Ο κουμπάρος ήξερε πώς γαμιέμαι καλά

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 05-11-2020
Η ιστορία που σας γράφω, κάνει μέχρι σήμερα το μουνάκι μου να στάζει. Ούτε εγώ η ίδια καλά-καλά δεν πιστεύω ότι το έζησα. Ωστόσο τα ονόματα είναι παραλλαγμένα για ευνόητους λόγους κι η ιστορία σίγουρα δεν αποτελεί προϊόν φαντασίας.

Παραμονή Χριστουγέννων 2019

Όλα ήταν έτοιμα για το τραπέζι. Είχα μαγειρέψει ένα σωρό φαγητά και περίμενα πως και πως τους καλεσμένους μας. Ήταν τα πρώτα μας Χριστούγεννα στο σπίτι με το Μιχάλη αφού συγκατοικούσαμε λίγους μήνες. Η σχέση μας διένυε τον τέταρτο χρόνο κι ήμασταν κάτι παραπάνω από ευτυχισμένοι. Στο σεξουαλικό τομέα δε, τα πράγματα ήταν όνειρο. Ο Μιχάλης ήταν ο άντρας που ήξερε πώς να γαμάει άγρια μια γυναίκα. Το σεξ μαζί του δεν ήταν ποτέ συναισθηματικό, αντιθέτως. Με έβαζε κάτω και με ξέσκιζε χωρίς έλεος κάνοντας με να νιώθω εξαρτημένη από το καυλί του.

Πριν μια ώρα και ανάμεσα στα δεκάδες πιάτα με τα φαγητά, δε δίστασε να μου πετάξει έξω τον πούτσο του, για μια γρήγορη όπως έλεγε πίπα. Στην αρχή αντιστάθηκα, σχεδόν προσποιητά αφού στη θέα του πρησμένου πούτσου του, το μόνο που ήθελα κι ήξερα να κάνω ήταν να το γλείψω λαίμαργα.

- Ρούφα το καυλί μου πουτάνα, με πρόσταξε σπρώχνοντας το κεφάλι μου, πιάνοντας με από τη μακριά μαύρη κοτσίδα των μαλλιών μου.

Σαν υπνωτισμένη υπάκουσα και φορώντας ακόμα την πόδια μου, έγλειψα από πάνω ως κάτω την πούτσα του.

- Σ' αρέσει μωρό μου, τον ρώτησα ναζιάρικα ρουφώντας πότε το ένα και πότε το άλλο αρχίδι του.

- Μ αρέσει που είσαι τόσο καυλόμουνο…

μου απάντησε σπρώχνοντας με, με δύναμη στις αρχιδάρες του σαν να ήθελε να τις βάλω και τις δύο μέσα στο στόμα μου.

- Θέλω να με χύσεις, του μουρμούρισα μπουκωμένη απ' το καυλί του.

- Θα σε ταΐσω σπέρμα κι εσύ σε λίγο θα ταΐσεις τον κουμπάρο μας με τα φαγητά σου.

Αχ και να 'ξερες σκέφτηκα αστραπιαία και συνέχισα να τσιμπουκώνω με λύσσα το καυλί του. Ο κουμπάρος μας, ο Κώστας (που δεν ήταν επίσημα κουμπάρος μας απλώς είχε δηλώσει πως θέλει να μας παντρέψει) εξ αρχής μου προκαλούσε περίεργα συναισθήματα. Δε σας έχει τύχει ποτέ να γνωρίσετε κάποιον και να σκεφτείτε πως με αυτόν θα γαμιόμασταν υπέροχα; Αυτό πάθαινα μαζί του.

Κάθε φορά που τον έβλεπα, μου έβγαιναν εικόνες από άγρια γαμήσια μεταξύ μας, χωρίς να μου έχει δώσει το παραμικρό δικαίωμα. Λάτρευε τόσο πολύ το Μιχάλη, που είμαι βέβαιη πως και γυμνή να του παρουσιαζόμουν, δε θα με γαμούσε. Κι ας ήμουν όπως ήθελε τις γυναίκες πάνω κάτω. 1,70 με μεγάλες βυζάρες, στητό κωλαράκι, μαύρα μαλλιά, πράσινα μάτια και χυτά πόδια.

