόλις πριν από λίγο. “Αλλά το κοριτσάκι μου είναι πιο όμορφο”, συμπλήρωσε σε μια προσπάθεια να χαλαρώσει την κουβέντα. Η Ειρήνη χαμογέλασε και έγειρε το κεφάλι της στο δεξί μπράτσο του πατέρα της, το οποίο ήταν ακριβώς δίπλα της, θέλοντας να δείξει πόσο της άρεσε το σχόλιο που έκανε.

“Το έσωσα…” σκέφτηκε ο Νίκος, προσπαθώντας να ηρεμήσει από την αναστάτωση που του είχε φέρει η ερώτηση της κόρης του. Πραγματικά, η πρωταγωνίστρια έμοιαζε με την κόρη του. “Θα μπορούσε να είναι η μεγάλη της αδερφή” σκέφτηκε. Όλα έμοιαζαν. Το σώμα, τα μαλλιά, τα χείλη και το βλέμμα. “Αυτό το βλέμμα…” σκέφτηκε ξανά, καθώς έριξε και μια κλεφτή ματιά στην κόρη του. Σαν τις κλεφτές ματιές που είχε ρίξει και τις προηγούμενες ημέρες, αλλά και σαν αυτές που της έριχνε το περασμένο καλοκαίρι, όταν τελείωσε το σχολείο. Στην αρχή είχε τρομάξει μόνο και μόνο στη σκέψη, πως η κόρη του έχει αρχίσει να τον ελκύει σεξουαλικά.

Είχε χρειαστεί να μπει εσπευσμένα στη θάλασσα πέρυσι το καλοκαίρι, όταν είχαν πάει μαζί στη παραλία. Χαζεύοντας για αρκετή ώρα τον κώλο της, τον οποίο θεωρούσε τον καλύτερο που έχει δει, δεν κατάφερε να συγκρατήσει τον εαυτό του, όταν του ζήτησε να της αλείψει λάδι και ήρθε σε επαφή με ε το καυτό της δέρμα. Σταμάτησε το μασάζ και μπήκε στη θάλασσα, όπου έκατσε ένα τέταρτο. Όταν βγήκε, αφού πρώτα του είχε φύγει το αντίσκηνο στο μαγιό, η κόρη του Ντον ρώτησε τι έπαθε και αυτός απάντησε πως απλά ήθελε εσπευσμένα να κατουρήσει.

Έφερε στο μυαλό του αυτό το περιστατικό και ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Νόμιζε πως ήταν κάτι παροδικό, όμως τις τελευταίες ημέρες, από τότε που γύρισε η Ειρήνη από την Αθήνα, έχει τα ίδια συμπτώματα, όπως και το περασμένο καλοκαίρι. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στην ταινία. “Δε θέλεις εσύ πατατάκια;” Τον ρώτησε η κόρη του καθώς κατάπινε την τελευταία της μπουκιά. “Μπα όχι… Ίσως αργότερα…”, απάντησε ο Νίκος και ήπιε μια ακόμα γουλιά κρασί. Η Ειρήνη άφησε το μπολ με τα υπόλοιπα πατατάκια στο τραπεζάκι, προσπάθησε να καθαρίσει τα χέρια της με μικρά παλαμάκια και έγειρε πάλι στην πλάτη του καναπέ.

Πέρασε λίγη ώρα, όταν η Ειρήνη έγειρε και πάλι στο δεξί μπράτσο του πατέρα της. “Θέλεις να σε πάρω αγκαλίτσα”; Τη ρώτησε και παράλληλα προσπαθούσε να ελευθερώσει το δεξί του χέρι για να την πάρει αγκαλιά. Η Ειρήνη απάντησε θετικά με ένα απλό “ναι” και πήρε θέση για να βυθιστεί στην αγκαλιά του πατέρα της.

Το αριστερό της μάγουλο ακούμπησε στο δεξί στήθος του πατέρα της, ενώ τα λεπτά και γυμνασμένα πόδια της είχαν απλωθεί κατά μήκος του καναπέ, στη πλευρά που κάθονταν η ίδια πριν από λίγο. Ο Νίκος πέρασε το χέρι του πάνω από τον δεξί της ώμο και την αγκάλιασε για λίγο σφιχτά, δείχνοντας της ένα φιλί στο κεφάλι. Στη συνέχεια την άφησε να βολευτεί πάνω στο δεξί του στήθος και συνέχισαν να βλέπουν την ταινία.

Ο Νίκος άρχισε να χαϊδεύει απαλά το δεξί χέρι της κόρης του, όπως ήταν ξαπλωμένη πάνω του και παρακολουθούσε την ταινία. Ξεκινούσε από τον ώμο και κατέβαινε μέχρι τον αγώνα και πάλι από την αρχή. Ένα απαλό επαναλαμβανόμενο χάδι. Αυτό άρεσε στην Ειρήνη, η οποία είχε αφεθεί πλέον στην αγκαλιά του πατέρα της.

Απόλαυσε τη μυρωδιά από τα φρεσκολουσμένα μαλλιά της και την απαλή μυρωδιά που αναδύονταν από το νεανικό της σώμα, η οποία προέρχονταν από την ενυδατική κρέμα που είχε αλείψει, μόλις βγήκε από το μπάνιο. Μια άκρως γυναικεία μυρωδιά και μεθυστική για το Νίκο. Η Ειρήνη έτριψε λίγο το κεφάλι της στο στήθος του πατέρα της, στην προσπάθεια να πάρει καλύτερη θέση. Αμίλητοι και οι δυο για αρκετά λεπτά, είχαν στραμμένο το βλέμμα στην οθόνη.

Ο Νίκος κοιτούσε την πρωταγωνίστρια της ταινίας και μετά κοίταγε και την κόρη του. Μια σκηνή στην ταινία έδειχνε την πρωταγωνίστρια γυμνή από τη μέση και πάνω. Ο Νίκος κάρφωσε το βλέμμα του στα στήθη της και στη συνέχεια με μια κλεφτή ματιά τα σύγκρινε με αυτά της κόρης του. Φούσκωσε από καμάρι σαν παγώνι, όταν διαπίστωσε πως της κόρης του ήταν μεγαλύτερα και πιο στητά.

Αυτή η σύγκριση έφερε μια ελαφριά αναστάτωση ανάμεσα στα πόδια του. Προσπάθησε να μείνει ψύχραιμος, καθώς δεν ήθελε και πολύ για γίνει αντιληπτός από την Ειρήνη. Η επιλογή του να φορέσει ένα φαρδύ “old school” μποξεράκι, κάτω από τη φόρμα του δεν ήταν και η καλύτερη. Αυτό σκέφτηκε καθώς προσπαθούσε απεγνωσμένα να στρέψει το μυαλό του σε άλλες εικόνες, προκειμένου να ηρεμήσει την αναστάτωσή του.

