Σαν παραμύθι (1ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από perfectman
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 12-09-2020
Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μικρή χώρα ζούσε ένας πατέρας με 3 κόρες. Ας πούμε τη 18αρα μελαχρινή τίνα την ξανθιά 17αρα λίνα και την δίδυμη αδελφή της Ντίνα. Η μητέρα την είχε κάνει πριν από 5 χρόνια όταν μια μέρα ο νέος ταχυδρόμος που είχε έρθει κατάλαβε ότι η κύρια πήγαινε το γράμμα, της ζήτησε ένα ποτήρι νερό λόγω της ζέστης, όπως είπε (Νοέμβριο μήνα) και η κυρία πάντα φιλόξενη τον κάλεσε μέσα να τον φιλέψει κι ένα λουκουμάκι. Το παλικάρι όρθιο στη κουζίνα απολάμβανε το λουκουμάκι του μαζί με το στόμα της νοικοκυράς που τέτοιο εργαλείο δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της. Δε πα να πνιγόταν να δε πα να δάκρυζε δε πα να κόντευε να κάνει εμετό, αυτή συνέχιζε απτόητη. Αν δεν το έχωνε όλο μέσα της θα έσκαγε.

- Γαμώτο γιατί να μην είναι το στόμα μου όπως το μουνί μου, αναρωτήθηκε συνεχίζοντας το "κλαρίνο" στον ταχυδρόμο ο οποίος είχε να παραδώσει μερικά γράμματα ακόμα οπότε στ' αρχίδια του λίγη καθυστέρηση.

"Τι στο πούτσο προσπαθεί να κάνει η καριόλα;…" σκέφτηκε κρατώντας το κεφάλι της με τα δυο του χέρια πηγαινοφερνοντας το όσο μπορούσε στο λαρύγγι της.

- Όχι μωρή άρρωστη δεν θα σου κάνω τη χάρη και δεν θα σε χύσω αν πρώτα δεν σε γαμήσω.

Τη σήκωσε όρθια και την έβαλε να ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι. Η κυρία υπάκουσε και γεμάτη χαρά περίμενε το θεϊκό, για αυτήν καυλί, να της δείξει τι σημαίνει γαμήσι. Στο μυαλό της συνδύαζε φράσεις που θα του έλεγε όταν το εργαλείο του ταχυδρόμου θα έχει στουμπώσει μέσα της.

- Ωχ… με ξέσκισες πούστη, βγαλ' τον, πονάει, μ… όχι, ναι, βγαλ' τον, όχι καργιόλη, μην τον βγάλεις σε γάμησα.

Η γλώσσα του ταχυδρόμου είχε πιάσει συζήτηση με το μουνί της που ήταν πιο άτριχο από την καράφλα του γιουλ μπρυνερ, κάνοντας τη να τρέμει και να χύνει σαν βρύση. Ο ταχυδρόμος ήταν ώρα να παραδώσει το "γράμμα". Επιτέλους σκέφθηκε αυτή κι έκλεισε τα μάτια να νιώσει την στιγμή. Η ψωλή του είναι χιλιοστά από τον παράδεισο και έχει ακουμπήσει το πουτσοκέφαλο στην πεινασμένη τρύπα που έμοιαζε σαν καρχαρία που είχε να φάει πάνω από μια εβδομάδα και θα έτρωγε οτιδήποτε για να χορτάσει. Ο μεγάλος λευκός καρχαρίας έχει αρπάξει το σφυροκέφαλο και τον ρουφάει όλο μέσα του. Τώρα ποιος γαμούσε ποιον αυτή είναι άλλη ιστορία. Όταν όμως βάζεις να παλέψουν 2 καρχαρίες συνήθως νικάει ο πιο πεινασμένος γιατί δεν έχει κάτι να χάσει. Έλα όμως που η "πείνα" φέρνει και περίεργα αποτελέσματα.

- Αχ… έτσι, χώσε το σφυρί σου μέσα μου, θεέ μου τι πουτσοκέφαλο είναι αυτό!

