Η περιπέτεια ξεκινά (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Lilipop
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
στις 17-12-2019

Προηγούμενο μέρος: Η περιπέτεια ξεκινά

Τις Κυριακές πάντα ξυπνούσα αργά όταν πήγαινα λύκειο. Η ώρα ήταν 11 περίπου και δεν ακουγόταν τίποτα μέσα στο σπίτι. Σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα. Έξω είχε συννεφιά, έτοιμο να βρέξει. Το σπίτι ήταν παγωμένο, όλοι έλειπαν και κανένας δεν είχε ανάψει το τζάκι η το καλοριφέρ. Έτρεξα στο μπάνιο να δω αν έχει ζεστό νερό, μπορεί κάποιος να το είχε ανάψει.

Για καλή μου τύχη είχε καυτό. Χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκα στη μπανιέρα και έβαλα την τάπα. Τη γέμισα με καυτό νερό και με το ζόρι κατάφερα να μπω μέσα. Όταν μπήκα, μετά από λίγο το συνήθισα. Η μπανιέρα μας είχε ένα τζάμι κάπως θολό μέχρι τη μέση του μήκους της και όχι κουρτίνα.

Ξαφνικά ακούω πόρτα και μένω λίγο έντρομη. Γενικά δεν ήθελαν οι γονείς μου να σπαταλάμε νερό. Όποτε καταλάβαιναν ότι γέμιζα τη μπανιέρα με κατσάδιαζαν.

Ξαφνικά ακούω κάποιον να έρχεται στην πόρτα και από το περπάτημα καταλαβαίνω ότι είναι ο αδερφός μου. Προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα αλλά είχα κλειδώσει.

- Αντρέα είμαι εγώ μέσα!

- Κατουριέμαι, αργείς;

- Εμ… κάνω μπάνιο.

- Ναι εντάξει… αργείς;

- Περίμενε! Θα σου ανοίξω αλλά θα σου πω πότε θα μπεις μέσα, εντάξει;

- Ναι, ναι, τελείωνε.

Σηκώνομαι και τραβάω το σύρτη, ξανά πηγαίνω στη μπανιέρα, ρίχνω κι άλλο σαπούνι και βάζω το νερό να τρέχει. Έκανε λίγο σαπουνάδα και ταυτόχρονα πλατσούριζα κι εγώ. Μετά του είπα να μπει.

- Συγνώμη αλλά κατουριέμαι πάρα πολύ. Ασε που έχω βραχεί.

- Βρέχει πολύ έξω;

- Ναι... ρε συ… τι κάνεις εκεί; Έχεις γεμίσει τη μπανιέρα;

- Ναι, μην πεις τίποτα.

- Θα σε κατσαδιάσουν.

- Πάτα καζανάκι και πήγαινε έξω μωρέ.

- Θέλω κι εγώ να το κάνω αυτό. Ποτέ δεν έχω μπει.

- Είσαι μικρός ακόμα... χα, χα, χα…

- Κανόνισε να το πω!

- Αντρέα κοίταξε με λίγο.

- Τι θες;… φεύγω.

- Κοίταξε με λίγο που σου λέω!

Πολύ δειλά έβαλε το κεφάλι του να με δει. Μάλλον περίμενε να πάρει λίγο μάτι αλλά δε φαινόταν τίποτα. Κοιτούσε και ξανά κοιτούσε το νερό. Ήθελα να του πω να μην πει τίποτα γιατί θα τον σκοτώσω.

- Τι θες μωρέ;

- Μην πεις τίποτα και θα σε αφήσω κι εσένα να το κάνεις.

- Τι;… τώρα;

- Τι, τι τώρα;… μαζί μου;

- Α μπερδεύτηκα. Συγνώμη χα, χα…

γέλασε αμήχανα και βγήκε έξω.

- Άναψε το τζάκι!

- Καλά...

Στη συνέχεια σηκώθηκα όρθια. Ξύρισα τα πόδια μου και άδειασα τη μπανιέρα. Φόρεσα το μπουρνούζι μου και πήγα από κει. Το τζάκι ήταν αναμμένο. Ο Αντρέας καθόταν σε μια πολυθρόνα και έκατσα στην διπλανή. Με κοιτούσε όλη την ώρα. Το κατάλαβα και άνοιξα λίγο το μπουρνούζι να φαίνεται το μπούστο μου. Έκανα ότι χάζευα στο κινητό και του έριχνα κλέφτες ματιές.

Προσπαθούσε να κρύψει ότι καύλωσε. Έβαλε διακριτικά ένα μαξιλάρι πάνω του. Τότε εγώ άνοιξα κι άλλο να φαίνονται τα πόδια μου. Μου άρεσε που η φωτιά με έκαιγε εκεί κάτω. Παρατήρησα ότι έκανε κάτι περίεργο με το κινητό του. Μάλλον με έβγαζε φωτογραφίες. Μου άρεσε πολύ που τον είχε τρελάνει.