Ξαπλωμένη στην αγκαλιά του πατέρα της, η Ειρήνη διαπίστωσε πως ο πατέρας της είχε δείξει ένα μικρό ενθουσιασμό για τη συγκεκριμένη σκηνή της ταινίας, κοιτώντας κλεφτά προς τον καβάλο του. “Ωραία ταινία ε;” τον ρώτησε με χαμηλή, με σχεδόν κοιμισμένη φωνή. “Ναι… Ωραία είναι…” απάντησε ο πατέρας της, με μια έκπληξη στη φωνή του, λες και τον έπιασαν να κλέβει το γλυκό από τη γυάλα.

Χωρίς να έχει καταφέρει πολλά με την αναστάτωση που του είχε προκαλέσει η προηγούμενη σκηνή, τα μάτια του γούρλωσαν όταν στην οθόνη της τηλεόρασης είδε την πρωταγωνίστρια να φιλάει παθιασμένα τον συμπρωταγωνιστή της και στη συνέχεια να κάνουν έρωτα στο κρεβάτι. Η πρωταγωνίστρια χοροπηδούσε πάνω του και ο Νίκος φαντάζονταν τον εαυτό του στη θέση του πρωταγωνιστή και την κόρη του πάνω του, να χορεύει τον πιο ερωτικό χορό στον κόσμο.

Αυτό ήταν η σπίθα για να ανάψει η φωτιά ανάμεσα στα πόδια του. Ο πούτσος του άρχισε να σηκώνεται και μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό ήταν “ετοιμοπόλεμος” μέσα στο μποξεράκι του. Δεν ήταν πολύ μεγάλος, αλλά ούτε και μικρός. Μέτριος προς μεγάλο θα τον χαρακτήριζε κανείς. Ο ιδανικός για τις περισσότερες γυναίκες, όπως είχε διαβάσει σε σχετική έρευνα για το τι προτιμούν οι Ελληνίδες στον ερωτικό τους σύντροφο.

Ο Νίκος είχε την ελπίδα πως η κόρη του θα ήταν αφοσιωμένη στην ταινία και δε θα παρατηρούσε το εμφανές πλέον φούσκωμα στη φόρμα του. Το γεγονός πως φορούσε φαρδύ μποξεράκι, προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερο φούσκωμα από ότι θα δημιουργούνταν, αν είχε επιλέξει να φορέσει ένα από τα κολλητά μποξεράκια του.

Οι κλεφτές ματιές της Ειρήνης στον καβάλο του πατέρα της είχαν αρχίσει εδώ και ώρα. Πριν ακόμα υπάρξει η σχετική αναστάτωση. Αναρωτιόνταν αν ήταν μεγαλύτερος από τους φίλου της του Γρηγόρη. Ήταν σίγουρη πως ήταν μεγαλύτερος από του παλιού συμμαθητή της στο διπλανό χωριό, ο οποίος ήταν αυτός που της είχε πάρει την παρθενιά. Όμως αν ήταν μεγαλύτερος από αυτόν του Γρηγόρη, πόσο μεγαλύτερος μπορεί να ήταν;

Αυτές οι σκέψεις, σε συνδυασμό με το γεγονός πως είχε να βρεθεί με το Γρηγόρη κοντά δυο μήνες, την έκαναν να νιώσει πως η περιέργειά της έχει αργήσει να μεγαλώνει και να μετουσιώνεται σε λαγνεία. Μια λαγνεία για αυτό που κρύβονταν κάτω από τη φόρμα του πατέρα της, λίγα εκατοστά μακριά από το κεφάλι της.

Το φούσκωμα κάτω από τη φόρμα του πατέρα της δεν πέρασε απαρατήρητο από την Ειρήνη. Πλέον, το βλέμμα της είχε φύγει από την οθόνη της τηλεόρασης και είχε καρφωθεί ανάμεσα στα πόδια του πατέρα της. “Είναι σίγουρα μεγαλύτερη από του Γρηγόρη” σκέφτηκε και ξεροκατάπιε, νιώθοντας πως έχει αρχίσει ήδη να υγραίνεται. Ο πατέρας της συνέχισε τόση ώρα να χαϊδεύει το χέρι της, όμως λίγο μετά την εμφάνιση του φουσκώματος, το χέρι του άρχισε να χαϊδεύει τα δεξιά πλευρά της κόρης του.

Το επαναλαμβανόμενο χάδι ξεκινούσε λίγο κάτω από τη μασχάλη της έως το ύψος της κοιλιάς της, εκεί που άρχιζε το κολάν της. Με μια κίνηση που εξέπληξε τον πατέρα της, η Ειρήνη άπλωσε το δεξί της χέρι και άρχισε να χαϊδεύει το δεξί του πόδι. Το χέρι της χάιδευε τον τετρακέφαλό του, απλά και κυκλικά.

Λίγα λεπτά μετά και χωρίς να πει κουβέντα, το χέρι της Ειρήνης άρχισε να χαϊδεύει το εσωτερικό του δεξιού ποδιού, με το χέρι της να φτάνει αρκετά κοντά στα αρχίδια του πατέρα της. Το βλέμμα του Νίκου είχε φύγει πλέον από την τηλεόραση. Κοιτούσε πάνω από το κεφάλι της κόρης του τις κινήσεις που έκανε το χέρι της, ελπίζοντας πως θα μετατοπιστεί λίγο πιο αριστερά και θα ακουμπήσει την ίδια σηκωμένη πούτσα του. Αυτό δεν άργησε να γίνει.

Η Ειρήνη χάιδεψε το εσωτερικό του ποδιού και αφού το πέρασε απλά πάνω από τα αρχίδια του, στη συνέχεια χάιδεψε απαλά την πούτσα του πάνω από τη φόρμα, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό. Ο Νίκος έκλεισε τα μάτια και ανέπνευσε και αυτός βαθιά. Ο αέρας που βγήκε από το στόμα του έμοιαζε με λύτρωση. Χωρίς να πιστεύει ακόμα αυτό που γίνονταν συνέχισε να κοιτάζει το δεξί χέρι της κόρης του, καθώς αυτό χάιδευε απαλά την πούτσα του πάνω από τη φόρμα.

Βλέποντας την κόρη του να συνεχίζει απτόητη, πήρε το θάρρος να κατεβάσει ακόμα περισσότερο το χέρι του και να χαϊδέψει απαλά το δεξί της κωλομέρι. Η επαφή του χεριού με τον κώλο της κόρης του, την έκανε να αφήσει ένα ακόμα βαθύ αναστεναγμό. Πλέον, ο Νίκος είχε παρκάρει το χέρι του στον κώλο της κόρη τους και το χάιδευε συνεχώς.

Το στενό κολάν που φορούσε του έδινε τη δυνατότητα να ψηλαφήσει όσο καλύτερα μπορούσε και να διαπιστώσει πόσο σφιχτό ήταν το κωλαράκι της Ειρήνης. Η Ειρήνη έπιασε την πούτσα του πατέρα της και την έσφιξε πάνω από τη φόρμα, νιώθοντας το χέρι του να έχει καλύψει ολόκληρο το δεξί της κωλομέρι και να το χαϊδεύει.

