Μικρός και άμαθος... ή όχι εντελώς

Δημοσιεύθηκε από Ιανός
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 01-09-2020
Κάθε καλοκαίρι Ιούλιο και Αύγουστο κατέβαινα στο χωριό μου για διακοπές. Από δημοτικό έως και μετά την Πάντειο. Εκεί οι συγγενείς με είχαν αναστήσει σε γιορτές και διακοπές και πάντοτε αγαπούσα να το επισκέπτομαι. Η παραλία απέχει έξι χιλιόμετρα. Οι μόνιμοι κάτοικοι ζήτημα ήταν να φτάνανε τους εκατόν είκοσι. Αλλά τον Αύγουστο έρχονταν και πολλά ξαδέρφια από σχεδόν όλα τα μέρη της Ελλάδας.

Εκείνο το καλοκαίρι είχα κλείσει τα δεκαεφτά. Ο επόμενος χρόνος ήταν οι πανελλαδικές εξετάσεις και η τρίτη δέσμη με περίμενε. Ήταν το μόνο έτος που πήγα Αύγουστο στο χωριό, γιατί έκανα φροντιστήριο προετοιμασίας για την τρίτη λυκείου και τη δέσμη. Βέβαια είχα γνωρίσει και την κοπέλα μου τη Βίκυ και ήμουν μέσα στην πρώτη καψούρα της νιότης. Με το ζόρι δέχτηκα να κατέβω στο χωριό μου. Προσπαθούσα να βρεθώ μόνος με το αίσθημα, ώστε να εξερευνήσουμε τις χαρές του έρωτα. Φυσικά την παρθενιά μου την είχα χάσει στα καλά σπίτια, αλλά ήθελα και αποζητούσα να απολαύσω το σώμα της. (Εμείς δεν είχαμε ίντερνετ εκείνο τον καιρό και ο μόνος τρόπος να μάθεις ήταν οι οίκοι ανοχής)

Έφτασα αρχές Αυγούστου και σχεδόν όλα τα ξαδέρφια ήταν εκεί. Κάθε πρωί κατά τις δέκα, ξεκινάγαμε με μηχανάκια ή ποδήλατα για τη θάλασσα και γυρίζαμε μεσημέρι. Κάθε απόγευμα καθόμασταν κάτω από την τεράστια κουκουναριά και πίναμε καφέ, παίζαμε μονόπολη τα μικρότερα και hero-quest η δική μου παρέα που ήταν στην ηλικία μου συν- πλιν ένα χρόνο. Κάθε βραδάκι βρισκόμασταν στην πλατεία του χωριού, όλα τα παιδιά, συγγενείς και φίλοι και παίζαμε κρυφτό ή κυνηγητό ή οι πιο μεγάλοι αράζαμε και προσέχαμε τους μικρότερους.

Αργά το βράδυ, εγώ και τρία ξαδέρφια και μια ξαδερφή, παίρναμε καρέκλες και πηγαίναμε καμιά εκατοστή μέτρα μακριά από το κύριο σπίτι. Εκεί συζητούσαμε για διάφορα, σκαρφιζόμαστε ιστορίες, πίναμε το κρασί του μπάρμπα και γενικά διασκεδάζαμε. Μπορεί να ακούγεται μονότονο, αλλά για εμάς ήταν ιεροτελεστία. Το δεκαπενταύγουστο όλο το σόι συγκεντρωνόταν σε κάποιο σπίτι γιατί είχαμε Μαρίες και Παναγιώτηδες και Παναγιώτες. Δυο-τρεις μέρες αργότερα το χωριό ερήμωνε.