Και πραγματικά ήταν μεγάλο. Και πραγματικά ήταν εντυπωσιακό. Έχει ανοίξει τέρμα τα πόδια και σπρώχνει ο σφυροκέφαλος μέσα στο στενό σπήλαιο του λευκού που από την "πείνα" είχε κλείσει, αλλά τώρα άνοιγε ξανά. Κι έχει φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Ο ταχυδρόμος θαύμαζε τα τροφαντά καπούλια της νοικοκυράς κι έπρεπε να τους δώσει τα εύσημα. Άρχισε να τη γαμάει με δύναμη. Τόση που της κόπηκε η ανάσα. Πήγε να μιλήσει αλλά η φωνή της πνίγηκε από την πίεση που ένιωθε κάθε φορά που το εργαλείο του έβγαινε και ξαναέμπαινε μέσα στην σπηλιά της σαν ανακόντα. Ότι σενάριο είχε κάνει στο μυαλό της τώρα το "κατάπινε". Έκλεισε τα μάτια έβαλε τα χέρια μαξιλάρι και άφησε το γαμιά της να οργώνει τη μήτρα της. Άκουσε κάτι να της λέει αλλά δεν έδωσε σημασία. Όταν όμως έδωσε λίγη περισσότερη σημασία άκουσε καθαρά τις λέξεις "αγάπη μου γύρισα, που είσαι;".

Κανένας καρχαρίας δε μένει ακίνητος ούτε για μια στιγμή. Τεντώθηκε σαν τόξο αλλά το βέλος δεν έλεγε να φύγει. Τράβαγε έσπρωχνε ο ταχυδρόμος τίποτα. Ο σφυροκέφαλος είχε μείνει μέσα στη σπηλιά του λευκού.

- Αγάπ...

πήγε να πει ο άντρας του σπιτιού και νοικοκύρης και του έπεσε το σαγόνι. Ούτε λέξη δε μπορούσε να πει. Κι ευτυχώς που τα παιδιά ήταν στο κτίριο που μπαίνεις αμόρφωτος και βγαίνεις τούβλο έτοιμο για την κοινωνία.

- Συγνώμη αγάπη μου, συγνώμη…

άρχισε η κυρία σπρώχνοντας τον γαμιά της να βγει. Από την τρομάρα είχε τσιμεντώσει. Και τώρα ούτε ο τρομάρας να ερχόταν να τράβαγε δε θα τους ξεκολλούσε.

- Εγώ ξέρετε... άρχισε ο πηδήκουλας να πλάθει τη δικαιολογία του.

- Εσυ σκασμός…

κι έκανε τουμπεκί ψιλοκομμένο μπροστά στη κουμπούρα που κρατούσε τώρα στα χέρια του ο νοικοκύρης. Πλησίασε κοντά και σήκωσε τη κουμπούρα και την έβαλε στο μέτωπο του γαμιά της συζύγου.

- Κάθισε.

Ο καημένος τα είχε δει όλα. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;

- Άρχισε να γαμιέστε…

φώναξε ενώ έβγαζε τα ρούχα του. Πιο δυνατά ρε, πιο δυνατά.

Που να παρακούσεις στη διαταγή της κουμπούρας που σε σημαδεύει. Η κυρία σαν να ήταν σε ροντέο ανεβοκατέβαινε στη σφυροκέφαλη ψωλάρα, ενώ ο γαμιάς της κρατάει τα μπαλκόνια της και την έχει κάνει να χύνει ακατάπαυστα παρά την τρομάρα της. Ο σύζυγος πλησίασε.

- Άνοιξε, πρόσταξε κι η ψωλή του έγινε ένα με το στόμα του γαμιά της γυναίκας του. Θα σε μάθω εγώ να γαμάς παντρεμένες γυναίκες. Κοίτα μωρή το γαμιά σου τι ωραία πίπα παίρνει, έτσι, μη σταματάς εσύ μωρή πουτάνα να γαμιέσαι.