“Σου αρέσει κοριτσάκι μου;” τη ρώτησε ψιθυριστά, αναφερόμενος στην πούτσα του.

“Ναι μπαμπά…”, απάντησε αυτή επίσης ψιθυριστά και αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό.

Με βαριά ανάσα, ο Νίκος είπε στην κόρη του: “Θέλεις να τη δεις;”

“Ναι μπαμπά…”, είπε η Ειρήνη με την αναπνοή της έχει γίνει ήδη πιο γρήγορη και την υγρασία ανάμεσα στα πόδα της να έχει πλημμυρίσει ήδη το μαύρο στρινγκάκι της.

Με το δεξί του χέρι να μην ξεκολλάει από τον κώλο της κόρη του, έπιασε μαζί τα λάστιχα από τη φόρμα και το μποξεράκι του, δημιουργώντας μια τρύπα για να γλιστρήσει το χέρι της Ειρήνης και να φτάσει στην καυλωμένη του πούτσα. Το χαμηλό φως της μικρής αναμμένης λάμπας στο σαλόνι, έφτανε μέχρι τη μέση της τεχνητής σπηλιάς, που δημιούργησε ο πατέρας της, αφήνοντάς της να δει λίγο από αυτό που χάιδευε τόση ώρα. Η Ειρήνη έβαλε αργά το χέρι της μέσα στην τρύπα και ακούμπησε με τα ακροδάχτυλα τη σηκωμένη πούτσα. Αφού πρώτα την χάιδεψε απαλά, στη συνέχεια την πήρε στο χέρι της και την έσφιξε δυνατά.

Ένας δυνατός ήχος που βγήκε από το στόμα της Ειρήνης, στην προσπάθειά της να αναπνεύσει, διέκοψε τους διαλόγους της ταινίας, η οποία εξακολουθούσε να παίζει στην τηλεόραση, χωρίς να της δίνει κανένας τους σημασία πλέον. Ο Νίκος ανασήκωσε τους γοφούς του και μια γρήγορη κίνηση κατέβασε τη φόρμα του και το μποξεράκι λίγο κάτω από τα αρχίδια του, προκειμένου να έχει ελεύθερο χώρο η κόρη του να παίξει με την πούτσα του. Η Ειρήνη είχε γραπώσει σφιχτά την πούτσα του πατέρα της και την έπαιζε. Το χέρι της πήγαινε αργά πάνω κάτω και η βαθιά αναπνοή της ακούγονταν δυνατά.

Ο Νίκος έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω και με κλειστά μάτια προσπαθούσε να καταλάβει αν αυτό που συνέβαινε ήταν πραγματικότητα ή κάποιο τρελό όνειρο. Το δεξί του χέρι έσφιξε το δεξί κωλομέρι της κόρης και ψιθύρισε μέσα στην καύλα του “Κωλάρα… κωλάρα….”. Ακούγοντας τον πατέρας της και νιώθοντας το δυνατό του χούφτωμα, η Ειρήνη άρχισε να αναπνέει πιο δυνατά και αύξησε τον ρυθμό στο δεξί της χέρι, το οποίο συνέχιζε να παίζει την πούτσα του.

“Σου αρέσει κοριτσάκι μου; Σου αρέσει η πούτσα του μπαμπά;” της είπε με φανερή την καύλα στη φωνή του. “Ναι…” απάντησε και ενώ πάλευε να αναπνεύσει από την καύλα. Το μουνάκι της είχε πάρει φωτιά και ζητούσε εσπευσμένα ένα χάδι. Είχε καυλώσει όσο ποτέ στα έως τώρα 19 της χρόνια και ήθελε οπωσδήποτε αυτή την πούτσα που κρατούσε στο χέρι της και την οποία κοιτούσε με λαγνεία, καθώς την έπαιζε. Ο πατέρας της πήρε το χέρι του από τον κώλο της και το πέρασε μέσα από το t-shirt της.

Χάιδεψε πρώτα την κοιλίτσα της και στη συνέχεια ανέβηκε προς τα πάνω. Άρπαξε το αριστερό της στήθος πάνω από το σουτιέν της και το έσφιξε στην παλάμη του. Η Ειρήνη αναστέναξε και έσφιξε στο χέρι της την πούτσα του. Με μια γρήγορη κίνηση, το χέρι του πατέρα ανασήκωσε λίγο το t-shirt και πήρε θέση εκεί που ξεκινούσε το κολάν της. Γλίστρησε κάτω από το λάστιχο που το συγκρατούσε λίγο κάτω από τον αφαλό της και χάιδεψε και πάλι το δεξί κωλομέρι. Αυτή τη φορά ένιωθε το απαλό της δέρμα και η καύλα του μεγάλωνε ακόμα περισσότερο. Το χούφτωσε γερά και είπε με ένα βαθύ αναστεναγμό: “Τι κωλάρα είναι αυτή ρε κοριτσάκι μου… Τι κωλάρα…”

“Σου αρέσει μπαμπά;” ρώτησε η Ειρήνη μη μπορώντας να αναπνεύσει από την καύλα. “Με τρελαίνει κοριτσάρα μου! Με τρελαίνει η κωλάρα σου”! Η Ειρήνη σήκωσε το κεφάλι της από το δεξί στήθος του πατέρα της και τον κοίταξε στα μάτια. Στη συνέχεια ανασηκώθηκε λίγο και τον φίλησε στο στόμα, κρατώντας την πούτσα του στο χέρι. Ο πατέρας της ανταποκρίθηκε αμέσως. Το απαλό φιλί δεν άργησε να μετατραπεί σε ένα παθιασμένο γλωσσόφιλο.

Οι γλώσσες τους ταξίδευαν στο στόμα του άλλου, ανάμεσα σε αναστεναγμούς. Όταν σταμάτησαν, η Ειρήνη τον κοίταξε με αυτό το βλέμμα, που είχε διακρίνει και στην πρωταγωνίστρια της ταινίας. Αυτό που άφηνε πολλές υποσχέσεις. Πολλές καυλιάρικες υποσχέσεις. Αμέσως μετά έστρεψε το βλέμμα της στην πούτσα του, την οποία δεν είχε αφήσει από το χέρι της.

“Σου αρέσει πολύ ε;” τη ρώτησε χαμηλόφωνα ο πατέρας της.

“Ναι, πολύ…” απάντησε η Ειρήνη αναστενάζοντας.

“Δώσε και σε αυτή ένα φιλάκι” της είπε ο πατέρας της και η Ειρήνη έσκυψε πάνω από την πούτσα του και έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι στο πουτσοκέφαλο.

Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από το στόμα του πατέρα της. Η αντίδραση αυτή ώθησε την Ειρήνη να δώσει άλλο ένα φιλάκι και μετά ένα ακόμα. Στο τέταρτο φιλί άνοιξε λίγο παραπάνω τα χείλη της και πήρε ανάμεσά τους την άκρη του πουτσοκέφαλου. Το δεξί χέρι του πατέρα της, είχε αφήσει τον κώλο της και είχε πάρει θέση πίσω από το κεφάλι της. Με μια μικρή ώθηση την κατεύθυνε προς την πούτσα του.

Η Ειρήνη άνοιξε τα χείλη της και πήρε την πούτσα του μέσα στο στόμα της, αφήνοντας έναν αναστεναγμό να βγει από τα ρουθούνια της. Ο πατέρας της τινάχτηκε λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα και με κλειστά μάτια, προσπαθούσε να συγκρατηθεί και να γλιτώσει το καρδιακό.

Η Ειρήνη έγλειφε αργά την πούτσα του πατέρα της, σχεδόν μέχρι τη μέση, σκυμμένη από πάνω της. Το δεξί της χέρι την κρατούσε σφιχτά και το στόμα της είχε αρχίσει να κουνιέται πάνω κάτω κατά μήκος της πούτσας, χαρίζοντας στον πατέρα της κύματα ηδονής. Το χέρι του γλίστρησε για μια ακόμα φορά κάτω από το κολάν της και έσφιξε δυνατά το εκτεθειμένο προς το μέρος του κωλομέρι με την Ειρήνη να μουγκρίζει έχοντας την πούτσα στο στόμα. Τέντωσε το χέρι του και χάιδεψε την χαράδρα ανάμεσα στα δυο της κωλομέρια. Με την πούτσα στο στόμα, γύρισε λίγο το κεφάλι της και κοίταξε προς τα πίσω, όπου το χέρι του πατέρα της συνέχιζε να χαϊδεύει τον κώλο της.

Η Ειρήνη έλιωνε από τα χάδια του πατέρα της και πλέον είχε μουσκέψει και το κολάν της. Με μια κίνηση, ο πατέρα της την έβαλε να ξαπλώσει πάνω, όπως πριν. Μόνο που αυτή τη φορά αντί για το δεξί του στήθος, το κεφάλι της ήταν ανάμεσα στα πόδια του και το στόμα της ρουφούσα αχόρταγα την πούτσα του. Της χάιδεψε για μια ακόμα φορά τον κώλο και το χέρι του ξεκίνησε μέσα από το κολάν το ταξίδι του προς την περιοχή ανάμεσα στα πόδια της.

“Άνοιξε τα μπουτάκια σου κοριτσάκι μου” της είπε ψιθυριστά και αυτή χωρίς να χρονοτριβήσει σήκωσε το δεξί της πόδι, όπως ήταν ξαπλωμένη πλάγια πάνω του, δίνοντάς του πρόσβαση, ανάμεσα στα πόδια της. Το χέρι του έφτασε άνετα στο μουνάκι της κόρη τους και τότε διαπίστωσε πόσο μουσκεμένη ήταν.

“Μούσκεμα είσαι κοριτσάρα μου! Μούσκεμα είναι το μουνάκι σου!” και άρχισε να το χαϊδεύει πάνω από στρινγκ της. Στη συνέχεια, το χέρι του κατάφερε να χωθεί κάτω από το στρινγκ και τα ακροδάχτυλά του χάιδεψαν το μουσκεμένο μουνάκι της. Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από το στόμα της Ειρήνης, η οποία έβγαλε για μια στιγμή την πούτσα του πατέρα της από το στόμα της. “Χάιδεψε το μπαμπά… Χάιδεψε το…” είπε με τρεμάμενη φωνή, καθώς ο πατέρας της είχε αρχίσει να τη χαϊδεύει πιο έντονα.

Το μεσαίο δάχτυλο του πατέρα της γλίστρησε ανάμεσα στα μουνόχειλά της και μπήκε στην υγρή της τρύπα. Η Ειρήνη δυσκολεύονταν να πάρει αναπνοή από την καύλα, όμως χωρίς να το σκεφτεί πήρε την πούτσα και πάλι στο στόμα της. Αυτή τη φορά προσπάθησε να χωρέσει όσο περισσότερη μπορούσε. Ο πατέρας της είχε αρχίσει να γαμάει το μουνάκι της με το δάχτυλό του και η Ειρήνη κατάφερε να χωρέσει σχεδόν όλη την πούτσα του στο στόμα της.

Αυτή έφτασε βαθιά μέσα στον λαιμό της, προκαλώντας της ένα ερεθιστικό πνίξιμο. Την έβγαλε έξω και έβηξε, ενώ τα σάλια της έτρεχαν από το στόμα της πάνω στην πούτσα του πατέρα της. Προσπάθησε ξανά και το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Έβγαλε την πούτσα και έβηξε, ενώ μια γραμμή από τα σάλια της είχε σχηματίσει τη διαδρομή από το στόμα της μέχρι το πουτσοκέφαλο.

Ο πατέρας της δεν άντεχε άλλο. Ήθελε να κάνει πράξη την πιο τρελή του φαντασίωση. Αυτή που πολλές φορές τον τρόμαζε τόσο πολύ και τον έκανε να απορεί για τον εαυτό του. “Έχει καυλώσει το μουνάκι σου;” τη ρώτησε. “Πολύ…” απάντησε αυτή και έβαλε πάλι την πούτσα στο στόμα της. “Θέλει πούτσα το μουνάκι σου;” τη ρώτησε ο πατέρα της ξανά, ανάμεσα στις βαριές αναπνοές του. “Θέλει την πουτσάρα σου μπαμπά…” είπε αυτή βγάζοντας ένα δυνατό αναστεναγμό.

Η ταινία είχε φτάσει στους τίτλους τέλους, χωρίς κανένας από τους δυο να ξέρει το τέλος της, όταν η Ειρήνη έβγαλε την πούτσα του πατέρα της από το στόμα, ανασηκώθηκε και έβγαλε γρήγορα-γρήγορα το κολάν της. Ο πατέρας της κατάφερε με μια κίνηση να βγάλει μαζί τη φόρμα και το μποξεράκι που φορούσε και πήρε θέση στον σκούρο γκρι καναπέ τους, περιμένοντας να γαμήσει την κόρη του, όσο δε γάμησε ποτέ καμία στη ζωή του.

Η Ειρήνη γύρισε και τον κοίταξε με ένα καυλιάρικο βλέμμα και άρχισε να τον φιλάει στο στόμα. Αυτός την έπιασε από τη μέση και την οδήγησε να καθίσει πάνω. Η Ειρήνη τον καβάλησε και παραμέρισε το μαύρο της στρινγκ με το δεξί χέρι, την ίδια στιγμή που ο πατέρας της κρατούσε όρθια την πούτσα του με το αριστερό, ώστε να καθίσει πάνω της η κόρη του. Η πούτσα του άρχισε να βυθίζεται μέσα της αργά. Ήταν πολύ στενή, παρότι είχε μουσκέψει για τα καλά.

