Sugar Mama (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Yannis-Petros
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 23-06-2020
Δεν άντεξε και μόλις τελείωσε με μια μακρά συνάντηση με συνεργάτες της, το μεσημεράκι, τον πήρε στο τηλέφωνο.

- Τι κάνεις Μανώλη;

- Α… εσείς! Καλά είμαι. Το σπίτι μου είναι χάλια. Από το πρωί μαζεύω και δε μπορώ να το συμμαζέψω όπως θα ήθελα.

- Βρε παιδί μου να σου στείλω την κοπέλα που με βοηθάει στο σπίτι μου να σε βοηθήσει. Ξέρει από δουλειές και τακτοποίηση.

- Μπα, δε χρειάζεται, πάντως ευχαριστώ για την πρότασή σας

- Καλά θα τα πούμε. Θα περάσω να σε πάρω κατά τις επτά. Είναι καλά για σένα;

- Ναι καλά είναι, αλλά…

δεν πρόλαβε να αποσώσει τα λόγια που ήθελε να της πει και τον διέκοψε.

- Θα τα πούμε το απογευματάκι. Γεια, προς το παρόν.

Έμεινε ξερός. Δε μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό που έγινε χθες βράδυ θα μπορούσε να συνεχιστεί. Μόλις συνέφερε λίγο το σπίτι του έπεσε στα τηλέφωνα να βρει παλιούς κολλητούς. Τελικά βρήκε το Βίκτορα, τον κολλητό του. Είπαν τα δικά τους, νέα για γκόμενες, για το στρατό, το απολυτήριο, μέχρι τι πέρασε χθες όλη την ημέρα. Ο Βίκτορας είχε μείνει άναυδος. Δε μίλαγε δεν είπε ούτε μια κουβέντα. Όταν σταμάτησε ο Μανώλης, ο Βίκτορας τόλμησε να ρωτήσει.

- Και τώρα, ρε μαλάκα, τι θα κάνεις;

- Τι να κάνω, ρε συ; Την περιμένω να έρθει στις 7, να συναντηθούμε. Τι να σου πω.

- Πω ρε πούστη μου! Τι σου έτυχε. Είχε μείνει ο Βίκτορας με ανοιχτό το στόμα.

- Σε παρακαλώ ρε Βίκτορα, μην πεις τίποτα στους κολλητούς, εντάξει.

- Ναι ρε συ, το συζητάς;

Είπαν και για τα μαθήματα που θα άρχιζαν σε 15 μέρες και για τα εργαστήρια. Όλα τα είπαν και έκλεισαν τα τηλέφωνα. Ο Μανώλης έκανε ένα ντουζάκι και ξάπλωσε για έναν υπνάκο. Επτά η ώρα έτοιμος σενιαρισμένος την περίμενε. Ένα ντριν στο κινητό και ο νεαρός κατεβαίνει να συναντήσει την ώριμη γυναίκα. Ανοίγει την πόρτα της Mercedes, πρώτα τη μύρισε και μετά την είδε. Του φάνηκε εξαιρετικά όμορφη και πολύ καλοντυμένη.

- Θέλω να πάμε να σου πάρω ένα όμορφο κουστούμι Μανώλη μου.

- Μα, δεν…

- Χρειάζεται αγόρι μου, μη μου αρνηθείς, σε παρακαλώ.

Πήγαν σε ένα μαγαζί, ούτε κατάλαβε που ήταν. Άρχισε να ψάχνει η Έρη με τον πωλητή, ένα κραγμένο πουστράκι, για το κατάλληλο κουστούμι. Πήγε στο δοκιμαστήριο με τον πωλητή, ο οποίος του έλεγε συνέχεια πόσο ωραίος ήταν και πόσο όμορφο και αρρενωπό κορμί έχει και αν θα ήθελε να βγουν έξω μαζί για ένα ποτάκι. Η Έρη παρενέβη και του έκοψε τη φόρα. Στο δοκιμαστήριο του πήρε τα μέτρα για να εφαρμόσει το παντελόνι και όταν του μέτραγε τον καβάλο δε μπόρεσε να μην τον ακουμπήσει στ’ αρχίδια. Ο Μανώλης έκανε τον αδιάφορο. Δεν τον ενδιέφερε ποτέ η σχέση με κάποιο άντρα, ούτε στις μεγάλες καύλες του το είχε σκεφτεί. Η Έρη πλήρωσε και έφυγαν για το σπίτι της. Του έδωσε την απόδειξη για να έρθει σε δυο μέρες να παραλάβει τα ρούχα του. Όταν είδε την τιμή του έπεσε το σαγόνι. Πέντε μηνιάτικα δεν έφταναν για να το αγοράσει.

