Η περιπέτεια ξεκινά (3ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Lilipop
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
στις 15-01-2020

Προηγούμενο μέρος: Η περιπέτεια ξεκινά (2ο μέρος)

Το τζάκι είχε μισό σβήσει. Πετάξαμε 2 ξερά ξύλα και καθίσαμε και οι 2 κοντά. Άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα η μάνα μου.

- Κακώς δεν ήρθατε. Τον έκανε ο Θύμιος τούρμπο πάλι.

- Άσε μας ρε μαμά. Κάθε Κυριακή πρέπει να τρέχουμε από εδώ και από εκεί. Έχουνε να κάτσουμε Κυριακή σπίτι μας όλοι μαζί 2 χρόνια.

- Έλενα πρόσεξε τι λες και μη μιλήσεις απότομα τώρα. Ελάτε να φάτε, σας έφερα πίτα και λίγο κρέας που έμεινε.

Ο Αντρέας σηκώθηκε να φάει αλλά εγώ δεν είχα όρεξη. Μου έφυγε. Άκουσα το μηχανάκι του πατέρα μου. Χειμώνα καλοκαίρι κυκλοφορεί με το μηχανάκι.

Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα με νεύρα.

- Γιατί δεν ήρθατε;

- Χαιρέτησε μας πρώτα. Έχεις να μας δεις από χθες. Αυτό σε πείραξε;

Δεν κρατήθηκα. Με εκνεύρισε πολύ που μπήκε έτοιμος να τσακωθούμε.

- Εσύ γιατί δεν ήρθες ρε τσόγλανε; Τρως τώρα σα να μη συμβαίνει τίποτα;

- Ναι τώρα σε πείραξε ο Αντρέας που τρώει. Λογικά σε λίγο θα σε πειράξει η μάνα μου, ο καναπές, η πόρτα που θα την κοπανήσεις.

- Έλενα! Μην μου μιλάς έτσι γιατί θα με δεις αλλιώς.

- Ναι ενώ τώρα είσαι παράδειγμα συμπεριφοράς.

Σηκώθηκα και έφυγα. Δεν ήθελα άλλη διαμάχη. Είχα ξενερώσει πολύ. Είχα λάβει και ένα μήνυμα από ένα παιδί που παιζόμασταν που μου έλεγε πως είναι μπερδεμένος. Έβγαλα τη φόρμα μου και έμεινα με ένα λευκό βρακάκι. Πήγα και ξάπλωσα κάτω από ένα πολύ χοντρό πουπουλένιο πάπλωμα.

Καθόμουν και χάζευα στο κινητό βιντεάκια με αστείες σκηνές να μου φτιάξει η διάθεση. Και ξαφνικά ακούω από 'κει ένα χαμό.

- Άντε ρε μαλακισμένο που θα μου αντιμιλήσεις κι εσύ.

- Α… σταμάτα, σταμάτα...

- Τράβα στο δωμάτιο σου και δεν θα βγεις μέχρι να σου πω.

Κάτι σαν πιάτο να σπάει...

Άκουσα τρεχάματα και ο Αντρέας άνοιξε την πόρτα, την έκλεισε και την κλείδωσε. Έκατσε κάτω και έτρεμε. Σηκώθηκα και πήγα κι έκατσα δίπλα του.

- Τι έγινε;… έλα να κάτσουμε στο κρεβάτι.

- Εντάξει. Πάμε.

Καθίσαμε στο δικό μου και άρχισε να μου λέει πως κάτι είπε και του αντιμίλησε και του έριξε το πιάτο κάτω. Ήταν ταραγμένος. Μου είπε ότι του έριξε και μια σφαλιάρα αλλά όχι με δύναμη. Στο κεφάλι.

- Πρόλαβες να φας τίποτα;

- Ναι είχα τελειώσει. Εσύ δεν πείνας;

- Λίγο πεινάω. Θα πάω να πάρω κάτι σε λίγο.

- Ελένη είσαι πολύ όμορφη. Ευχαριστώ για πριν.

- Και εσύ είσαι όμορφος. Όποια θες θα έχεις.

- Ναι αλλά καμιά δε μου κάθεται.

- Μίλα όμορφα για τα κορίτσια. Μην εκφράζεσαι έτσι.

- Συγγνώμη. Καμιά δε θέλει να κάνουμε κάτι.

- Μην αγχώνεσαι. Όλα θα γίνουν.

Τον είδα που χάζευε τα μπούτια μου και προσπαθούσε να δει το βρακάκι μου στο επίμαχο σημείο. Επίτηδες έκατσα σταυροπόδι.

Μου άρεσε πολύ να με κοιτάνε. Να καυλώνω τον οποιοδήποτε. Όπως καθόμουν σταυροπόδι το βρακάκι ίσα-ίσα που έκρυβε το μουνάκι μου.