Αυτή έκλεισε τα μάτια και ένιωθε κάθε εκατοστό της πούτσα του πατέρα της να εισβάλει μέσα της αργά και βασανιστικά. Η αναπνοή της κόπηκε. “Τι καύλα είναι αυτή” σκέφτηκε. Ο πατέρας της ξεφύσησε αργά, όταν όλη η πούτσα του είχε χωθεί μέσα στην κόρη του, η οποία είχε μείνει ακίνητη σαν υπνωτισμένη πάνω του. Δυσκολεύονταν να αναπνεύσει και προσπαθούσε να συνηθίζει το μέγεθος της πούτσα μέσα της. Πήρε μια βαθιά εισπνοή και συνδύασε την εκπνοή της με ένα βαθύ επιφώνημα.

“Τι στενό μουνάκι…” είπε ο πατέρας της. Η Ειρήνη άνοιξε τα μάτια της, το φίλησε στο στόμα και άρχισε αργά να κινεί τους γοφούς της πάνω – κάτω. Το καυτό τους φιλί σταμάτησε η προσπάθεια του πατέρα της να βγάλει το t-shirt της. Η Ειρήνη σταμάτησε για λίγο να κουνιέται, σήκωσε τα χέρια της για να βγει εύκολα η μπλούζα της και στη συνέχεια ξεκούμπωσε το σουτιέν της, προσφέροντας στον πατέρα της την καλύτερη θέα που μπορούσε να έχει.

Ο Νίκος έβαλε τα χέρια του στην πλάτη της Ειρήνης και την έσπρωξε να έρθει πιο κοντά του. Το στόμα του ρούφηξε λαίμαργα το δεξί της βυζί και μετά το αριστερό. Η γλώσσα του άρχισε να παίζει με τις ρώγες της, οι οποίες είχαν γίνει πέτρα από την καύλα. Έγλειφε πότε την αριστερή και πότε τη δεξιά, ενώ δεν παρέλειπε να ρουφήξει και ένα βυζί, κάθε λίγο.

Η Ειρήνη άρχισε να αυξάνει ρυθμό πάνω στην πούτσα του πατέρα της, έχοντας ξεκινήσει τον καλύτερο ερωτικό χορό της. Ένιωθε την πούτσα του να μπαίνει βαθιά μέσα της. Δεν πίστευε πως κάθε φορά που κάθονταν κάτω, ένιωθε το πουτσοκέφαλό του στη μήτρα της. Αυτό δεν της είχε συμβεί πότε με τον Γρηγόρη. Πολύ απλά γιατί την είχε μικρότερη.

“Έτσι μπαμπά! Γλείψε τα…” είπε κοιτώντας τον πατέρα της να παίζει με τα βυζιά της. “Καύλα είσαι κοριτσάκι μου… Καύλα…” απάντησε ο πατέρας της, σε μια κατάσταση ερωτικής μέθης και μισομπουκωμένος με τη δεξιά ρώγα της κόρης του. Αποφάσισε να σταματήσει την ενασχόλησή του με τα βυζιά της κόρης του και τα χέρια του την έπιασαν σφιχτά από τη μέση της.

Ήθελε τώρα να χορέψει η Ειρήνη στον δικό του ρυθμό και ξεκίνησε να την ανεβοκατεβάζει στην πούτσα του πιο γρήγορα. Η Ειρήνη είχε ήδη αρχίσει να λαχανιάζει και να βογκάει κάθε φορά που η πούτσα του έμπαινε όλη μέσα στο μουνί της.

“Σου αρέσει κοριτσάκι μου;” τη ρώτησε.

“Πολύ…” απάντησε αυτή και ενώ πάλευε να αναπνεύσει.

“Σου αρέσει η πούτσα του μπαμπά;” την ξαναρώτησε.

“Ναι μπαμπά… Μου αρέσει…” απάντησε αυτή.

“Σου αρέσει που σε γαμάει ο μπαμπάς;” ήταν η επόμενη ερώτησή του.

“Μου αρέσει που με γαμάς μπαμπά μου”, είπε αυτή και ένιωθε τον εαυτό της να απελευθερώνεται και από την τελευταία αναστολή που είχε μέσα της.

“Γαμήσου πάνω στην πούτσα του μπαμπά…” της είπε και άρχισε να την ανεβοκατεβάζει ακόμα πιο γρήγορα πάνω στην πούτσα του.

“Γάμα με μπαμπά! Γάμα με! Έτσι! Γάμα με!” είπε αναπνέοντας πιο γρήγορα τώρα.

“Τι ωραίο μουνάκι που έχει η κόρη μου…” είπε ο Νίκος και συνέχισε να δίνει τον ρυθμό.

Για λίγο το μόνο που ακούγονταν ήταν η προσπάθειά τους να αναπνεύσουν και ο ήχος που έκαναν τα αρχίδια του πατέρα της, όταν χτυπούσαν στον κώλο της, κάθε φορά που κάθονταν κάτω.

“Με σκίζεις μπαμπά! Με σκίζεις!” είπε δυνατά η Ειρήνη.

“Σκίσιμο θέλει το μουνάκι σου… Σκίσιμο…” απάντησε ο Νίκος.

“Σκίσε το! Δικό σου! Γάμα το!” είπε η Ειρήνη που ένιωθε πως από στιγμή σε στιγμή θα έχυνε πάνω στην πούτσα του πατέρα της. Πλέον ήταν εμφανώς λαχανιασμένη και έβγαζε επιφωνήματα ηδονής.

Ο πατέρας της χούφτωσε σφιχτά τον κώλο της και αύξησε ακόμα περισσότερο τον ρυθμό. Η Ειρήνη είχε βάλει τα χέρια της στους δυο ώμους του για να έχει ισορροπία και χοροπηδούσε σαν τρελή πάνω του. Ένα δυνατό επιφώνημα βγήκε από το στόμα της και είπε χωρίς αναπνοή μέσα σε μια γλυκιά ζάλη “Χύνω μπαμπά! Χύνω! Χύνω η πουτάνα!”.

“Χύσε! Χύσε την πούτσα του μπαμπά σου! Χύσε!” είπε ο πατέρας της, καρφώνοντας την κόρη του πάνω στην πούτσα του και κρατώντας την σφιχτά πάνω της. Ένιωσε τα υγρά της να λούζουν τον πούτσο και να τρέχουν στα αρχίδια του και από εκεί πάνω στον καναπέ.

Η Ειρήνη φύσηξε και ξεφύσησε δυνατά. Άνοιξε τα μάτια της, έδωσε ένα φιλί στον πατέρα της και του είπε: “Θέλω κι άλλο….”.

Ο πατέρας της δεν έχασε ευκαιρία και άρχισε να της δίνει σιγά-σιγά τον ρυθμό. Σε λίγο η Ειρήνη χόρευε πάλι πάνω του και φώναζε: “Έτσι γάμα με! Γάμα την πουτάνα την κόρη σου! Γάμα την!”