Δε σας κρύβω πως πολλές φορές ένιωθα απαίσια για τις σκέψεις που έκανα. Ο Μιχάλης με φρόντιζε τόσο πολύ, που μόνο σεξουαλικά πεινασμένη δε θα με έλεγε κανείς. Στα 26 μου πλέον χρόνια, είχα ζήσει αρκετές εμπειρίες, ήξερα πως ένα καλό γαμιά, δύσκολα τον βρίσκεις κι ακόμα δυσκολότερα τον αφήνεις. Ωστόσο υπάρχει κι ο αστάθμητος παράγοντας της αφόρητης καψούρας που σε βαράει κατακούτελα. Αυτό ήμουν με τον Κώστα. Κρυφά καψούρα. Και ντρεπόμουν να το παραδεχτώ ακόμα και στον εαυτό μου.

Ο Μιχάλης γέμισε το στόμα μου με τα χύσια του κι εγώ σαν καλή πουτάνα δεν άφησα σταγόνα να πάει χαμένη. Μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί και με βοήθησε να σηκωθώ απ' τα γόνατα. Μετέφερε τα πιάτα στο τραπέζι και σε λιγότερο από πέντε λεπτά χτύπησε το κουδούνι.

- Άνοιξε μωρό μου, ο κουμπάρος θα είναι, φώναξε απ' το βάθος της κουζίνας ο Μιχάλης

Πήρα δύο βαθιές ανάσες, κοιτάχτηκα φευγαλέα στον καθρέφτη, έφτιαξα το ντεκολτέ του μαύρου στενού μίντι φορέματος μου και του άνοιξα.

- Καλώς τον κουμπάρο, του είπα αγκαλιάζοντας τον.

- Καλώς σας βρήκα αγάπη μου…

μου απάντησε σφίγγοντας με στην αγκαλιά του. Κι είχε κάτι μπράτσα ο άτιμος. Και κάτι πλατάρες. Ο Κώστας ήταν ψηλός, γεροδεμένος, μελαχρινός, με μούσι. Εύστροφος, χιουμορίστας και παθιασμένος με τη δουλειά του. Γιατρός, χειρούργος. Στη σχολή ιατρικής γνωρίστηκαν με το Μιχάλη μου κι από τότε έγιναν κολλητοί.

- Βρε καλώς τον κουμπάρο, είπε ο Μιχάλης και με απλωμένα χέρια τον αγκάλιασε εγκάρδια. Χάρηκε που τον είδε.

Γρήγορα περάσαμε στο τραπέζι κι οι σκέψεις μου είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν φωτιά. Σκεφτόμουν πως πέντε λεπτά νωρίτερα να ερχόταν θα μας έκοβε απ' το τσιμπούκι. Κι ύστερα σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να με δει να ρουφάω το καυλί του Μιχάλη, για να καυλώσει. Ο Μιχάλης πάνω σε μια σεξουαλική συζήτηση μου ομολόγησε πως ο Κώστας είναι ο μόνος φίλος που γνωρίζει με λεπτομέρειες το τι κάνουμε στο κρεβάτι. Είμαι σίγουρη πως του κοκορεύεται για τα τσιμπούκια μου. Άραγε να τα σκέφτεται ακούγοντας τις αφηγήσεις του Μιχάλη; Άραγε να καυλώνει;

Τον ειρμό των σκέψεων μου, διέκοψε το τηλέφωνο. Ήταν για το Μιχάλη. Ένας ασθενής του, φαίνεται πως αντιμετώπισε μεγάλο καρδιακό επεισόδιο κι έπρεπε να τον επισκεφτεί. Έτσι είναι αυτή η δουλειά, δεν έχει ωράρια. Φανερά ξενερωμένοι όλοι μας, συμφωνήσαμε πως θα τον περιμένουμε να γυρίσει για να παίξουμε το καθιερωμένο χαρτάκι μας κι ας αργήσει κάποιες ώρες. Κλείνοντας την πόρτα στην αποχώρηση του, ένιωσα ένα ρίγος. Και δεν ήταν απ' το κρύο που έμπαζε μόνο αλλά κι από τη σκέψη πως θα μείνω μόνη με τον άντρα που με καυλώνει όσο τίποτα άλλο. Δε φορούσα σουτιέν κι οι ρώγες μου είχαν ήδη αρχίσει να σκληραίνουν. Τον έπιασα να τις κοιτάζει και μόλις το κατάλαβε, γρήγορα άλλαξε το βλέμμα του.

- Και για πες κουμπαρούλα, πότε με το καλό ο γάμος;

- Αν όλα πάνε καλά το καλοκαίρι.

