Οι φίλοι του μπαμπά (1ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από nicosia-cy
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες GAY
στις 14-10-2020
Το μήνυμα στο κινητό μου ήταν από ελληνικό νούμερο. "Αγαπημένε μου γεια σου. Στις 18/2 θα βρίσκονται στην Λευκωσία δύο πολύ καλοί μου φίλοι και θέλω να τους περιποιηθείς όπως μόνο εσύ ξέρεις. Θα μείνουν περίπου μια βδομάδες. Έχουν το τηλέφωνό σου. Σε φιλώ ο μπαμπάς".

Αυτό ήταν το μήνυμα και προερχόταν από τον βιολογικό μου μπαμπά που βρίσκεται στην Αθήνα. (Μπορείτε να διαβάσετε την ιστορία "Όταν γνώρισα τον πατέρα μου" αν θέλετε).

Ο μπαμπάς μου σίγουρα κάτι θα κέρδιζε απ’ αυτό και έτσι κι’ εγώ αγνόησα το μήνυμα. Μέχρι που κάποια μέρα κτύπησε το τηλέφωνό μου. Το απάντησα χωρίς καν να κοιτάξω ποιος καλούσε.

- Γεια σου. Είσαι ο Νίκος; Είμαι ο Βασίλης και μας έδωσε το τηλέφωνό σου ο πατέρας σου. Μπορείς να συναντηθούμε απόψε κατά τις 9…

άκουσα μια όμορφη ευγενική αντρική φωνή να μου λέει. Από την προφορά ήξερα ότι δεν ήταν Κύπριος αλλά Ελλαδίτης.

- Να συναντηθούμε αλλά για ποιο λόγο; Ο μπαμπάς μου δεν μου είπε γιατί ανταπάντησα εγώ πραγματικά προβληματισμένος.

- Έλα εσύ και θα τα βρούμε. Θα σε περιμένουμε. Νοικιάζουμε ένα σπιτάκι από το Airbnb…

μου είπε κι’ αφού μου έδωσε τη διεύθυνση κλείσαμε. Η αλήθεια είναι ότι σκεφτόμουν αν έπρεπε να πάω αλλά από την άλλη ήμουν περίεργος να δω τι θέλουν από μένα αφού ήταν φίλοι του μπαμπά μου.

Στις 8:30 ήμουν έτοιμος. Φορούσα ένα τζιν παντελόνι αρκετά στενό για να διαγράφεται το κωλαράκι μου κι ένα εξίσου στενό πουκάμισο για να τονίζεται η μέση μου. Έβαλα το μπουφάν μου γιατί ήταν κρύο και στις 9 ήμουν έξω από τη διεύθυνση που μου δώσανε. Χτύπησα το κουδούνι.

Η πόρτα ανοίγει αμέσως, ένα χέρι με αρπάζει και με τραβά με δύναμη μέσα στο σπίτι και το ίδιο χέρι μου δίδει ένα χαστούκι που έκαναν τα μάτια μου να δακρύσουν.

- Όταν λέμε 9 εννοούμε 9 και όχι 9 και 7. Κατάλαβες πουστράκι;…

μου φώναζε έχοντας κολλήσει το πρόσωπό του σχεδόν στο δικό μου. Ξαφνιάστηκα. Τι γινόταν εδώ; Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Βρισκόμουν μπροστά σε ένα άγνωστο, σε ένα ξένο σπίτι, που μου φώναζε και με χαστούκισε με δύναμη.

- Μείνε εδώ. Μην κουνηθείς ρούπι…

με διάταξε και έφυγε προς τα μέσα. Όπως τον έβλεπα με την άκρη του ματιού μου, φοβούμενος να κουνηθώ, ήταν ένας καλοβαλμένος νέος, γύρω στα τριανταπέντε με σαράντα υπολόγισα, ντυμένος με μαύρο παντελόνι και μαύρο πουκάμισο, ψηλός, με ωραία μπούτια, ωραίο σφιχτό κώλο και ανοιχτές πλάτες. Το πρόσωπο δεν το είδα καλά μια και τρόμαξα όταν μου έβαλε τις φωνές και απόφευγα να τον κοιτάξω. Στεκόμουν ακόμα στην πόρτα. Ευθεία ήταν ένα ευρύχωρο σαλόνι με άνετους καναπέδες και πολυθρόνες, και μια μεγάλη τηλεόραση. Μια μικρή κουζίνα open plan τακτοποιημένη και καθαρή. Αυτά έβλεπα μόνο. Και τότε τον ακούω να φωνάζει.