Ο πατέρας της την έσφιξε στην αγκαλιά του. Το κεφάλι της πήγε στον αριστερό του ώμο και ο κώλος της τούρλωσε προς τα πίσω, χωρίς όμως να σταματήσει η ίδια να ανεβοκατεβαίνει πάνω στην πούτσα. Ο Νίκος χάιδεψε με το δεξί του χέρι την κωλοχαράδρα της και η Ειρήνη έδειξε να το απολαμβάνει φυσώντας και ξεφυσώντας. Το μεσαίο δάχτυλό του άρχισε να σκαλίζει τη πίσω τρυπούλα της. Σήκωσε το κεφάλι της από τον ώμο του πατέρα της και κοίτα προς τα πίσω αναστενάζοντας.

“Σου αρέσει πουτανάκι μου;” τη ρώτησε ο πατέρα της, συνεχίζοντας να χαϊδεύει την κωλοτρυπίδα της με το μεσαίο δάχτυλο.

“Ναι… Μου αρέσει πολύ μπαμπά…” απάντησε αυτή, συνεχίζοντας να αναπνέει βαριά εν μέσω επιφωνημάτων.

“Τον έχει πάρει ποτέ από τον κώλο;” τη ρώτησε.

“Όχι μπαμπά…” απάντησε αυτή και έχασε την αναπνοή της, καθώς το μεσαίο δάχτυλο του πατέρα της είχε αρχίσει να μπαίνει στον κώλο της.

“Μπαμπά…” πρόφτασε να ψελλίσει, όταν σχεδόν το μισό δάχτυλο είχε μπει στον κώλο της.

“Έτσι… Πούτσα στο μουνί και δάχτυλο στον κώλο…” είπε ο πατέρας της εκστασιασμένος.

“Ο κώλος μου μπαμπά…” ψέλλισε η Ειρήνη και άρχισε να ανεβοκατεβαίνει και πάλι στην πούτσα του πατέρα της.

Με τις τρύπες της παραβιασμένες, η μια από την πούτσα του και η άλλη από το δάχτυλό του, η Ειρήνη ένιωθε την καύλα της να αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Ποθούσε σαν τρελή εκείνη τη στιγμή τον πατέρα της και τον ήθελε συνέχεια μέσα της. Παντού. Σε κάθε τρύπα. Κόλλησε το στόμα της λίγο πάνω από το αριστερό του στήθος και λαχανιασμένη συνέχισε να χοροπηδάει πάνω στην πούτσα του. “Γάμα με! Μη σταματάς! Πιο δυνατά! Έτσι μπαμπά! Έτσι..” του είπε.

“Δεν αντέχω άλλο… Θέλω να γαμήσω αυτή την κωλάρα…” είπε ο πατέρας της.

“Θέλεις να σου γαμήσει ο μπαμπάς το κωλαράκι” της είπε και περίμενε με ανυπομονησία την απάντησή της. Άλλωστε ήταν αυτό το κωλαράκι που τον καύλωνε τρελά.

“Ναι μπαμπά…” απάντησε αυτή και του έδωσε το έναυσμα για να κάνει το απόλυτο όνειρό του πραγματικότητα. Να γαμήσει το πανέμορφο κωλαράκι της κόρης του.

Η Ειρήνη σταμάτησε να χοροπηδάει πάνω του, σηκώθηκε από την πούτσα του έκατσε δίπλα του με τα γόνατα πάνω στον καναπέ λαχανιασμένη. Ο Νίκος σηκώθηκε και αυτός, της έδωσε ένα γλωσσόφιλο και πήγε να πάρει θέση πίσω της.

Η Ειρήνη είδε την πούτσα του πατέρα της να είναι σε πλήρη στύση και είπε κλαψουρίζοντας: “Μπαμπά μου είναι μεγάλη. Θα πονέσω…” δείχνοντας πως μετάνιωσε για τη θετική απάντηση που είχε δώσει λίγο πριν.

Ο Νίκος της έδωσε ένα ακόμα καυτό φιλί στο στόμα, το οποίο φάνηκε να παρηγορεί την κόρη του και όπως ήταν στα γόνατα της έσπρωξε ελαφρά μπροστά. Αυτή έβαλε τα χέρια της στο πάνω μέρος της πλάτης του καναπέ και τούρλωσε το κωλαράκι της. Ο πατέρας της έκατσε στα γόνατα, έπιασε τα δυο κωλομέρια της κόρης του και έτρεξε τη γλώσσα του από την κλειτορίδα της έως την κωλοτρυπίδα της.

Επανέλαβε την κίνηση αυτή αρκετές φορές. Δεν πίστευε πως η κόρη του δεν είχε ίχνος τρίχας στις τρύπες της, λες και ήταν επαγγελματίας πορνοστάρ. Στη συνέχεια επικεντρώθηκε στο ήδη σκισμένο μουνάκι της, το οποίο παρήγαγε πολλά υγρά. Τα υγρά αυτά τα μετέφερε με τη γλώσσα του στην κωλοτρυπίδα της και σε συνδυασμό με το σάλιο του, προσπαθούσε να τη λιπάνει, όσο καλύτερα μπορούσε.

“Γλείψε με μπαμπά! Γλείψε το μουνάκι μου!” φώναζε η Ειρήνη λαχανιασμένη, ενώ όταν η γλώσσα του πατέρα της έφτανε στην παρθένα κωλοτρυπίδα της, αναφωνητά έβγαιναν από το στόμα της. Ο πατέρας της έγλειψε καλά με τη γλώσσα του την κωλοτρυπίδα της. Τα υγρά της Ειρήνης και τα σάλια του πατέρα της είχαν άρχισε να τρέχουν στο εσωτερικό των μπουτιών της.

Όταν διαπίστωσε πως είχε λιπανθεί καλά η κωλοτρυπίδα της, σηκώθηκε, μάζεψε με την πούτσα του όσο περισσότερα μπορούσε από το μουνί της κάνοντας πινέλο στα μουνόχειλά της και έφτυσε την πούτσα του. Άπλωσε τα υγρά και το σάλιο του κυρίως στο πουτσοκέφαλο και το έφερε κοντά στην κωλοτρυπίδα της Ειρήνης, που τον περίμενε πλέον ανυπόμονα.

Η Ειρήνη ένιωσε έναν οξύ πόνο και τον κώλο της να ανοίγει στα δυο, όταν η πούτσα του πατέρας της άρχισε να μπαίνει μέσα. Το μασάζ με τη γλώσσα που είχε κάνει λίγο πριν ο πατέρας της στον κώλο της, την είχε χαλαρώσει αρκετά και το πουτσοκέφαλο του πατέρα της δεν δυσκολεύτηκε να μπει μέσα. Φώναξε δυνατά από τον πόνο και ο πατέρας της έμεινε ακίνητος, μέχρι να συνηθίσει η κόρη του την πούτσα. Σιγά – σιγά άρχισε να σπρώχνει.