Ήμουν κι εγώ έτοιμος να φύγω με τους γονείς μου, όταν μου άφησαν λεφτά και μου είπαν ότι έπρεπε να κάτσω μια βδομάδα ακόμα. Νευρίασα άσχημα, γιατί δε μπορούσα να επικοινωνήσω με τη Βίκυ και της είχα πει ότι θα βρισκόμαστε τρεις μέρες μετά τις δεκαπέντε, αλλά υπέκυψα στο θέλημα των γονέων. Τελικά κατάφερα να τη βρω στο τηλέφωνο στις δεκαεννιά και μου είπε με μισά λόγια ότι χωρίζουμε. Φυσικά με έπιασαν τα διαόλια μου και δε με χωρούσε η γη. Το ίδιο βράδυ έκατσα και ήπια μόνος μου τρία κιλά κρασί, το ξέρασα και ξαναήπια. Ήταν από τα πρώτα μεθύσια μου. Οι θείοι κάτι κατάλαβαν, αλλά δε μου είπαν τίποτα.

Την άλλη μέρα ξύπνησα με ένα κεφάλι κουδούνι. Ευτυχώς κοιμόμουν στο σπίτι της μητέρας μου και δεν ήταν κανένας εκτός από εμένα. Κατάπια δύο ασπιρίνες και ήπια μια μπουκάλα νερό. Μετά έφτιαξα ένα φραπέ, έβαλα τα γυαλιά ηλίου και το καπέλο και βγήκα έξω να καπνίσω κάτω από τον ίσκιο των δέντρων.

Καθώς κάθισα κάτω από μια μουριά, η γιαγιά (θεία της μητέρας) από το διπλανό σπίτι έψηνε ψωμί στον φούρνο (παλιός με κάρβουνα και καμινάδα) και με φώναξε να τη βοηθήσω με το φτυάρι. Πήγα (τι να έκανα, γιαγιά μου ήταν) και αφού έβγαλα τα ταψιά με το φρέσκο ψωμί, με ρώτησε:

- Γιανέ μου (έτσι με φώναζε πάντοτε). Ήρθε ο βαφτισιμιός μου με τη γυναίκα του, αλλά κάτι έτυχε και έπρεπε να ανέβει στην Αθήνα για δυο μέρες. Δεν παίρνεις την Πόπη να την πας θάλασσα; Εγώ σου έφτιαξα και τηγανίτες να φας με τον καφέ σου…

είπε και μου έβγαλε τέσσερις μεγάλες τηγανίτες με μέλι.

- Εντάξει γιαγιά! Θα την πάω! Αλλά είσαι μεγάλη μαλαγάνα…

είπα με χαμόγελο χωρίς καν να ξέρω ποιος είναι ο βαφτισιμιός ή η γυναίκα του. Έφαγα με όρεξη και το στομάχι μου συνήλθε. Μετά πήγα και έβαλα μαγιό, πήρα πετσέτα και πήγα στο σπίτι της γιαγιάς. Εκεί την είδα πρώτη φορά. Το μαλλί της ήταν ξανθό με μπούκλες και έφτανε ως τους ώμους της. Φορούσε ένα τζιν σορτσάκι και μια μακό άσπρη μπλούζα με κόκκινες οριζόντιες γραμμές. Είχε ύψος γύρω στο 1.70 και 60 κιλά βάρος. Το δέρμα της είχε το χρώμα του χαλκού από την ηλιοθεραπεία. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά πράσινα και η ηλικία της γύρω στα 30. Είχε λίγες φακίδες στο πρόσωπο και στη μύτη της και ήταν πολύ όμορφη. Συστηθήκαμε και με ρώτησε πως θα πάμε στην παραλία. Της απάντησα με το παπάκι και χαμογέλασε.

Τρία λεπτά αργότερα ξεκινούσαμε. Όπως είχε καθίσει πίσω μου, με είχε αγκαλιάσει και είχε δέσει τα χέρια της στο στομάχι μου. Τα αρκετά μεγάλα βυζιά της είχαν κολλήσει στη φανέλα μου. Εκείνη τη στιγμή μπορώ να ομολογήσω πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που είχα τόσο κοντά μου μια γυναίκα. Καθώς κατεβαίναμε προς την παραλία και μπήκαμε σε χαλικόδρομο, το παπάκι αναπήδησε και τα χέρια της σφίχτηκαν περισσότερο πάνω μου.

- Μην ανησυχείς, της είπα. Δεν έχει άλλες λακκούβες.