- Γύρισε προς την πόρτα και μην διανοηθείς να κοιτάξεις προς τα πίσω…

μου είπε και εγώ έκανα ότι μου είπε. Ένοιωσα κάποιο δίπλα μου και αυτός ο κάποιος, έβαλε ένα μαύρο μαντήλι στα μάτια μου και το έδεσε αρκετά σφιχτά. Δεν έβλεπα τίποτα. Πανικοβλήθηκα. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Τα έβαλα με τον εαυτό μου που ήρθα. Τα έβαλα με τον εαυτό μου που δεν άνοιξα την πόρτα και να φύγω όταν με άφησε εκεί να περιμένω. Κόλλησε πάνω μου. Το ένα του χέρι τυλίχθηκε στη μέση μου και το άλλο ανοικτό ήταν στο στέρνο μου. Ένοιωσα τον αντρισμό του στα κωλομέρια μου. Με έσπρωξε οδηγώντας με από ότι κατάλαβα στο σαλόνι.

- Ωραίο καυλάκι. Με καυλώνει και μόνο που τον βλέπω…

είπε αυτός που μου έκλεισε τα μάτια.

- Ωραία χείλη για τσιμπούκι, ωραίο κορμάκι, ωραίο κώλο…

είπε ο άλλος και μου έπιασε το κώλο. Ενστικτωδώς έσπρωξα με το χέρι μου το χέρι του και τότε αυτός που με κρατούσε αντίδρασε έντονα και το χέρι του που ήταν στο στέρνο μου ανέβηκε απότομα αρπάζοντάς με από το λαιμό.

- Όχι παλικαριές σε μας πουστράκι. Πληρώσαμε αρκετά λεφτά για να σε κάνουμε αυτή τη βδομάδα ότι θέλουμε. Ο μαλάκας ο πατέρας σου σε πούλησε σε μας. Κάτσε λοιπόν ήσυχα για να μην πάθεις τίποτα. Ούτε εσύ ούτε το κάθαρμα ο μπαμπάς σου. Θα κάνεις λοιπόν ότι σου λέμε χωρίς να αντιδράς…

μου τόνισε ενώ μου έσφιγγε το λαιμό. Και λέγοντας αυτά με έσπρωξε με δύναμη για να βρεθώ στα χέρια του άλλου. Με άρπαξε κι αυτός με το ένα του χέρι από το λαιμό νιώθοντας την ανάσα του στο πρόσωπό μου. Το άλλο του χέρι άρπαξε το πρόσωπό μου και τα δάκτυλά του πίεζαν τα μάγουλά μου αναγκάζοντας να σουφρώνω τα χείλη μου με ανοικτό το στόμα.

- Θα μας πουλήσεις τσαμπουκά πουτανάκι; Βαλ' το καλά στο μυαλό σου αγοράκι μου. Για αυτή την βδομάδα είσαι δικός μας. Φρόντισε ο μπαμπάκας σου γι’ αυτό. Το ξέραμε ότι θα περνούσαμε καλά αλλά τώρα που σε βλέπουμε το ξέρουμε ότι θα περάσουμε αξέχαστα- μου είπε και έφτυσε μέσα στο μισάνοιχτό μου στόμα.

- Αυτός ο κώλος θα φάει καλά…

συνέχισε και μου έδωσε ένα δυνατό σκαμπίλι. Ο άλλος ο Βασίλης όπως κατάλαβα, μου χτύπησε το κεφάλι και με διάταξε να γονατίσω. Γονάτισα και περίμενα να δω τι θα γίνει. Ένας από τους δυο πήρε το κεφάλι μου και το κόλλησε στα σκέλια του.