Η Ειρήνη ένιωθε να σκίζεται στα δυο. Μια παράξενη αίσθηση. Ο βασανιστικός πόνος που ένιωσε μόλις όλη η πούτσα του πατέρα της χώθηκε στον κώλο της, ανάμεσα σε αναστεναγμούς και βογκητά, έδωσε τη θέση της σε μια νέα αίσθηση. Ένιωθε γεμάτη. Πιο γεμάτη από ποτέ.

Με τα μάτια της μισόκλειστα και ζαλισμένη από αυτή την αίσθηση του γλυκού πόνου και της ευχαρίστησης, η Ειρήνη γύρισε και κοίτα με το καυλιάρικο βλέμμα της τον πατέρα της, ο οποίος είχε καρφωμένο το βλέμμα του στον κώλο της. Μόλις της είχε ανοίξει για πρώτη φορά τον κώλο.

Λαχανιασμένη του είπε: “Μπαμπά μου… Ο κώλος μου… Πονάει…”.

Ο Νίκος άρχισε να βγάζει σιγά-σιγά την πούτσα του και να τη χώνει πάλι μέσα. Αργά στην αρχή, όμως όσο περνούσε η ώρα και η Ειρήνη συνήθιζε την πούτσα του στον κώλο της, αύξανε τον ρυθμό. Η κόρη του είχε αρχίσει να αναστενάζει λαχανιασμένη και έδειχνε να το ευχαριστιέται.

“Μπαμπά… μου αρέσει στον κώλο! Μου αρέσει πολύ…” του είπε με ένα λυγμό και συνέχισε να βαριανασαίνει λαχανιασμένα. Κάθε φορά που η πούτσα του πατέρα της καρφώνονταν ολόκληρη μέσα της, η Ειρήνη έβγαζε επιφωνήματα. Με την καύλα της να έχει εκτοξευτεί στα ύψη, τούρλωσε καλύτερα τον κώλο της για να τη γαμήσει πιο καλά ο πατέρας της και γύρισε το κεφάλι και τον κοίταζε γλείφοντας τα χείλη της με τη γλώσσα της.

“Σου αρέσει πουτανάκι; Σου αρέσει που σε ξεκωλιάζει ο μπαμπάς” τη ρώτησε λαχανιασμένος.

“Σκίσε με μπαμπά… σκίσε μου τον κώλο…. μου αρέσει…”, είπε αυτή μην μπορώντας ακόμα να ανασαίνει.

“Πόσες καύλες είχα για αυτό τον κώλο…” αναφώνησε ο πατέρας της και συνέχισε να καρφώνει την πούτσα του μέσα στα σωθικά της.

“Είχα όνειρο να στον γαμήσω πουτανάκι…” συμπλήρωσε και άκουσε την κόρη του να ξεφυσάει και να βογκάει.

“Κωλάρα… σε γαμάω… κωλάρα…” πρόσθεσε ο Νίκος, τρελαμένος από την καύλα.

Τα πόδια της Ειρήνης άρχισαν να τρέμουν. Ένιωσε το μουνί της να καίγεται και ήθελε να χύσει περισσότερο από ποτέ. Με την πούτσα του πατέρα της να της έχει ανοίξει τον κώλο διάπλατα και να μη σταματάει, σήκωσε το δεξί χέρι της από την πλάτη του καναπέ και το πέρασε κάτω από την κοιλιά της, έτσι όπως ήταν στημένη, φέρνοντας το στο μουνί της.

Άρχισε να μαλακίζεται για να χύσει. Τέντωσε λίγο το χέρι της, σκύβοντας λίγο και το έφερε κάτω από τον κώλο της. Ένιωσε τα αρχίδια του πατέρα της να χτυπούν πάνω στο χέρι της, ενώ τα ακροδάχτυλα ακούμπησαν την πούτσα του, η οποία συνέχιζε να εισβάλει μέσα της.

Σταμάτησε να τρίβει το μουνί της, γύρισε το κεφάλι της προς τον πατέρα της και τη είπε με την καύλα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της: “Θέλω να δω μπαμπά… Θέλω να δω πως μου σκίζεις τον κώλο…”. Ο πατέρας της έβγαλε ένα μουγκρητό και σταμάτησε να την καρφώνει από πίσω. Τρεμάμενη από την καύλα η Ειρήνη σηκώθηκε από τον καναπέ.

Ο πατέρας της, της έδωσε ένα ακόμα γλωσσόφιλο, ξάπλωσε πλάγια στον καναπέ και της είπε να ξαπλώσει κι αυτή πλαγιά, με την πλάτη προς το μέρος του. Της έπιασε το δεξί πόδι που ήταν από πάνω, το σήκωσε ψηλά και της είπε να το κρατήσεις εκεί. Στη συνέχεια έπιασε με το δεξί χέρι την πούτσα του και την έφερε στην ήδη ανοιχτή κωλοτρυπίδα της κόρης του. Με ένα σπρώξιμο μπήκε και πάλι μέσα της.

“Στην κωλάρα σου… μέσα… πάλι μέσα…” είπε και της χάϊδεψε το δεξί βυζί με το δεξί του χέρι.

“Ναι… έτσι… σκίσε με… ξεκώλιασε με… μου αρέσει…” απάντησε η Ειρήνη.

“Κοίτα… κοίτα πως σε γαμάει ο μπαμπάς πουτάνα…” της είπε, προτρέποντας την να κοιτάξει προς τα κάτω.

Η κόρη του έστρεψε λαχανιασμένη το βλέμμα της προς τα κάτω και είδε την πούτσα του να μπαινοβγαίνει στον κώλο της. Βόγκηξε από την καύλα και το δεξί της χέρι κατέβηκε στο μουνί της, διακόπτοντας το χούφτωμα των βυζιών της από τον πατέρα της.

“Τι γαμήσι είναι αυτό;… τι γαμήσι… γουστάρω…” ψέλλισε η Ειρήνη λες και παραμιλούσε.

“Γουστάρεις πουτανάκι που σε ξεκωλιάζει ο μπαμπάς;” τη ρώτησε ο πατέρας της.

“Πολύ μπαμπά…” απάντησε αυτή.

“Και στον μπαμπά αρέσει πουτανάκι μου” πρόσθεσε ο Νίκος.

“Θέλω να με γαμάς συνέχεια…” του είπε και πρόσθεσε.

“Είσαι ο καλύτερος γαμιάς μου μπαμπά… ο καλύτερος….” είπε με ένα λυγμό.

“Ωχ κοριτσάκι μου… δε φαντάζεσαι πόσο καυλώνει ο μπαμπάς με εσένα” της είπε.

“Σου αρέσει η κόρη σου; Σου αρέσω μπαμπά;” τον ρώτησε ναζιάρικα ανάμεσα σε δυνατούς αναστεναγμούς η Ειρήνη.