Κάτι πήγε να πει ο μπουκωμένος αλλά το μετάνιωσε. Συνέχισε να μπουκώνεται. Και τώρα το πικρό κι αηδιαστικό του φαινόταν πιο γλυκό. Σαν να το κατάλαβε ο μπουκαδόρος και βγήκε. Άλλαξε πόρτα και μπήκε εκεί που έπρεπε. Είδε στα μάτια του την απογοήτευση. Η κυρία γαμιόταν, γαμούσε, τσιμπούκωνε κι έχυνε συνέχεια. Τα είχε ξεχάσει όλα. Γι' αυτήν τώρα υπήρχαν μόνο οι 2 πούτσες. Ο Ηρακλής με το ρόπαλο ο... παντελής και η μουνάρα της η Δήμητρα. Ο Ηρακλής ένιωσε τα έγκατα του να φουσκώνουν και η λάβα να ανεβαίνει ταχύτατα προς στην επιφάνεια.

Ο παντελής βλέποντας τον να έχει κλείσει τα μάτια αλλάζει πάλι διαμέρισμα και τώρα είναι φιλοξενούμενος του Ηρακλή που παρότι σφυροκέφαλος, παρότι ροπαλούχος, το στόμα του μια χαρά έπαιζε με τον παντελή. Ένα κύμα συντάραξε τα εγκατα του κόλπου της Δήμητρας με τις φωνές του Ηρακλή να την κάνουν να χύνει από παντού.

- Χύνω πουτάνα, χύνω, α… όλα…

φώναζε ενώ παράλληλα συνέχιζε να δέχεται την κατά στόμα επίσκεψη του παντελή που δεν ήταν ούτε ο μισός του σε μέγεθος. Είναι σαν να πας να φας ψάρι και ο δίπλα τρώει κέφαλο κι εσύ σαρδέλα. Αλλά είπαμε η κουμπούρα. Και ο επισκέπτης δε θα αργούσε να έχυνε το χυμό των σταφυλιών του στο ποτήρι του Ηρακλή που συνέχιζε να αφήνει το δικό του κρασί στον κόλπο της Δήμητρας κάνοντας τη να παραμιλά.

Η λευκή κρέμα του παντελή άρχισε να πέφτει στο λαιμό του Ηρακλή σα γαρνιτούρα πάνω σε τούρτα. Και ο Ηρακλής παρ' ότι δεν έβλεπε την κουμπούρα ένιωθε πολύ όμορφα, όπως όλη η παρέα. Και ξεκόλλησαν και ήταν η τελευταία φορά που ήταν και οι τρεις μαζί.

"Μαλάκας είμαι να την κρατήσω;"… αναρωτήθηκε ο παντελής αφού με γουστάρει η μικρή η Έλσα η γερμανίδα.

"Ρε γαμώτο, σκέφθηκε η Δήμητρα γιατί να μείνω με τον κοντοψώλη και να μην είμαι με το σφυροκέφαλο;"

"Ρε μπας και είμαι πούστης;…" αναρωτιόταν ο Ηρακλής που κοίταζε τον παντελή και ο ανδρισμός του προσπαθούσε να βρει τρόπο για να τον εκδικηθεί. "Αλλά δε γαμιέται, μια πίπα έκανα… δε μου ζήτησε να στήσω κώλ…"

- Ηρακλή, είπε ο παντελής και ο κώλος του Ηρακλή σφίχτηκε. Ηρακλή αν τη γουστάρεις την πουτάνα παρ' τη χάρισμα σου…

"άλλωστε αυτή πάτησε τα 40 ενώ η Έλσα μπαίνει στα 17" σκέφθηκε μέσα του φέρνοντας στο μυαλό του το γαμήσι που της είχε ρίξει χθες.

- Μα εγώ δεν...

- Εσύ τι δεν ρε; Τη γάμησες;… την πήρες.

- Δν με θες;…

τον ρώτησε η Δήμητρα που μέσα της ευχαριστούσε το θεό κάνοντας τάμα στον άγιο που γιόρταζε ανήμερα.

Ο Ηρακλής ταχυδρόμος ήταν, όχι γορίλλας σε κλαμπ για να αρχίζει να μουγκρίζει. Άλλωστε δε θα είχε μόνο αυτήν. Είχε να μοιράσει τόσα γράμματα. Κι έφυγαν μαζί αφού πρώτα είχε ζητήσει μετάθεση. Κι ο παντελής έμεινε πίσω με 3 κόρες που θα τις μεγάλωνε μόνος του. Κι από εδώ και πέρα ξεκινάει το παραμύθι μας.




Copyright protected OW ref: 178728