Λίγο αργότερα φτάναμε στην παραλία και πήγα να αράξω κάτω από ένα πεύκο. Χωρίς καν να το καταλάβω είδα το ατελείωτο πόδι της να περνάει από πίσω μου και να ξεπεζεύει. Κατόπιν πήγαμε προς την αμμουδιά και άπλωσα μια μεγάλη ψάθα που είχα πάρει, σκεπάζοντας με πέτρες τις γωνίες. Φυσούσε νοτιάς και έφερνε κύματα ζέστης.

Η Πόπη κάθισε δίπλα μου και έβγαλε από την τσάντα της αντηλιακό. Στη συνέχεια έβγαλε τη μακό φανέλα και το σορτσάκι. Πίσω από τα γυαλιά ηλίου κοίταγα σα χάνος. Το ύφασμα του μαύρου μαγιό από το σουτιέν, ίσα που κάλυπτε τα βυζιά της που ξεχείλιζαν. Άρχισε με γρήγορες κινήσεις να επαλείφει λάδι πάνω της, ενώ εγώ ένοιωσα να καυλώνω με το θέαμα που μου προσέφερε. Ευτυχώς που φορούσα μαγιό βερμούδα (βάρκα) και δεν ήταν ακόμα τα αποτελέσματα εμφανή. Όταν έβγαλα τη φανέλα μου με ρώτησε αν ήθελα αντηλιακό. Της είπα πως δε χρειάζομαι και έκανα να πάω προς τη θάλασσα. Εκείνη με ρώτησε αν μπορώ να της βάλω στην πλάτη. Γύρισα προς το μέρος της και τη βοήθησα. Στη συνέχεια έφυγα για τη θάλασσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Το ότι είχα αγγίξει τη σάρκα της, έστω και στην πλάτη με είχε κάνει να φουντώσω.

Το νερό ότι είχε αρχίσει να ζεσταίνει από τις ακτίνες του ήλιου με συνέφερε. Αφέθηκα στη χαρά της κολύμβησης, αλλά που και που έριχνα μια ματιά προς το μέρος της. Μισή ώρα αργότερα η παραλία είχε αρχίσει να γεμίζει με κόσμο. Για να μην τα πολυλογώ, βρέθηκα να την περιμένω στον ίσκιο των πεύκων όσο έκανε ηλιοθεραπεία. Καθώς γυρνάγαμε πίσω στο σπίτι μου ζήτησε συγγνώμη και με ρώτησε αν βαρέθηκα. Της απάντησα ότι γενικά δεν κάθομαι στον ήλιο, αλλά δε με πείραξε να την περιμένω.

Γυρίσαμε και πήγα γρήγορα να ξεπλύνω το αλάτι στο δικό μας εξωτερικό μπάνιο/τουαλέτα. Εκεί δεν άντεξα και βάρεσα μια γρήγορη και δυνατή μαλακία σκεφτόμενος τα βυζιά και το σώμα της. Το απογευματάκι έπινα καφέ και άκουσα τη γιαγιά να φωνάζει. Πήγα να δω τι ήθελε και μου είπε αν μπορώ να κάνω λίγο παρέα με την Πόπη. Καθίσαμε μαζί και συζητήσαμε διάφορα άσχετα πράγματα. Τέλος με ρώτησε τι κάνουμε για διασκέδαση σε αυτά τα μέρη. Της απάντησα ραδιόφωνο και τίποτα άλλο. Την είδα που απογοητεύτηκε.

Το βράδυ κατά τις έντεκα, η γιαγιά είχε πάει για ύπνο και το ίδιο οι θείοι και οι θειάδες μου. Πλησίασα στο δίπλα σπίτι και είδα την Πόπη που καθόταν έξω και κάπνιζε κάτι σλιμ τσιγάρα. Της ψιθύρισα να έρθει προς το μέρος μου και όταν πλησίασε τη ρώτησα:

- Θέλεις να πάμε σε μια κοντινή παραλία που έχει κλαμπ; Είναι καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα από τους πλάγιους δρόμους, αλλά αξίζει.