- Τέλεια, προλαβαίνω να προετοιμάσω το σκηνικό ως τότε.

- Δηλαδή;

- Το μπάτσελορ ντε, είπε γελώντας πίνοντας μια μεγάλη γουλιά κρασί.

- Α, δεν έχει τέτοια. Θέλω να είστε κύριοι, είπα δήθεν τσατισμένη.

- Βρε κουτό, είναι η τελευταία σας ευκαιρία να χαρείτε την ελευθερία σας, δες το σαν δώρο στον εαυτό σας.

- Μια χαρά χαιρόμαστε ο ένας τον άλλο, απάντησα κοφτά δήθεν νευριασμένα.

- Κατάλαβα, θα έρθεις έξω απ' το μαγαζί και θα κάνεις σκηνή, είπε γελώντας πίνοντας μονορούφι το κρασί.

Αυτό το δώρο στον εαυτό μου, μου έκανε το κλικ. Μόνο που το δώρο μου, θα ήθελα να είναι εκείνος. Όσο έπινα, τόσο πιο άνετα ένιωθα. Κι όσο άνετα ένιωθα, τόσο περισσότερο καύλωνα. Είχαν ήδη περάσει δύο ώρες κι ο Μιχάλης δεν έλεγε να φανεί. Του τηλεφώνησα και μου είπε πως θα χειρουργήσει εκτάκτως τον ασθενή του. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα να γυρίσει πίσω πριν τις πρώτες πρωινές ώρες. Από τη μια στεναχωρήθηκα από την άλλη μια δαιμόνια σκέψη πέρασε απ' το μυαλό μου. Να τον αποπλανήσω. Με κάθε κόστος. Το πολύ-πολύ να μου ρίξει άκυρο και δε νομίζω να το πει στο Μιχάλη, σιγά μη τον πιστέψει. Μου έχει τυφλή εμπιστοσύνη μιας και ξέρω τα κουμπιά του.

Προσποιήθηκα πως με βάρεσε το κρασί κι αποσύρθηκα στο δωμάτιο μου. Εκείνου του είχα έτοιμο το ξενώνα ακριβώς απέναντι απ' την κρεβατοκάμαρα μας. Με καληνύχτισε και πήγε κι αυτός για ύπνο. Δεν έκλεισα εντελώς την πόρτα, για να είναι πιο εύκολο. Έβαλα χαμηλή μουσικούλα να παίζει για να τον ξαφνιάσω. Γδύθηκα, έμεινα μόνο με το σουτιέν και το μαύρο δαντελωτό στρινγκάκι μου. Άνοιξα το συρτάρι κι έβγαλα το δονητή μου. Γρήγορα έπιασα "δουλειά" γαμώντας το μουνάκι μου. Έβγαζα μικρές πνίχτες κραυγούλες ίσα-ίσα για να τον παραξενέψω και να έρθει να τσεκάρει αν είμαι καλά. Δεν άργησε να πέσει στην παγίδα. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να κοντοστέκεται στην πόρτα. Τα έχασε. Έκανε να φύγει μα εκείνη τη στιγμή το έβαλα πιο βαθιά στο μουνί μου, φωνάζοντας κανονικά. Το καυλί του είχε γίνει πέτρα, το άγγιζε απαλά. Γαμούσα άγρια το μουνάκι μου, χωρίς ίχνος ντροπής και φώναζα σαν να είμαι μόνη στο σπίτι. Είχε βγάλει την πούτσα του έξω και την έπαιζε άγρια. Δεν άργησε να μπει μέσα.

- Πόσο πουτανάκι είσαι, μουρμούρισε καθώς με πλησίασε κοιτάζοντας με καυλωμένος

- Κουμπάρε, χίλια συγνώμη, είπα προσποιητά βγάζοντας απ' το μουνί μου το δονητή και κάνοντας να ντυθώ.

- Που τα πουλάς αυτά καργιόλα; Επίτηδες τα έκανες. Νομίζεις δε μου έχει πει ο Μιχάλης πόσο πουτάνα είσαι;

Μου μιλούσε τόσο πρόστυχα που μπορούσα να χύσω και μόνο με αυτό.

- Σε παρακαλώ, με προσβάλλεις είπα ανεβάζοντας το στρινγκάκι μου. Σηκώθηκα κι έκανα να φύγω. Με έπιασε από τον καρπό και με φίλησε τόσο παθιάρικα σα να το περίμενε καιρό. Ήμουν σίγουρη πως τελικά πάθαινε ότι κι εγώ μαζί του.