- Πάω να αλλάξω. Θα κρυώσω.

- Ε;… ναι, ναι...

Σηκώθηκα και το μπουρνούζι άνοιξε όλο. Δεν ξέρω αν με είδε καλά. Πήγα στο δωμάτιο και έκλεισα την πόρτα. Άκουσα βήματα. Κατάλαβα ότι θα κρυφοκοιτάξει. Πετάω κάτω το μπουρνούζι και μένω γυμνή. Απέναντι στον καθρέπτη φαινόταν τσουπωτό το κωλαράκι μου. Και το στήθος μου ήταν αρκετά μεγάλο. Κατάλαβα ότι μπορώ να καυλώσω οποιονδήποτε με το σώμα μου. Έσκυψα επίτηδες να σηκώσω το μπουρνούζι. Φόρεσα ένα βαρκάκι και πιτζάμες γιατί έκανε κρύο. Έκανα αργά βήματα για να προλάβει να φύγει. Δεν ήθελα να ανοίξω την πόρτα και να τον "πιάσω".

Έτσι κι έκανε. Άκουσα την πόρτα του μπάνιου. Πήγα να κρυφοκοιτάξω εγώ αύτη τη φορά και όπως το περίμενα τον έπαιζε κρατώντας το κινητό του. Τον άφησα και πήγα να καθίσω στο τζάκι.

Χάζευα στο κινητό μου και ήρθε μετά από 5 λεπτά περίπου. Έκατσε δίπλα μου.

- Τι θα φάμε;… ξέρεις;

- Όχι. Αλλά λογικά θα πάμε στο Γιάννη να φάμε. Λογικά θα ψήσουν πάλι.

Ο Γιάννης είναι ένας βλάκας φίλος του πατέρα μου. Έχει 2 πολύ καλά παιδιά, το ένα στην ηλικία μου, το άλλο μικρότερο. Κάθε φορά επηρεάζει το μπαμπά πολύ αρνητικά και του περνάει διάφορες χαζές ιδέες για το πως πρέπει να φέρεται στην οικογένεια κλπ.

- Και θα πάμε εκεί;

- Τώρα έστειλα στη μαμά και μου είπε ότι θα μείνουν εκεί. Θα έρθουν πίσω το βράδυ και καλό είναι να πάμε γιατί ο μπαμπάς μας θέλει εκεί.

- Βαριέμαι να πάω...

- Δε θα πάμε. Θα μας φέρουν μετά να φάμε.

- Και αν νευριάσει;

- Πρώτη φορά θα 'ναι ρε Αντρέα;

- Καλά. Θα πάω εγώ.

Ήθελα παρέα όμως. Βαριόμουν να κάτσω μόνη μου. Ο μικρός ετοιμάστηκε.

- Αντρέα; Έχεις κάνει ποτέ μπάνιο με γεμάτη μπανιέρα;

- Ε... όχι.

- Θέλεις;

- Δεν ξέρω αν μου αρέσει.

- Πάμε να σου δείξω;

- Τώρα;… αφού θα φύγω.

- Και πότε θα έχεις πάλι αυτή την ευκαιρία; Σήμερα έχουμε 5 ώρες μπροστά μας. Μπορεί παραπάνω.

- Μήπως δεν είναι καλή ιδέα;

- Έλα μαζί μου.

Πάω, τον πιάνω από το χέρι και τον πάω στο μπάνιο. Ήθελα να παίξω, να χειραγωγήσω κάποιον. Ανοίγω το καυτό νερό και ρίχνω σαπούνι. Η μπανιέρα γέμισε κι εγώ χαμογελούσα. Αφού έφτιαξα τη θερμοκρασία και γέμισε η μπανιέρα κοκάλωσα. Δεν ήξερα τι να κάνω μετά.

- Να μπω;

- Ε;… ναι, ναι!

- Ε φύγε να μπω

- Ναι… συγγνώμη!

Δεν περίμενα να το πάθω αυτό. Ήταν περίπλοκο. Βγήκα έξω και άκουσα που μπήκε. Αμέσως ανοίγω την πόρτα και ξαναμπαίνω.

- Αντρέα κλείσε μάτια μέχρι να σου πω.

- Γιατί;… όχι. Τι θες;

- Καν' το, καν' το.

Πετώ τα ρούχα μου και μπαίνω κι εγώ στη μπανιέρα. Την ώρα που μπήκα άνοιξε τα μάτια ο μικρός και με είδε κανονικότατα. Τρόμαξε μάλλον. Σηκώθηκε να βγει.

- Κάτσε κάτω γιατί ξέρω τι κάνεις κρυφά με τις φωτογραφίες μου.

Έμεινε για λίγο όρθιος και έκατσε φοβισμένος πάλι μέσα. Δε βολευτήκαμε καλά.