- Γιατί μου το πρότεινες αυτό, με ρώτησε με μια υποψία χαμόγελου στο πρόσωπό της.

- Γιατί σε είδα που ξενέρωσες. Εμένα δε με αφήνουν να πάω, αλλά αν θες σε φυγαδεύω εκεί.

Συμφώνησε και μου είπε να περιμένω δέκα λεπτά να αλλάξει. Της είπα ότι δεν πάμε σε επίσημο δείπνο και πως τα ρούχα της είναι μια χαρά. Μου απάντησε ότι ήθελε να βάλει μέηκ-απ και εγώ ρώτησα γιατί με πραγματική απορία. Με κοίταξε λίγο και της είπα ότι είναι μια χαρά και δε χρειάζεται μέηκ-απ.

Ένα λεπτό αργότερα έσπρωχνα το μηχανάκι για να μην ακουστεί που θα έβαζα μπροστά. Μισή ώρα αργότερα καθόμασταν στο ανοιχτό κλαμπ και εγώ έπινα μια μπύρα ενώ αυτή ένα τζιν τόνικ. Η μουσική που έπαιζε το μαγαζί ήταν ελληνικά της εποχής. Ωραία ακούσματα. Καθίσαμε κανένα δίωρο, ήπιαμε άλλα δύο ποτά και γυρίσαμε σπίτι. Ήταν γύρω στις δύο το πρωί. Έσβησα το μηχανάκι καμιά διακοσαριά μέτρα μακριά από το σπίτι και με τη βοήθεια της μικρής κατηφόρας έφτασα ως εκεί.

Η Πόπη κατέβηκε και όταν το έβαλα στο σταντ, ήρθε δίπλα μου, μου έπιασε το πρόσωπο και με φίλησε στο στόμα απαλά.

- Σε ευχαριστώ για την όμορφη βραδιά! Ήταν υπέροχη. Καληνύχτα.

Την είδα να απομακρύνεται ενώ η πούτσα μου σάλευε έντονα. Μπήκα στο σπίτι, πέταξα τα ρούχα από πάνω μου, βρέθηκα στο κρεβάτι και βάρεσα άλλη μια μαλακία για πάρτη της.

Το άλλο πρωί ξύπνησα πάλι με καύλες. Η πούτσα μου ήταν σα σίδερο και αντί να πάω να κατουρήσω, αυνανίστηκα εκ νέου.

Κατά τις δέκα ετοιμάστηκα για να πάω στη θάλασσα και πέρασα να ρωτήσω την Πόπη αν ήθελε να έρθει. Ήταν ήδη έτοιμη και φύγαμε για τη γνωστή παραλία. Στο δρόμο που πηγαίναμε με ρώτησε αν υπήρχε κάποιο μέρος πιο ερημικό. Αφού σκέφτηκα λίγο, άλλαξα κατεύθυνση και πήγα προς ένα μέρος που ήξερα. Ήταν μισή ώρα δρόμος πιο μακριά και έπρεπε μια φορά να ξεπεζέψουμε και να σπρώξω το μηχανάκι από παχύ στρώμα άμμου. Μόνο αγροτικά 4 επί 4 τέσσερα έπαιρναν αυτό το δρόμο. Ένα χιλιόμετρο αργότερα πάρκαρα δίπλα σε κάτι μεγάλες καλαμιές. Δεν υπήρχε δέντρο για σκιά, αλλά η παραλία ήταν έρημη. Στα γρήγορα άπλωσα την ψάθα και η Πόπη με παρακάλεσε να την αλείψω με αντηλιακό.