Όταν μετά από δύο μέρες ανέβηκε στο κέντρο και το παρέλαβε, ο πωλητής του είπε να το προβάρει. Έβαλε και το καινούριο πουκάμισο και ήταν πραγματικά φιγουρίνι. Ο πωλητής ανέκραξε «Θεός είσαι αγόρι μου, Θεός». Όπως ήταν ντυμένος με τα όμορφα καινούρια του ρούχα πήγε να τη συναντήσει. Ήταν σε κεντρικό ζαχαροπλαστείο του Συντάγματος. Μπήκε την είδε και την πλησίασε. Έτσι κούκλος που ήταν δεν τον αναγνώρισε με την πρώτη. Της είπε «καλημέρα» και αυτή είδε ένα άλλο Μανώλη. Σηκώθηκε και τον αγκάλιασε δίνοντάς του ένα φιλί στο μάγουλο. Πλήρωσε και έφυγαν αμέσως για το σπίτι της. Τον ήθελε τώρα αλλά δεν τολμούσε ούτε στον εαυτό της να το ομολογήσει. Έφτασαν στο σπίτι της, έκλεισε την πόρτα πίσω της και του είπε:

- Έλα αγόρι μου να σε δω. Πόσο όμορφος είσαι παιδί μου; Αυτός της στήθηκε όπως είχε δει σε διάφορες φωτό από περιοδικά. Τον αγκάλιασε πάλι και αυτή τη φορά του έδωσε ένα βαθύ γλωσσόφιλο. Του ψιθύρισε:

- Σε θέλω αγόρι μου, σε θέλω τώρα. Έλα μωρό μου, πάρε με τώρα!

- Κι εγώ σε θέλω… της είπε, και τρόμαξε γι’ αυτό που είπε τόσο αβίαστα. Σε θέλω Έρη επανέλαβε, και την έσφιξε στην αγκαλιά του δίνοντάς της και αυτός ένα βαθύ γλωσσόφιλο. Ξεντύσου, εδώ και τώρα σε θέλω.

Έλιωσε από καύλα. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα της και ο Μανώλης με επιμέλεια έβγαλε το καινούριο του κουστούμι και πουκάμισο και έμεινε με το σλιπάκι.

- Και αυτό αγόρι μου, βγαλ' το. Θέλω να σε δω γυμνό, ολόγυμνο.

Κατέβασε και το σλιπάκι του και το καυλί του φάνηκε να κρέμεται πάνω σε δυο βαριά όμορφα αρχίδια. Έπεσε στα γόνατα και άρχισε να του τον ακουμπά, να τον παίζει, να μυρίζει όλη του την περιοχή. Αυτός αγέρωχος ένιωθε τον ανδρισμό του να ανεβαίνει. Του έπιασε αρχίδια και καυλί στις χούφτες της και τα φίλησε σαν να ήταν εικονίσματα.

- Η μυρωδιά σου με τρελαίνει αγόρι μου…

του είπε και τον φίλησε στο πουτσοκέφαλο. Άρχισε να του το γλείφει και να το ρουφάει. Του την έπαιζε και τη ρούφαγε. Ο Μανώλης είχε ξεφύγει. Της είπε να ακουμπήσει όρθια με τα δυο της χέρια στον τοίχο. Ήρθε από πίσω της και της έστησε τον κώλο. Κατάλαβε τι της ζητάει και τούρλωσε το κωλί της. Λύγισε τα γόνατά του και της τον φερμάρισε με δύναμη. Τινάχτηκε και του είπε:

- Σιγά αγόρι μου!

- Σε θέλω τώρα… της απάντησε και άρχισε να την καρφώνει.