- Ότι σου λέμε θα το κάνεις γιατί αλλιώς κινδυνεύεις…

μου είπε ο Βασίλης και τότε άκουσα ένα βουητό. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήταν μέχρι που το ακούμπησε πάνω στο κεφάλι μου και τούφες τούφες άρχισαν να πέφτουν. Με μια μηχανή μου κούρευε το πλούσιο κυματιστό μαλλί μου.

- Μη, σε παρακαλώ…

τσίριξα και τότε μου έριξε ένα χαστούκι νοιώθοντας το μάγουλό μου να τσούζει και ένας λυγμός να βγαίνει από το στόμα μου.

- Σου είπα να μιλήσεις γαμώ το σόϊ σου μέσα; Έ; Σου είπα να μιλήσεις;…

και συνέχισε να με κουρεύει άτσαλα τραβώντας τα μαλλιά μου όπως τον βόλευε. Τελείωσε ανασηκώνοντας το κόμπο του μαντηλιού για να τα κόψει κι’ εκεί. Μου χάιδεψε το ξυρισμένο κεφάλι και μετά με χτύπησε με φόρα. Δεν είχα αντίσταση και έπεσα με το πρόσωπο μπροστά. Με αρπάζει τότε ο Βασίλης από τις μασχάλες και με σηκώνει πάνω.

- Άκου πουστόπαιδο τι θα γίνει. Ταξιδεύουμε αεροπορικός από το πρωί. Γυρίζουμε για διάφορες δουλειές στη Λευκωσία όλη μέρα. Είμαστε κουρασμένοι ακόμη και να κάνουμε μπάνιο. Θα αρχίσεις από τα παπούτσια μας, θα μας τα βγάλεις, θα γλείψεις καλά τα πόδια μας, και θα σου λέμε να προχωράς προς τα πάνω μέχρι να μας μπανιάρεις με τη γλώσσα σου. Παντού. Ακούς τι σου είπα;…

ρώτησε με τόνο που δεν άφηνε αμφιβολίες για το τι ήταν ικανοί να κάνουν. Με σπρώχνει και βρίσκομαι για άλλη μια φορά στα γόνατα. Ο άλλος μου περνά από το λαιμό ένα κολάρο που έχει μια αλυσίδα και με τραβά προς το μέρος τους. Τους νοιώθω να κάθονται και τα πόδια τους να απλώνονται προς εμένα.

- Γλείψε πρώτα να καθαρίσεις τα παπούτσια… μου είπε.

- Τι περιμένεις;…

είπε κάποιος που δεν κατάλαβα ποιος και ένα πόδι πίεσε το κεφάλι μου προς τα κάτω. Έβγαλα δειλά τη γλώσσα μου και την ακούμπησα στο παπούτσι. Μάλλον δερμάτινο και σκονισμένο. Άρχισα να το γλείφω ενώ με κτυπούσαν στο κεφάλι με τα χέρια τους ή με κλωτσούσαν στα πλευρά ή στο κωλαράκι ή και στην πλάτη. Έγλειφα το παπούτσι – δεν ήταν ακριβώς παπούτσι αλλά χαμηλά μποτάκια - όταν κάποιος έσπρωξε το κεφάλι μου προς τα δεξιά προφανώς για να γλείψω και το άλλο παπούτσι.

- Γλείφε μαλάκα μέχρι να γίνουν γυαλί. Σαν καινούργια να τα κάνεις.

Έγλειφα, έγλειφα μέχρι μου είπε να γλείψω και του φίλου του και μου έσπρωξε το κεφάλι ακόμα πιο δεξιά. Έκανα το ίδιο και στο φίλο του.

- Λύσε και βγάλε μας τα παπούτσια τώρα.

Όπως ήμουν γονατισμένος έβγαλα το ένα παπούτσι και πριν προλάβω να βγάλω το άλλο, μου έχωσε το πόδι με την βρώμικη κάλτσα στα μούτρα.

- Πάρε βαθιά εισπνοή και πες μου αν σου αρέσει η μυρωδιά των ποδιών μου μαλακισμένο. Μύριζε ποδαρίλα αλλά και ιδρώτα.

- Σ’ αρέσει πούστη;… με ρωτά και σπρώχνοντάς με το πόδι του και πέφτω προς τα πίσω. Σηκώνεται και μου χώνει το πόδι στο στόμα.