Φυσικά το περίμενα πως και πως. Με την άκρη των δαχτύλων μου "έπιασα" λίγο στήθος, αλλά εκείνη δεν είπε τίποτα. Η πούτσα μου ήταν πάλι πέτρα. Γρήγορα πήγα στο νερό ενώ εκείνη ξάπλωσε στην ψάθα βάζοντας ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο στο για προσκεφάλι. Εγώ καθώς κολυμπούσα κοίταζα προς το μέρος της. Ήταν γυρισμένη μπρούμυτα και είχε βγάλει το σουτιέν. Άρχισα να την παρατηρώ καλύτερα, ενώ η πούτσα μου είχε σκληρύνει απελπιστικά πολύ. Δεν άντεξα στη σκέψη και βούτηξα μέσα στη θάλασσα. Αφού απομακρύνθηκα αρκετά και έκανα ότι κολυμπάω, κατέβασα το μαγιό μου και άρχισα να την παίζω. Ξαφνικά η Πόπη σηκώθηκε και γύρισε. Εγώ είχα σε πλήρη θέα τα μεγάλα βυζιά της, με τις σοκολατένιες ρώγες. Δεν ήξερα αν με πρόσεξε, αλλά χώθηκα όλος κάτω από το νερό και γύρισα πλάτη. Δευτερόλεπτα αργότερα έχυνα μέσα στη θάλασσα και φόρεσα το μαγιό μου. Έκατσα ακόμα κανένα δεκάλεπτο στο νερό χωρίς να έχω γυρίσει προς το μέρος της.

Τότε άκουσα πλατσουρίσματα και την είδα να μπαίνει μες τη θάλασσα φορώντας το σουτιέν. Απογοητεύτηκα, αλλά καύλωσα. Όπως και να 'χε, το θέαμα αυτής της γυναικάρας να μπαίνει στο νερό θα ήταν καυλωτικό όχι μόνο για ένα νεαρό, αλλά οποιονδήποτε. Ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες και άρχισε να κολυμπά. Το μυαλό μου αν και ισχυρά πειθαρχημένο, ακόμα και σε αυτή την ηλικία, άκουγε εντολές από το κάτω κεφάλι. Βγήκα έξω, σκουπίστηκα με την πετσέτα και άναψα τσιγάρο για να ξεχάσω τη θέα της.

Ήμουν στο δεύτερο τσιγάρο όταν ήρθε δίπλα μου. Δε θυμάμαι γιατί μιλήσαμε. Αυτό που θυμάμαι καθαρά είναι οι στάλες του νερού που έτρεχαν στο σώμα της. Όταν ήμασταν στο δρόμο του γυρισμού, μια δεντρογαλιά διέσχισε το δρόμο και απότομα πάτησα φρένο. Το σώμα της Πόπης κόλλησε πάνω μου και το χέρι της άγγιξε τη σηκωμένη πούτσα μου. Είδε το φίδι να περνά κι έβγαλε μια μικρή κραυγούλα. Τα δάχτυλα του χεριού της ήταν πάνω μου. Η πούτσα μου σηκωμένη όπως ήταν συσπάστηκε και κατάλαβα ότι κατάλαβε, αλλά δεν είπε λέξη. Συνεχίσαμε το δρόμο μας. Όταν γυρίσαμε, την έπαιξα άλλη μια φορά για χάρη της.

Το απόγευμα ξαναήπιαμε καφέ μαζί και έμαθε τι κάναμε τα βράδια με τα ξαδέρφια. Κατά τις δέκα ήρθε στο σπίτι μου και με φώναξε. Είχε μαζί της δυο μπουκάλια κρασί παγωμένα και δυο ποτήρια. Εγώ πήρα το φορητό ραδιόφωνο, φορτώθηκα δυο καρέκλες και ένα μικρό σοφρά και τραβήξαμε καμιά εκατοστή μέτρα μακριά από τα σπίτια και προς μια κατηφορίτσα που δεν έκανε αντίλαλο και ήταν ερημική. Το μόνο φως ήταν το φεγγάρι. Παρέα μας είχε έρθει και ο σκύλος. Αν και δεν ήξερε την Πόπη, εμένα με άκουγε σε όλα γιατί τον τάιζα από μικρό και του έξυνα το αυτί με τρόπο που του άρεσε. Έστησα καρέκλες και σοφρά, είπα στο σκύλο να αράξει κοντά μου, γέμισα τα ποτήρια και έδωσα το ένα στην Πόπη. Κατόπιν ανάψαμε ένα τσιγάρο και έβαλα το ραδιόφωνο να παίζει.