- Σε παρακαλώ μην πεις τίποτα.

- Στάματα να κάνεις έτσι. Τώρα θα κάνεις ότι σου πω. Εντάξει;

- Εντάξει.

- Τι κάνεις με το κινητό σου; με βγάζεις φωτογραφίες κρυφά;

- Ναι. Συγγνώμη.

- Μην ξαναπείς συγγνώμη η κάτι τέτοιο. Σου αρέσω;

- Δεν είναι ότι μου αρέσεις εσύ, απλά δεν έχω ξαναδεί κοπέλα γυμνή.

- Και είδες την αδερφή σου;

- Ναι σε είδα.

- Και τι έκανες;

- Έλα ρε Ελένη. Σε παρακαλώ.

- Δείξε μου τι κάνεις για εμένα.

- Δε θέλω. Άσε με να βγω.

Πάει μα βγει και όπως σηκώνεται λίγο περίεργα, κάθομαι στα γόνατα μέσα στη μπανιέρα. Είχα βγει με το στήθος μου έξω και με κοιτούσε σα χαμένος.

- Δε θέλεις;… είσαι σίγουρος;

- Δε νιώθω καλά. Αλήθεια, σε παρακαλώ άσε με να βγω. Είσαι περίεργη και δε νιώθω καλά. Δε θα πω τίποτα.

Του πιάνω το πουλί και το χαϊδεύω. Έμεινε να με κοιτάει και αμέσως καύλωσε. Κάπως έκατσε και συνέχισα μα τον χαϊδεύω. Κατάλαβα ότι ο μικρός έχει ένα καλό σε μέγεθος πουλί. Ήταν όσο του Μάνου του πρώην μου με τη διαφορά ότι ακόμα ο μικρός πήγαινε γυμνάσιο.

- Σου αρέσει;

- Μ…

- Έχεις πιάσει ποτέ βυζιά;

- Ναι… μιας κοπέλας.

- Γυμνά;

- Όχι ποτέ.

- Πιασε τα δικά μου.

Πιάνει με τη χούφτα του το ένα και μετά και τα δυο. Τα έπαιζε κι εγώ του έπαιζα το πουλί μέσα στο ζεστό νερό. Τσιμπούσε τις ρώγες μου και αυτό με καύλωνε πολύ. Ήταν άγαρμπος αλλά με άναβε.

- Είναι μεγάλα.

- Σου αρέσουν;

- Ναι πολύ.

- Τα έχεις σε φωτογραφίες;

- Ναι αλλά φαίνονται λίγο.

- Τις τραβάς συχνά;

- Ναι. Συγγνώμη.

- Τις έχεις δείξει σε κανέναν;

- Ναι αλλά χωρίς πρόσωπο.

- Και δεν ξέρουν ποια είμαι;

- Ξέρουν αλλά δεν είναι σίγουροι. Όλοι μου οι φίλοι σε γουστάρουν.

- Θέλουν να γαμήσουν την αδερφή σου;

- Μη μιλάς έτσι.

Άρχισε να γίνεται πολύ σκληρός. Τον έπαιζα στο μικρό αδερφό μου γρήγορα. Σταματήσαμε να μιλάμε. Άφησε τα βυζιά μου και πιάστηκε από τη μπανιέρα. Κατάλαβα ότι θα τελειώσει. Συνέχισα να του τον παίζω δυνατά.

- Τελειώνω. Τελειώνω!

- Μπράβο αγόρι μου.

- Αχ… τελειώνω…

- Σήκω όρθιος.

Σηκώνεται και βγαίνει το πουλί του έξω από το νερό. Το έπαιζα με δύναμη και δεν ήξερε από που να κρατηθεί από την καύλα.

- Θες να χύσεις τα βυζιά της αδερφής σου;

- Ναι…

Δεν πρόλαβε μα μιλήσει και άρχισε να πετάει το σπέρμα του παντού πάνω μου. Έτρεμε ολόκληρος και συνέχιζε να με χύνει. Δεν ήξερα ότι μπορεί να βγει τέτοια ποσότητα μέχρι τότε. Ο μικρός έτρεμε ολόκληρος. Εκεί κατάλαβα ότι κάπως έπρεπε να επιβάλω αυτό που θέλω. Όσο καυλωμένη και να ήμουν έπρεπε να γίνω σκληρή.

- Σηκώνεσαι και φοράς μπουρνούζι. Δε μιλάς σε κανένα για αυτό και διαγράφεις τα πάντα αλλιώς θα τα πω όλα.

- Εντάξει. Συγγνώμη.

Σηκώθηκε και έφυγε. Όταν πήγα από 'κει, είχε γυρίσει και η μαμά και μου είπε ότι ο μπαμπάς έρχεται πολύ θυμωμένος που δεν πήγαμε. Και η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να μου χαλάσει την ημέρα.