- Θέλω να κάνεις την κάλτσα μούσκεμα…

μου είπε και μου γαμούσε το στόμα μου με το πόδι του. Το έβαζε όλο μέσα – όσο έμπαινε δηλαδή. Αφού το απόλαυσε, με διάταξε να βγάλω την κάλτσα και όπως ήμουν πεσμένος ανάσκελα με πάτησε με την γυμνή του πατούσα στο πρόσωπο.

- Θα μου γλείψει ς την πατούσα, ένα-ένα τα δάκτυλα και το ενδιάμεσο των δακτύλων- μου είπε και εγώ έπιασα δουλειά. Και αυτό συνεχίστηκε μέχρι που έγλειψα και καθάρισα με τη γλώσσα μου και τα δύο ζευγάρια πόδια. Με κλωτσούσαν, με πατούσαν, μου το έχωναν στο στόμα, με φτύνανε, μου χώνανε τις κάλτσες τους στο στόμα. Όλο αυτό κράτησε πολύ. Ή έτσι νόμισα.

- Τώρα ξεκούμπωσε το πουκάμισο και βγάλε το από πάνω μας. Όταν το έκαναν πήρε το κεφάλι μου στα χέρια του και το έβαλε κάτω από τη μασχάλη του.

- Καθάρισέ τη…

μου είπε και άρχισα με τη γλώσσα μου να γλείφω ανάμεσα στις τρίχες. Φανταστείτε μια μασχάλη που έχει να πλυθεί ας πούμε από την περασμένη νύχτα. Μιάμιση ώρα στο αεροπλάνο, μετά από τη Λάρνακα στη Λευκωσία με ταξί και μετά στους δρόμους της Λευκωσίας μέχρι τις 9 το βράδυ. Η μυρωδιά ήταν βαριά. Ανάκατη με έντονη μυρωδιά ιδρώτα με εξασθενισμένο αποσμητικό και αλμυρή και ξινή γεύση. Με άναψε πολύ. Μου πίεζε το κεφάλι στην μασχάλη και δε μπορούσα να πάρω αναπνοή. Και όμως όλα αυτά με άναβαν όσο δεν φαντάζεστε. Μύρισα και έγλειψα και τις τέσσερις μασχάλες, ανάμεσα σε χαστούκια, βρισιές, κλωτσιές και χλευασμούς.

Όταν θεώρησαν ότι με εξευτέλισαν αρκετά, με σήκωσαν στα πόδια μου και με διάταξαν να βγάλω τα ρούχα μου. Όλα. Δειλά-δειλά άρχισα να ξεντύνομαι ενώ αυτοί σχολίαζαν και με χτυπούσαν. Έμεινα γυμνός μπροστά τους προσπαθώντας με τα χέρια μου να κρύψω το μικρό μου πουλάκι. Με αναγκάσανε να πάρω τα χέρια μου στο πλάι και τότε πάλι με χλευάσανε.

- Τι χαριτωμένο μικρό πουλάκι. Τι είναι; Η κλειτορίδα σου; Και ο μαλάκας ο μπαμπάς σου νόμιζε ότι έκανε γιο… σχολίαζαν και γελούσαν.

- Για το κωλαράκι όμως δε μπορούμε να πούμε τίποτα…

είπε ο ένας, έσκυψε και μου έδωσε μια δαγκωματιά στο κωλομέρι. Με άγγιζε, με χάιδευε, τα χαστούκιζε, τα άνοιγε να δει την τρυπούλα μου.

- Στρογγυλό, μικρό και το δέρμα βελούδινο. Αγορίστικο κωλαράκι με δέρμα κοριτσίστικο…

είπε, έκατσε και τραβώντας την αλυσίδα από το κολάρο που φορούσα με ανάγκασε να ξαπλώσω στα γόνατά του. Το κεφάλι μου, φορούσα ακόμα το μαντήλι στα μάτια, ακουμπούσε στον καναπέ, μέχρι που ήρθε ο άλλος, σήκωσε το κεφάλι μου, έκατσε στον καναπέ και ακούμπησε το κεφάλι μου στα πόδια του.