- Ξέρεις Ιανέ, είπε η Πόπη με πολύ ήρεμο τόνο. Κατά λάθος έπιασα το πουλί σου όταν με τρόμαξε το φίδι και ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη. Αλλά και να σε ευχαριστήσω που με πήγες σε αυτή την παραλία για να κάνω την ηλιοθεραπεία μου χωρίς σουτιέν.

Ξεροκατάπια λίγο και δεν ήξερα τι να απαντήσω. Με τη Βίκυ είχα ανταλλάξει κάποια φιλιά και μετά πάντοτε ένοιωθα τα αρχίδια μου τουμπανιασμένα. Αλλά τώρα με την Πόπη, μια ώριμη γυναίκα (στα μάτια μου), δεν ήξερα το παιχνίδι. Η Πόπη συνέχισε.

- Επίσης πρόσεξα πως με κοιτάς, αλλά δεν κάνεις κάτι κακό. Είσαι ένας νέος άντρας και έχεις ανάγκες. Έχεις κοπέλα;

- Βασικά είχα, αλλά με χώρισε προχτές και δεν ξέρω γιατί, είπα στα γρήγορα.

Πολύ σύντομα η κουβέντα μας έγινε πιο προσωπική. Της είπα ότι δεν είχα πάει μαζί της και τελικά με ρώτησε αν έχω πάει ποτέ με γυναίκα. Της απάντησα πως ναι, αλλά έτσι όπως με κοιτούσε, της ξεφούρνισα τις συνθήκες. Είχα καυλώσει και πάλι.

- Κρίμα είναι να τρυγούν τον ανθό της νιότης οι παστρικές, είπε.

Τότε δεν είχα καταλάβει τι σήμαιναν τα λόγια της.

- Θα σου πω ένα μυστικό, μου είπε και έσκυψε προς το μέρος μου. Κατάλαβα ότι τον έπαιζες στη θάλασσα και ήθελα να δω τις αντιδράσεις σου.

Το χέρι της ακούμπησε την ορθωμένη πούτσα μου, πάνω από τη βερμούδα. Στη συνέχεια άρχισε να την τρίβει και να με κοιτά.

- Πω, πω! Είσαι τούρμπο!

Είχα σαστίσει!

- Ο άντρας μου έχει να με γαμήσει πάνω από δύο μήνες. Είμαι γυναίκα κι έχω τις ανάγκες μου.

Το χέρι της εξακολουθούσε να τρίβει την πούτσα μου αργά και απολαυστικά. Ξαφνικά με τράβηξε προς το μέρος της και ταυτόχρονα μου είπε να σηκωθώ. Καθώς το έκανα σα μαγεμένος, μου κατέβασε βερμούδα και μποξεράκι και η πούτσα μου τινάχτηκε στητή σα σιδερένιο έλασμα.

- Τώρα θα σου πάρω μια πίπα, είπε. Και θέλω να το απολαύσεις. Μην ανησυχείς για τα χύσια σου!

Αμέσως το στόμα της βρέθηκε κοντά στην πρησμένη βάλανο. Η γλώσσα της τινάχτηκε και μάζεψε τα προσπερματικά μου υγρά. Το χέρι της μάλαζε παλινδρομικά το στέλεχος και το στόμα της αγκάλιασε την πούτσα μου και την κατάπιε σχεδόν ολόκληρη.

- Μ… είπε και όταν τράβηξε το στόμα της και μου πάτησε τρία γλειψίματα συνέχισε. Έχεις ωραία γεύση.

Στη συνέχεια ξανακατάπιε όλη την πούτσα μου ρουφώντας. Την πουτάνα στο μπουρδέλο που είχα πάει. δεν την είχα αφήσει να με γλείψει πολύ. Όμως η Πόπη άρχισε να επιταχύνει το ρυθμό της και ένοιωσα ότι κόντευα. Έβγαλα μια κραυγή κι εκείνη συνέχισε να με τσιμπουκώνει γρήγορα, ενώ τελείωνα στο στόμα της. Αφού τα κατάπιε όλα, ήπιε λίγο κρασί και μου είπε να ντυθώ.