“Πολύ καυλιάρα μου… πολύ…” απάντησε και άρχισε να νιώθει τα αρχίδια του να έχουν πάρει φωτιά.

Τόση ώρα η Ειρήνη συνέχιζε να τρίβει το σκισμένο μουνί της και τώρα ήταν έτοιμη να χύσει. Μέσα σε μια ζάλη άρχισε να βγάζει αναφωνητά, καθώς τα δάχτυλα της έπαιζαν το μουνάκι της. Ο πατέρας της την κρατούσε από τη μέση με το δεξί χέρι και της έσκιζε τον κώλο λες και ήταν μουνί. Άπλωσε το χέρι του, παραμερίζοντας αυτό της κόρης του και άρχισε να τη μαλακίζει και παράλληλα να την καρφώνει ανελέητα από πίσω.

“Χύσε πουτανάκι… χύσε με την πούτσα του μπαμπά στον κώλο σου…” της είπε με προστακτική φωνή.

Ένα παρατεταμένο και δυνατό “Α…” βρήκε διέξοδο στο στόμα της Ειρήνης, έχοντας ξεκινήσει την πορεία του μέσα από τα σπλάχνα της. Έχυνε και έτρεμε ολόκληρη, σαν ψάρι έξω από το νερό. Σπαρτάριζε με την πούτσα του πατέρα της στον κώλο της και το χέρι να χαϊδεύει και να δαχτυλώνει το μουνί της. Ένιωσε να βυθίζεται, η αναπνοή της κόπηκε και ένιωσε πως το άδειασε όλους τους ερωτικούς χυμούς που βρίσκονταν μέσα της για μια ζωή. Για μια στιγμή ο κόσμος έσβησε. Ήταν λες και η καρδιά της σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα. Λες και πέθανε και αναστήθηκε.

Ήταν ο απόλυτος οργασμός; Κατάφερε να ζήσει κάτι που πολλές γυναίκες δεν έχουν ζήσει ποτέ στη ζωή τους; Δεν είχε απαντήσεις σε όλα αυτά και δεν την ένοιαζε εκείνη τη στιγμή. Απλά το απολάμβανε όσο περισσότερο μπορούσε, γιατί ήξερε πως ίσως δε θα είχε ποτέ ξανά την ευκαιρία να το βιώσει.

Όταν άνοιξε τα μάτια της, δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει. Πάσχισε να πάρει την πρώτη της ανάσα και μετά ήταν τόσο λαχανιασμένη, που δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Άκουσε τον πατέρα της να μουγκρίζει πίσω της και να της λέει: “Δεν αντέχει άλλο ο μπαμπάς… θέλει να χύσει…”.

“Στο στόμα…” του είπε, λες και η ψυχή της είχε εγκαταλείψει το σώμα της.

“Που θέλει το κοριτσάκι μου να το χύσει ο μπαμπάς;” τη ρώτησε πάλι ο Νίκος, περισσότερο γιατί ήθελε να το ακούσει πάλι.

“Στο στόμα… θέλω να τα πιω” του απάντησε, καθώς σιγά-σιγά άρχισε να επιστρέφει στην πραγματικότητα.

“Σήκω…” την πρόσταξε ο πατέρας της και η Ειρήνη προσπάθησε να βρει δύναμη να σηκώσει το κορμάκι της από τον καναπέ. Με τα πόδια της να μη την κρατάνε ακόμα, απλά έκατσε με τον κώλο στον καναπέ και περίμενε από τον πατέρα της, να πάρει θέση μπροστά της.

Μόλις είδε την πούτσα του να εμφανίζεται μπροστά στο πρόσωπο της, έβγαλε ένα αναστεναγμό, έλειψε τα χείλη της και άνοιξε το στόμα της. Το βλέμμα της σηκώθηκε προς τα πάνω και συναντήθηκε με αυτό του πατέρα της.

Ο Νίκος έπαιζε την πούτσα του μπροστά στο πρόσωπο της κόρης του και ένιωθε τα χύσια του να έχουν ξεκινήσει την πορεία τους από τα αρχίδια του.

“Χύσε με μπαμπά…” είπε η Ειρήνη και συνέχιζε να έχει το βλέμμα καρφωμένο στα μάτια του πατέρα της.

Αυτό ήταν σα διαταγή για τον Νίκο. Με ένα μορφασμό στο πρόσωπο και μια δυνατή κραυγή ήταν έτοιμος να χύσει. Την ίδια στιγμή, από το διπλανό χωριό ακούγονταν η καμπάνα και τα βεγγαλικά που πετούσαν οι χωριανοί για την Ανάσταση.

“Χύνω… χύνω καυλιάρα… σε χύνω…” φώναξε και η πρώτη ριπή μοιράστηκε στο στόμα και στο αριστερό μάγουλο της Ειρήνης. Αυτή άρπαξε αμέσως με το στόμα της το πουτσοκέφαλο, σε μια προσπάθεια να μην ξεφύγει ούτε σταγόνα από τις επόμενες ριπές.

Συνολικά άλλες τρεις ριπές εκτοξεύτηκαν στο στόμα και στο λαρύγγι της Ειρήνης. Η οποία κατάπινε ασταμάτητα και λαίμαργα. Δεν πίστευε πόση ποσότητα της χάρισε ο πατέρας της. Θα γέμιζε μισό ποτήρι. Και τα ήπιε όλα. Ούτε σταγόνα δεν άφησε.

Ο Νίκος με τα γόνατα κομμένα από το άδειασμα των αρχιδιών, κόντεψε να σωριαστεί πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Η Ειρήνη τον συγκράτησε και τον έστρεψε προς τον καναπέ, όπου έπεσε μονοκόμματος, προσπαθώντας να συνέλθει. Ήταν καλύτερο και από τα πιο τρελά του όνειρα. Δε θυμάται να έχει χύσει ποτέ στη ζωή τόσο έντονα και τόσο πολύ. Όσο για την κόρη, έκανε καλύτερο κρεβάτι από τις μεγαλύτερες προσδοκίες του.

Γύρισε και την κοίταξε, όπως κάθονταν δίπλα του αναψοκοκκινισμένη και λαχανιασμένη. Η Ειρήνη του έσκασε ένα μικρό πονηρό χαμόγελο και με τον δείκτη του δεξιού χεριού μάζεψε από το μάγουλο της, ότι δεν είχε μπει στο στόμα της από την πρώτη ριπή χυσίματος του πατέρα της. Έβγαλε τη γλώσσα της κοιτώντας τον πατέρα της και το έγλειψε. Αυτός την κοιτούσε μαγεμένος. Έβγαλε τον αέρα που είχε στα πνευμόνια και τους είπε…

“Χρόνια πολλά μπαμπάκα! Χριστός Ανέστη!”

“Χρόνια πολλά κοριτσάκι μου”, απάντησε και την έσφιξε στην αγκαλιά του στοργικά.




Copyright protected OW ref: 176255