- Ρε φίλε... κοίτα την τρυπούλα του. Φαίνεται στενή και ας έχει γαμηθεί σα σκυλί. Κοίτα. Κοίτα. Βελουδένια, χωρίς τριχούλες και μικρούλα. Θα μπορέσει να πάρει τους πούτσους μας;…

έλεγε ο Βασίλης και χάιδευε την τρυπούλα μου. Τη χτυπούσε με τα ακροδάχτυλα του για να ανοίξει. Ο άλλος όπως είχε το κεφάλι του στα μπούτια του, έβαλε το δάκτυλό του στο στόμα μου για να το σαλιώσω. Το ίδιο δάκτυλο μου το έχωσε στην τρυπούλα μου.

- Είναι μικρή και στενή η τρυπούλα του αλλά θα ανοίξει…

είπε και άρχισε να βάζει και δεύτερο δάκτυλο μέσα ενώ πίεζε το κεφάλι μου πάνω στο σηκωμένο πούτσο του. Ασχοληθήκαν πολύ ώρα με την τρυπούλα μου και τα κωλομέρια μου. Μου την άνοιγαν με τα δάκτυλά τους και τα κωλομέρια μου έγιναν κόκκινα από τις ξυλιές.

- Έχω καυλώσει και δεν κρατιέμαι…

είπε αυτός που το κεφάλι μου ήταν στα σκέλη του. Ξεκούμπωσε τη ζώνη κατέβασε το φερμουάρ και έβγαλε έξω την πούτσα του. Μύριζε κι αυτή ιδρωτίλα και κάτουρο. Μου την έχωσε στο στόμα αναγκάζοντας με να την πάρω όλη μέσα στο στόμα μου. Ένοιωσα ότι ήταν χοντρή και μεγάλη και χωρίς περιτομή. Έβαζε δύναμη στο κεφάλι μου για να καρφωθεί στην πούτσα του. Πνιγόμουν αλλά δεκάρα δεν έδινε. Ο Βασίλης με κατέβασε από τα γόνατά του, με τοποθέτησε στα τέσσερα στο πάτωμα και ξέρω ότι δεν ήταν πια εκεί κοντά.

- Γλείψε μου τα αρχίδια τώρα…

μου είπε λιγωμένος παίρνοντας με τα δύο χέρια το κεφάλι μου και βυθίζοντάς το στα αρχίδια του. Η μυρωδιά εκεί ήταν πιο έντονη. Αλλά μου άρεσε. Έγλειφα και πιπιλούσα τα αρχίδια του όπως πολύ καλά ήξερα. Αυτός αναστέναζε.

- Ναι έτσι μωρό μου. γλείψε τα να τα καθαρίσεις. Γλείψε μου και τον πούτσο. Ρούφα τον όλο…

έλεγε και κρατούσε το κεφάλι μου για να μου δίνει ρυθμό ανάλογα πόσα αργά ή γρήγορα το ήθελε τη δεδομένη στιγμή.

- Ηλία, όλα έτοιμα. Βγάλε του τώρα το μαντήλι και ασ' το για την ώρα να κάνει ένα διάλειμμα…

είπε ο Βασίλης στον άλλο και έτσι έμαθα και το όνομά του. Μου έβγαλε το μαντήλι και το πρώτο που είδα ήταν το μεγάλο καυλί του και τα όμορφα κρεμαστά αρχίδια του. Ήρθε ο Βασίλης κοντά μου, πήρε την αλυσίδα και με τράβηξε όπως ήμουν στα τέσσερα για να γυρίσω το κορμί μου αντίστροφα από ότι ήμουν. Ακόμα δεν τους έχω δει πως είναι, πως μοιάζουν. Αυτό που είδα όμως ήταν ένα laptop και στην οθόνη ο πατέρας μου.

- Δεν θα πεις γεια στον μπαμπά σου;…

μου είπε ο Βασίλης που στεκόταν δίπλα μου κρατώντας με ακόμα από την αλυσίδα. Έβλεπα μόνο τα ξυπόλυτα πόδια του και το παντελόνι του μέχρι τα γόνατα. Σοκαρισμένος εγώ το μόνο που ψέλλισα ήταν

- Μπαμπά…

- Τι του κάνατε;… ρώτησε ο πατέρας μου.