Ανάψαμε τσιγάρο και την είδα να χαμογελάει.

- Ήταν απίστευτο, της είπα.

- Πόσες φορές την έπαιξες σήμερα;

- Τρεις!

- Και αυτή ήταν η τέταρτη φορά που έχυσες;

Έγνεψα καταφατικά.

- Θέλω κι εγώ να σε γλείψω, είπα απότομα. Αλλά θα πρέπει να μου λες τι να κάνω γιατί δεν ξέρω, πρόσθεσα πιο χαμηλόφωνα.

- Όλα στην ώρα τους, μου είπε με ένα μυστήριο ύφος.

Ήπιαμε κι άλλο κρασί και μετά από ώρα τράβηξε τη φανέλα της και εξέθεσε τα βυζιά της. Μου είπε να πλησιάσω και να βυζάξω την κάθε ρώγα. Μου είπε πως να δαγκώσω απαλά, πως να γλείψω και να πιπιλίσω και πως να φιλήσω. Εγώ σαν καλός μαθητής άκουσα τις οδηγίες της και μετά από λίγο τους αναστεναγμούς της. Το χέρι της είχε μπει μέσα στο σορτσάκι και έπαιζε με το μουνάκι της. Η πούτσα μου είχε σηκωθεί και πάλι. Αυθόρμητα κατέβασα βερμούδα και μποξεράκι και με το ένα χέρι άρχισα να την παίζω. Ενώ φιλούσα τα μεγάλα βυζιά της, σιγά-σιγά ανέβαινα προς το λαιμό της και βρέθηκα να την φιλάω στο στόμα. Αφού φιληθήκαμε για λίγο, με έσπρωξε απαλά. Μου είπε να αφήνω τη γλώσσα της να μπαίνει στο στόμα μου και να μη γίνομαι βίαιος, αλλά με την άκρη της δικιάς μου να χαϊδεύω τη δικιά της. Μερικά λεπτά αργότερα κι ενώ εγώ την έπαιζα ακόμα, μου δήλωσε ότι φιλούσα καλύτερα κι από τον άντρα της. Το χέρι της εξακολουθούσε να μαλάζει το μουνάκι της και το τράβηξα. Αμέσως μύρισα τα δάχτυλα της και τα έγλειψα με λαχτάρα.

Την είδα να μου χαμογελάει. Αμέσως έσκυψε και πήρε την πούτσα μου στα βυζιά της. Το θέαμα ήταν θεϊκό καθώς μου βαρούσε μια ισπανική μαλακία. Δε μπορούσα να κρατηθώ και της το είπα. Σε μηδέν χρόνο κατάπιε με το στόμα της την πούτσα μου και έχυσα ξανά. Πλέον δε με ένοιαζε τίποτα. Της είπα ότι θέλω να τη γλείψω.

Γονάτισα μπροστά της ενώ εκείνη έβγαλε το σορτσάκι της. Δε φορούσε κιλοτάκι. Άνοιξε τα πόδια της πάνω στην καρέκλα και χώθηκα ανάμεσα στα σκέλια της. Αν και πραγματικά δεν ήξερα τι να κάνω, μου έδωσε πολύ λίγες συμβουλές. Στο πώς να την γλείψω ή ρουφήξω και πότε να της βάλω δάκτυλο ή να ακουμπήσω την κλειτορίδα της. Για μισή ώρα έγλειφα το θεσπέσιο μουνάκι της. Η πούτσα μου ξανά είχε σηκωθεί και την έβγαλα έξω. Η Πόπη τις τελευταίες στιγμές κραύγαζε δυνατά και σηκώθηκα να της κλείσω το στόμα με ένα φιλί. Η ψωλή μου άγγιξε τα χείλη του μουνιού της. Καθώς τη φιλούσα, το χέρι της την έπιασε και την έσπρωξε μέσα της.