- Κοίτα δεν έχω πρόβλημα Αντρέα…

- Όχι, όχι εντάξει. Συγγνώμη.

- Κοίτα βρε. Μην αγχώνεσαι. Αφού στο λέω εγώ.

- Είναι που δεν έχω ξανά δει από κοντά...

Είχε αλλάξει ο τρόπος που μιλούσε. Πλέον δε μπορούσε να κρύψει το φούσκωμα στο παντελόνι του. Είχα αρχίσει να καυλώνω και εγώ η ίδια. Ένιωθα κάποιες συσπάσεις εκεί κάτω. Είπα να το τελειώσω εκεί.

- Αντρέα θες να κοιμηθούμε;… είναι αργά.

- Εντάξει. Να μείνω εδώ; (Με έπιασε απροετοίμαστη).

- Εμ… ναι. Εντάξει... ας ξαπλώσουμε.

Έβγαλε και αυτός τη φόρμα του και μπήκαμε από κάτω. Έσβησε το πορτατίφ δίπλα από το κρεβάτι. Είχα νυστάξει πολύ. Ένιωθα να βαραίνουν τα μάτια μου. Άκουγα τον Αντρέα κάθε τόσο να βαριανασαίνει. Με πήρε ο ύπνος.

Ξαφνικά νιώθω κάτι να με ενοχλεί και 2 χέρια να με χαϊδεύουν. Μια πίεση στον ποπό μου και πετάγομαι στον αέρα. Ανάβω το φως.

- Τι κάνεις ρε Αντρέα;

- Τι, τι… συγγνώμη, νόμιζα… συγνώμη.

- Μαλακισμένο είσαι;… τι κάνεις; (προσπαθούσα να μιλώ ψιθυριστά).

- Συγγνώμη αλήθεια. Άρχισες να κουνιέσαι πάνω μου και νόμιζα.

- Πας καλά ρε;… και τι;

- Κοίτα!

Κατεβάζει το βρακί του και το πουλί του ήταν εντελώς πρησμένο.

- Πονάω πολύ εδώ από κάτω. Δεν το έκανα επίτηδες. Ένιωσα την ανάγκη.

- Που πονάς εδώ; (Τον ακούμπησα στα μπαλάκια του)

- Α… ναι, ναι, εκεί.

Είχαν φουσκώσει τόσο από την καύλα που ήταν σα να θέλουν να εκραγούν. Μάλλον ήταν καυλωμένος όλη νύχτα και για αυτό. Κοίταξα το ρολόι και η ώρα όταν 4:30. Τον έκανα να κάτσει πίσω κάπως ξαπλωμένος και του έπιασα το πουλί. Όταν πολύ χοντρό σε καλό μέγεθος. Του το έπαιξα λίγο αλλά πόνεσε.

Του μίλησα ψιθυριστά.

- Αντρέα πρέπει να κάνεις ησυχία. Δεν πρέπει να μας ακούσουν.

- Εντάξει. Αλλά νιώθω ένα πόνο στην κοιλιά χαμηλά.

- Ναι είναι επειδή έχεις μείνει ώρα έτσι. Καλύτερα να τον έπαιζες.

- Φοβήθηκα ότι θα σε ξυπνήσω.

- Και μετά το έκανες χειρότερο και με ξύπνησες.

- Συγγνώμη.

- Αντρέα θα είναι η τελευταία φορά αυτή. Δεν θα ξαναμιλήσουμε για αυτό. Είσαι όμορφο παιδί και πρέπει να βρεις γκόμενα. Εντάξει;

- Εντάξει. Το υπόσχομαι.

- Κλείσε το φως.

Έκλεισε το φως και έμεινε έτσι. Δεν ήθελα να με βλέπει και να έχει σαν εικόνα εμένα. Έπιασα τα μαλλιά μου και του ζήτησα να βάλει τα χέρια του πίσω από το κεφάλι του χωρίς να με ακουμπήσει καθόλου. Με το χέρι μου έπιασα το πουλί του το οποίο είχε στάξει πάρα πολύ από αυτό το διάφανο υγρό και ήταν μισό πεσμένο.

- Πονάς;

- Ναι με πονάει πολύ.