- Σου αρέσει το νέο του στυλ; Δεν πήρες τα βίντεο που σου στέλναμε; Ακόμα δεν αρχίσαμε… είπε ο Βασίλης.

- Γιέ μου, μη φοβάσαι, ξανά είπε ο πατέρας μου, ότι σου λένε κάνε και θα πάνε όλα καλά.

- Τώρα σε νοιάζει ο γιός σου; Όταν τον γαμούσες ήταν καλά; Όταν τον πουλούσες σε μας ήταν καλά; Όταν τελειώσουμε μαζί του θα είναι αγνώριστος. Ούτε εσύ δε θα τον αναγνωρίσεις μαλάκα…

έλεγε του πατέρα χτυπώντας με τα χέρια, με τα πόδια, φτύνοντάς με. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μου και ένας κόμπος ήταν στο λαιμό μου.

- Ρε μαλάκες, μην τολμήσετε να τον πειράξετε. Μου υποσχεθήκατε μαλάκες. Αγόρι μου, μην τους ακούς. Αναγκάστηκα γιατί τους χρωστάω λεφτά. Μου υποσχεθήκαν ότι θα σου συμπεριφερθούν καλά. Ρε πούστηδες, έτσι και πάθει κάτι το παιδί μου θα σας σκοτώσω… φώναζε ο μπαμπάς μου.

- Φώναζε όσο θες και άσε τις απειλές κατά μέρος. Όταν θα έχεις τα λεφτά που μας χρωστάς τότε να έχεις και απαιτήσεις…

φώναζε ο Ηλίας από πίσω και χωρίς καμιά προειδοποίηση γονάτισε πίσω μου και με μια και μόνο σπρωξιά έχωσε το χοντρό του παλούκι μέσα στο κωλαράκι μου κάνοντάς με να τσιρίξω από τον πόνο.

- Για να δεις ρε μαλάκα πως θα γαμήσουμε τον πούστη τον γιό σου…

είπε ο Ηλίας και άρχισε να με γαμάει με βία χτυπώντας με και χαστουκίζοντας τα κωλομέρια μου με δύναμη. Την ίδια στιγμή ο Βασίλης όπως στεκόταν δίπλα μου ανοίγει το παντελόνι του και βγάζει από το εσώρουχό του ένα πραγματικά μεγάλο όργανο, μεγαλύτερο από του Ηλία και μου το χώνει με βία στο στόμα.

- Γλείψε πούστη να δει ο αγαπημένος σου μπαμπάκας πως θα σε γαμήσουμε. Θα παρακαλάς να σταματήσουμε αλλά εμείς θα σε ξεσκίσουμε μαλακισμένο πουστράκι. Δε θα μπορείς να περπατήσεις από το πολύ γαμήσι…

φώναζε γαμώντας μου το στόμα με μανία. Συνέχισαν να μου γαμούν κώλο και στόμα για ώρες, χτυπώντας με ανελέητα και βρίζοντάς με χυδαία, βγάζοντας βίντεο με το κινητό τους. Εγώ έκλαια από πόνο, από ντροπή, από παράπονο γι’ αυτό που έκανε ο μπαμπάς μου.

- Καμάρωσε τον πατερούλη σου. Καύλωσε και τον παίζει μόνο και μόνο που σε βλέπει να γαμάνε. Τι κάνεις ρε μαλακισμένο, ξευτιλισμένο αρχίδι. Αυτός είναι ο γιός σου ηλίθιο υποκείμενο. Ή να πω ή κόρη σου γαμημένο σκατό;…

είπε ο Ηλίας που μπαινόβγαινε με βία στον κώλο μου. Δυστυχώς ήταν αλήθεια. Ο αγαπημένος μπαμπάς μου έπαιζε τον πούτσο του με ευχαρίστηση.

- Αγόρι μου μην κλαίς. Δείξε του πόσο αντρίκια μπορείς να τον πάρεις στον κώλο. Δείξε του τι καταπληκτικές πίπες κάνεις. Μη φοβάσαι. Μόνο να γαμήσουν θέλουν. Δεν θα σου κάνουν κακό. Κάνε ότι θέλουν και θα είσαι εντάξει. Αχ μικρό μου πουτανάκι, πόσο μου έλειψες. Το στοματάκι σου, το κωλαράκι σου. Εγώ θα έπρεπε να ήμουν μέσα σου κι όχι αυτοί οι μαλάκες…

παραμιλούσε από καύλα βλέποντας το γιο του να γαμιέται. Στην ουσία να τον βιάζουν άλλοι.