- Με έχεις τρελάνει, είπε γλείφοντας το λαιμό μου.

- Μα δεν κάνει, είπα κάνοντας ένα βήμα πίσω.

Με έσφιξε στα χέρια του και κατέβηκε στις βυζάρες μου αγνοώντας τις ψεύτικες αρνήσεις μου.

- Πόσες μαλακίες έχω βαρέσει για αυτές τις βυζάρες μωρή πουτάνα δε φαντάζεσαι. Μου ερχόσουν στη θάλασσα με εκείνα τα μαγιό που δε χωρούσαν καλά-καλά τα βυζόμπαλα σου μέσα τους.

- Σε είχα δει πως τα κοίταζες, απάντησα αφήνοντας τον επιτέλους να μου πιπιλίσει τις ρώγες.

- Ήθελα να σε βάλω κάτω και να σε ξεμουνιάσω αλλά ας όψεται που ήσουν η γυναίκα του κολλητού μου. Όταν όμως ξεκίνησε να μου λέει ο Μιχάλης τι του κάνεις στο κρεβάτι, τρελάθηκα. Δεν άντεχα. Ήθελα πάση θυσία να σε ξεσκίσω…

έλεγε ρουφώντας παράλληλα τα βυζιά μου. Γρήγορα με πέταξε με μια κίνηση στο κρεβάτι ανοίγοντας μου τα πόδια.

- Τώρα θα δεις τι θα πάθεις…

μου είπε και μου έβγαλε το στρινγκάκι. Χώθηκε ολόκληρος ανάμεσα στα πόδια μου και με τη γλώσσα του έγλειψε από πάνω ως κάτω τη μουνάρα μου σχολαστικά. Ρουφούσε τα μουνόχειλα μου και παράλληλα έχωνε ένα δάχτυλο στην τρυπούλα μου.

- Έτσι γαμιά μου, έτσι πουτσαρά μου, έτσι γλείψε την κουμπαρούλα σου.

Αυτό το τελευταίο τον καύλωσε άσχημα, το κατάλαβα.

- Θα σε γλείφω συνέχεια από δω και πέρα. Όταν θα φεύγει ο Μιχάλης θα έρχομαι για να σε γαμάω. Άλλωστε ξέρεις τι λένε, ο κουμπάρος κι η κουμπάρα…

- Ξέρω, ξέρω παλιοπούστη… του φώναξα έτοιμη να χύσω.

Έβαλε όλη του την τέχνη και με έκανε να χύσω τσιρίζοντας δυνατά.

- Χύσε πάνω στη γλώσσα μου πουτανάκι, φώναξε γλείφοντας με άγρια.

- Σειρά μου, του είπα…

και γρήγορα κατέβηκα στον πούτσο του. Χοντρός, μεγάλος, πρησμένος με φλέβες να πετάγονται όπως ακριβώς τον ήθελα.

- Καλά μου τα έλεγε ο κουμπάρος ότι στο τσιμπούκι είσαι κορυφαία, μουρμούρισε σπρώχνοντας με στο καυλί του.

Η γλώσσα μου να πηγαίνει με μανία πάνω κάτω, να το ρουφάω, να το σαλιώνω, να το φτύνω. Κι εκείνος άλλο τόσο να με πνίγει, να με ακούει να πνίγομαι, να βήχω, να δακρύζω και να μη σταματάει.

- Έτσι πουτανάκι, θα σε χύσω, μου είπε σχεδόν τρεμάμενος.

- Χύσε με παλιομαλάκα, του είπα κρατώντας τον απ' τον κώλο και σπρώχνοντας το βαθύτερα στο λαρύγγι μου.

- Παρ' τα μωρή βρωμιάρα, φώναξε χύνοντας με στο στόμα.

Ήταν τα δεύτερα χύσια της ημέρας που κατάπινα σαν καλό καργιολάκι. Έπεσε στο κρεβάτι εντελώς αποδιοργανωμένος κι εγώ το μόνο που έκανα ήταν να τον καυλώσω λίγο ακόμα.

- Δεν τελειώσαμε εμείς… του μουρμούρισα.

- Ούτε κι εμείς πουτάνα…

ακούστηκε μια φωνή από πίσω μας. Ήταν ο Μιχάλης που είχε μπει αθόρυβα στο σπίτι και σοκαρισμένος μας κοίταζε στο κατώφλι της πόρτας.

Συνεχίζεται...




Copyright protected OW ref: 179697