Αμέσως με το που το ακούμπησα έγινε πάλι σκληρό. Όχι πάρα πολύ όμως. Έβαλα τη γλώσσα μου στο κεφαλάκι του και μάζεψα τα υγρά. Ήταν πολύ γλυκά. Ήξερα ότι πρέπει να τον πονέσω όσο λιγότερο μπορώ. Δεν τον ξανά ακούμπησα με το χέρι μου. Το πήρα όλο στο στόμα μα μου και έμεινα εκεί. Δε μιλούσε, μόνο έβγαζε κάποιους αναστεναγμούς ευχαρίστησης. Κάθε φορά που κουνιόμουν έδειχνε να πονάει. Έκανα πολύ μαλακές κινήσεις και πιο πολύ με τη γλώσσα παρά με το να ανεβοκατεβάζω το κεφάλι μου. Συνέχεια έβγαζε ένα γλυκό υγρό που το γευόμουν κάθε τόσο. Άρχισα να κουνιέμαι πιο πολύ με ρυθμό και έδειχνε να έχει συνηθίσει τον πόνο.

Το έβγαλα από το στόμα μου και πήγα να του πω κάτι.

- Αντρέα όταν τελειώσ...

- Σε παρακαλώ μη σταματάς, συνέχισε…

Με ακούμπησε στον ώμο. Αμέσως μετά το ξανά πήρα στο στόμα μου. Ήθελα να του πω να με ειδοποιήσει πριν τελειώσει αλλά δεν το έκανα. Κατάλαβα ότι το είχε πολύ ανάγκη αλλά και ότι του άρεσε. Είχα αρχίσει να καυλώνω και εγώ πολύ. Αφού δε με έβλεπε πως ήμουν, είχα βάλει το ένα το χέρι μου και έπαιζα το μουνάκι μου. Με το άλλο μισό ξαπλωμένη και μπουκωμένη με το πουλί του αδελφού μου, πότε έπιανα τα μπαλάκια του και πότε κρατούσα ισορροπία. Ήμουν τόσο καυλωμένη που ήθελα να χύσω. Έβαλα το ένα μου χέρι στο μουνάκι μου και το δαχτύλωνα. Δε με έβλεπε και αυτό ήταν καλό γιατί μπορούσα να κάνω ότι θέλω δίχως να ντρέπομαι ότι θα με δει. Έχωνα τα δαχτυλάκια μου όχι πολύ βαθιά γιατί φοβόμουν. Άρχισα να χύνω μέσα σε 2 λεπτά. Η σκέψη ότι έχω ένα πούτσο στο στόμα μου και δυο δάχτυλα μέσα μου με είχε ξετρελάνει.

Άρχισα να κάνω απότομες κινήσεις με το κεφάλι μου και άφησα το μουνάκι μου που μόλις είχε τελειώσει. Κατάλαβα ότι τον πονούσα αλλά μου άρεσε. Σταμάτησα να πιάνω το μουνάκι μου και ανασηκώθηκα. Άρχισα να γλείφω το καυλί του. Ξαφνικά κάνει κάποιες συσπάσεις και πλημμυρίζει το στόμα μου με όλα του τα υγρά. Κόντεψα να πνίγω. Μου ήρθε να κάνω εμετό αλλά κρατήθηκα. Συνέχισα να ρουφώ το κεφάλι του και να το παίζω. Αυτός τραβήχτηκε αλλά δεν τον άφησα. Ρουφούσα κάθε σταγόνα από το πουλί του μέχρι που έγινε μικροσκοπικό μέσα στο στόμα μου. Σηκώθηκε και έφυγε κατευθείαν. Σκουπίστηκα και ξάπλωσα. Είχα τη γεύση του. Πρώτη φορά κατάπια σπέρμα. Η ιδέα με είχε καυλώσει. Άθελα να ξαναπαίξω το μουνάκι μου άλλα από την άλλη σκεφτόμουν ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Γύρισε αφού πλύθηκε.

- Ευχαριστώ πολύ. Είσαι η καλύτερη αδερφή. Και συγγνώμη για όλα.

- Σταμάτα να ζητάς συγγνώμη. Πως είσαι;

- Πονάω αλλά όχι τόσο πολύ όσο πριν. Είναι πολύ καλύτερα.

- Έλα να κοιμηθούμε. Σε λίγο θα πρέπει να ξυπνήσουμε για το σχολείο.

- Εντάξει...

Ξάπλωσε στο πάνω κρεβάτι και εγώ στο δικό μου. Σκέφτηκα ότι τον αγαπάω πολύ. Θυμάμαι που τον τάιζα όταν ήταν μικρός. Ήμουν μικρή και η μαμά μας έβαζε μέσα σε μια μπανιέρα και πάντα είχα την απορία για το πουλάκι του. Δε μπορούσα να τον αφήσω έτσι απόψε. Επίσης εγώ έφταιγα για όλα. Ταυτόχρονα μου άρεσε όμως. Σκέφτηκα οτι καμιά άλλη δεν τα κάνει αυτά με τον αδερφό της. Από τν άλλη πάλι περνούσα καλά και αν δεν το έλεγε πουθενά, δε θα γινόταν τίποτα κακό. Βέβαια την είχα πάρει την απόφαση μου για τη συνέχεια. Ήθελα να είμαι πολύ προσεκτική. Με πήρε ο ύπνος χαμένη μέσα στις σκέψεις. Δεν πρόλαβα να δω κανένα όνειρο και ας βλέπω πάντα. Μπορεί από την κούραση να είδα και να μην τα θυμάμαι.