- Ας αλλάξουμε…

πρότεινε ο Ηλίας και βγήκε από μέσα μου για να πάρει την θέση του Βασίλη μπροστά μου. Μου έχωσε τον πούτσο του στο στόμα την ίδια ώρα που μου έχωνε ο Βασίλης το καυλωμένο τεράστιο καυλί του στην τρυπούλα μου. Το πουτσοκέφαλο ήταν πολύ χοντρό και ένοιωσα να ανοίγει στα δύο το κωλαράκι μου. Φώναζα και έκλαιγα.

- Τι φωνάζεις μωρή καργιολίτσα; Νομίζεις ότι νοιάζεται κανένας; Ούτε καν ο πατέρας σου…

έλεγε ο Βασίλης ενώ μου γέμιζε την τρύπα με το κρεάτινο παλούκι του. Πρώτος έχυσε ο Ηλίας. Επέλεξε να χύσει στο στόμα μου φωνάζοντάς μου να τα καταπιώ όλα σαν πούστης που είμαι. Ακολούθησε ο Βασίλης με δυνατές ωθήσεις κάνοντας τη τρύπα μου να ανοίξει ολόκληρη. Βγήκε από μέσα μου και με γύρισε προς την κάμερα του labtop για να βλέπει ο πατέρας μου την ορθάνοιχτη τρύπα μου που έσταζε σπέρμα.

- Η τρύπα του ήταν τέτοια… είπε και σχημάτισε ενώνοντας τον δείκτη και το μεγάλο δάκτυλό του σε ένα μικρό "ο" και τώρα που τον γαμήσαμε έχει τρύπα σαν πηγάδι…

είπε και χώριζε τα κωλομάγουλα μου για να δει ο μπαμπάς μου την ξεχειλωμένη μου τρύπα.

- Φαντάσου σε μια βδομάδα πως θα έχει γίνει… συμπλήρωσε ο Ηλίας. Θα του τον χώνεις και θα νομίζεις ότι τον βάζεις σε κουβά.

- Μαλακισμένα, φροντίστε να μου καταστρέψετε το γιό μου και θα σας κανονίσω… απειλούσε ο στοργικός μου πατέρας.

- Τι φοβάσαι ότι θα σου καταστρέψουμε το εμπόρευμα σκατόψυχε;…

είπε ο Βασίλης που ξετρύπωσε από κάπου δύο ζευγάρια χειροπέδες με μακριά αλυσίδα στο μέσο για να μπορώ να κινούμαι από ότι κατάλαβα. Μου τις φόρεσε στα χέρια και στα πόδια.

- Έτσι θα είναι δεμένος όσο είναι κάτω από την εξουσία μας. Άντε γεια… είπε και έκλεισε τη σύνδεση με τον πατέρα μου.

- Άκου καλά πούστη. Θα κοιμάσαι εδώ στο πάτωμα το βράδυ. Γυμνός χωρίς σκέπασμα χωρίς μαξιλάρι. Το πρωί θα μας έχεις έτοιμο καφέ και πρόγευμα. Κάθε μέρα θα παίρνεις εντολές από εμάς τι θα κάνεις. Δε θα μας αντιμιλήσεις ποτέ, δε θα μιλήσεις αν δεν σου απευθύνουμε τον λόγο, θα κάνεις ότι σου λέμε, δε θα μας κοιτάξεις ποτέ στα μάτια αν δε σου πούμε εμείς…

με πληροφόρησε και έφυγαν κι οι δύο για το δωμάτιό τους σβήνοντας και το φως αφήνοντάς με εκεί γυμνό και δεμένο χειροπόδαρα.

Και ακόμα αυτή ήταν η πρώτη μέρα. Οι επόμενες ήταν κόλαση. Θα σας τα δηγηθώ όλα άλλη φορά αν κι εσείς το θέλετε.




Copyright protected OW ref: 179372