- Γάμα με, γάμα με, γάμα με, βογκούσε δυνατά.

Άρχισα να κινούμαι μέσα της γρήγορα και δυνατά. Εκείνη φώναζε ότι χύνει. Τη φίλησα ξανά με πάθος και από μόνος μου σταμάτησα το γρήγορο μπες-βγες και άρχισα να κινούμαι κυκλικά μέσα της. Τα μάτια της με κοίταξαν. Μου πρότεινε να αλλάξω φορά, μου επικέντρωσε την προσοχή, αλλά ήταν ευχαριστημένη με τον τρόπο που κινιόμουν. Άρχισε να χύνει δυνατά. Δε μπορούσα να κρατηθώ άλλο και έβγαλα την πούτσα μου. Αυτή τη φορά την ακούμπησα πάνω στις βυζάρες της και έχυσα εκεί.

Καθίσαμε κι οι δυο να πάρουμε ανάσες. Ανάψαμε τσιγάρο και ήπιαμε λίγο κρασί, γιατί δεν είχαμε νερό. Ντυθήκαμε και μου είπε ότι είμαι καλός μαθητής. Χαιρόταν που την άκουγα, αλλά και που πήρα κάποιες πρωτοβουλίες.

Εγώ από την πλευρά μου πήγαινα για πρώτη φορά με γυναίκα (που δεν είχα πληρώσει) και που μπορούσα να μιλήσω. Δειλά τη ρώτησα αν το έκανα καλά και μου απάντησε αρκετά καλά και πως με τον καιρό θα μάθαινα περισσότερα.

Με το ζόρι μάζεψα τα συμπράγκαλα και τα πήγα στο σπίτι μου. Εκεί την έβαλα μέσα και της έδωσα νερό. Κόντευε τρεις, αλλά της ζήτησα να το κάνουμε σε κρεβάτι. Δε μου έφερε αντίρρηση. Αυτή τη φορά κρατήθηκα πιο πολύ. Δεν ήταν μόνο το κρασί ή η εξάντληση, αλλά μου έμαθε τρόπο να χαλαρώνω τον εαυτό μου και να συγκεντρώνομαι σε αυτή. Η Πόπη έχυσε πάνω στην πούτσα μου δυο φορές ακόμα και εγώ άλλη μια φορά στο στόμα της.

Την άλλη μέρα ξύπνησα εξαντλημένος και κόντευε δώδεκα. Πήγα δίπλα στη γιαγιά να ρωτήσω για την Πόπη και μου είπε ότι ήρθε ο άντρας της και πήγαν για μπάνιο. Ένα τσίμπημα ζήλιας με τάραξε, αλλά το έδιωξα αμέσως. Η Πόπη ήταν κάτι σα δασκάλα μου. Δεν ήταν δικιά μου. Το απόγευμα ήρθε και δεν είχαν γυρίσει. Το βράδυ άραξα στο σπίτι και άκουγα μουσική. Η πόρτα χτύπησε διακριτικά και λίγο αργότερα η Πόπη μπήκε μέσα. Μου είπε ότι ο άντρας της ροχαλίζει και πως αύριο φεύγουν. Μου δήλωσε ότι ήθελε να το κάνουμε όσες περισσότερες φορές γινόταν σήμερα για να αποκτήσω εμπειρίες.

Πραγματικά έφυγε από το σπίτι ξημερώματα. Το σκορ πάνω από 20-5 υπέρ της. Δεν την είχα ξαναδεί ή μιλήσει μαζί της μέχρι πρόσφατα.

Η Πόπη είχε βρει το τηλέφωνο μου από κάτι γνωστούς (είναι χωρισμένη πλέον) και μου είπε ότι διάβαζε ιστορίες από το site και όταν είδε το όνομά μου, αποφάσισε να επικοινωνήσει μαζί μου. Της πρότεινα να γράψω την ιστορία μας και απάντησε θετικά. Το μόνο που μου ζήτησε ήταν να αλλάξω το όνομά της.




Copyright protected OW ref: 178365