Χτύπησε το ξυπνητήρι και σηκώθηκα πολύ κουρασμένη και πεινασμένη. Ο μικρός δεν είχε πάρει χαμπάρι.

- Αντρέα ξύπνα!

- Δε θέλω να πάω σχολείο.

- Έλα, έλα σήκω, θα φωνάζει η μαμά.

Σηκώθηκε και μου είπε πως πονάει ακόμα. Του είπα να κατεβάσει τη φόρμα και να δω πως είναι. Ήταν πάλι καυλωμένος και πρησμένος στα μπαλάκια.

- Έλενα; μπορείς να το κάνεις άλλη μια φορά;… και σου υπόσχομαι ότι δε θα σου ξαναζητήσω τίποτα πάλι. Στο λόγο μου.

- Εντάξει λοιπόν. Προσπάθησε να το ευχαριστηθείς.

Κοιτάζω αν είναι κλειδωμένη η πόρτα και τον κοιτάω. Καθόταν στο κρεβάτι του. Βγάζω τη μπλούζα μου και μένω με τα βυζιά μου έξω. Του τρέξανε τα σάλια. Κρύωνα αλλά δε με ενδιέφερε. Ανεβαίνω δυο σκαλάκια στην ξύλινη σκάλα για να μπορώ να φτάνω. Του πιάνω το πουλί και το χώνω στο στόμα μου. Αρχίζω να τον γλείφω και να του τον παίζω.

Μέσα μου ήξερα πως έτσι τον αποχαιρετώ. Όπως είπα είχα πάρει την απόφαση μου για τη συνέχεια.

Τον έπαιζα και έπιανα και τα μπαλάκια του όπως είχα δει σε ένα βιντεάκι πορνό. Έπιασε τα βυζιά μου αλλά δεν τον κοίταξα καθόλου. Ρουφούσα το κεφαλάκι του και μάζευα κάθε σπιθαμή υγρού που έβγαινε. Μέχρι που μου έπιασε το κεφάλι και μου το κάρφωσε πάνω το καυλί του. Κόντεψα να πνίγω αλλά τα κατάφερα και το πήρα ολόκληρο. Ξεκίνησε να χύνει και τραβήχτηκα. Του τον έπαιξα δυνατά και γρήγορα και πέταγε σπέρμα στο χέρι μου. Με κοιτούσε με ανοιχτό το στόμα. Είχε μείνει ο μικρός. Όταν τελείωσα έμεινε καυλωμένος. Έγλειψα το χέρι μου κοιτάζοντας τον και τα υπόλοιπα τα σκούπισα πάνω του όπου μπορούσα.

- Αντρέα σήμερα πες ότι είσαι άρρωστος. Μείνε εδώ και παιξ' τον άλλη μια φορά μέσα στην ημέρα. Επίσης θέλω να πεις στη μαμά ότι είσαι μεγάλος πια και θα αλλάξεις δωμάτιο. Δε θα ξανά κοιμηθείς εδώ. Πάρε τον ξενώνα δίπλα.

- Εντάξει, όπως θέλεις. Σε ευχαριστώ για όλα.

Κατεβαίνω από τα σκαλάκια και βγάζω τη φόρμα και το βρακάκι μου. Με κοιτούσε με γουρλωμένα ματιά και καυλωμένος. Δεν έκανε τίποτα όμως. Του πετάω το βρακάκι μου και του λέω "Αυτό είναι δικό σου".

Ετοιμάστηκα γρήγορα μπροστά του. Φόρεσα ένα μπλε στρινγκάκι, ένα καφέ τζιν και ένα φούτερ. Βγήκα από το δωμάτιο.

- Μαμά φεύγω. Ο Αντρέας είναι άρρωστος. Καλύτερα να μην πάει σχολείο. Έχω αργήσει φιλιά.

- Φιλάκια Λένη μου. Να πάρεις πρωινό, έχει ψηλά στο τραπεζάκι.

- Φιλάκια

- Φιλάκια.

Θυμάμαι που πήρα στο φούρνο ένα κρουασάν σοκολάτας και μια μπάρα σοκολάτας και τα έφαγα και τα δύο μέχρι να φτάσω σχολείο και σκεφτόμουν πως να αντιμετωπίσω ένα δύσκολο διαγώνισμα που είχαμε.




Copyright protected OW ref: 174009