- Πιο δυνατά μικρέ μου, είσαι το αγόρι μου. Ναι Μανώλη μου, δυνατά.

Έκανε να βγει από το μουνί της και άρχισε να του λέει:

- Μη βγεις, μην βγεις τώρα, συνέχισε, συνέχισε μωρό μου…

Τη χούφτωσε από τις γαμολαβές της και συνέχισε να την παλουκώνει. Έτσι όρθια με την κωλάρα της στον αέρα. Τελείωσε μέσα της αλλά δεν την άφησε να φύγει. Τη σήκωσε και την έβαλε στα τέσσερα. Ακάποτος της τον ξαναέχωσε και πάλι χωρίς προετοιμασία, απλά έφτυσε τη χούφτα του και της τα άπλωσε στην μουνάρα της. Αμέσως άρχισε να τη γαμάει με μεγάλες βαθιές πουτσιές. Από την Έρη δεν ακουγόταν τίποτα, ούτε η ανάσα της δεν ακουγόταν. Δάγκωνε τα χείλια της να μην ουρλιάξει.

- Έτσι αγόρι μου, πάρε με δυνατά. Δυνατά σε παρακαλώ, πάρε με δυνατά σου λέω.

- Σε θέλω πολύ, βόγκηξε ο Μανώλης γαμώντας την δυνατά. Θα σε χύσω καύλα μου θα στα δώσω στη μούνα σου.

- Κρατήσου αγόρι μου, λίγο ακόμα θέλω και εγώ. Και έβαλε το χέρι στης στην κλειτορίδα της να τη μαλακίσει.

- Τρίψ’ την καύλα μου, της ψιθύρισε ο Μανώλης. Τρίψ’ τη να χύσουμε μαζί καύλα μου.

Ακούστηκε ένας βόγκος από το στόμα της.

- Γάμα με, μη βγεις, μη βγεις ακόμα καύλα μου. Γάμα με δυνατά. Χύσε με, στο μουνί μου, πλημμύρισέ το μου, όλα σου τα χύσια μωρό μου.

- Σε χύνω καύλα μου. Παρ' τα όλα καύλα μου, παρ' τα όλα αχ…

και με μια δυνατή πουτσιά έχυσε και πάλι βαθιά μέσα στον κόλπο της. Έπεσαν και οι δύο αγκαλιασμένοι στο πάτωμα. Έμειναν εκεί ακίνητοι για μερικά λεπτά. Βρήκαν τις ανάσες τους και έτρεξαν αγκαλιά να μπουν στο ντους. Τα χύσια τους τα πήρε το νερό και οι δύο τους πήγαν στο κρεβάτι. Ξάπλωσε στο κρεβάτι της και η Έρη ήρθε και ακούμπησε στο στήθος του. Του φίλησε τη ρώγα του και αυτός τη γύρισε και της ρούφηξε δυνατά τα βυζιά της. Ένα αχ ακούστηκε από το στόμα της, του αγκάλιασε το κεφάλι του και το πίεσε στο στήθος της. Της άρεσε πολύ.

Κοιμήθηκαν και το πρωί ξύπνησε ο Μανώλης με την Έρη να του ρουφάει το καυλί. Ήταν τούρμπο πρωί-πρωί και τη σταμάτησε. Σηκώθηκε και στάθηκε στα γόνατα και της ζήτησε να συνεχίσει να τον τσιμπουκώνει. Της έπιασε το κεφάλι και άρχισε να τη γαμάει. Παραμορφώθηκε η μούρη της. Τη γαμούσε δυνατά. Τα σάλια της έτρεχαν, δάκρυσαν τα μάτια της αλλά δεν του είπε να σταματήσει. Άλλωστε αυτό δεν ήθελε, πάθος ζήτησε, παθιασμένο γαμήσι της έδωσε. Με την πούτσα γεμάτη σάλια τη γύρισε και της τον έχωσε στη μούνα. Τη γαμούσε δυνατά. Παιχνίδι του την είχε κάνει. Πρώτη φορά τη γαμούσαν με τέτοιο κτητικό τρόπο. Την είχε χουφτώσει από τις γαμολαβές της και ο κώλος της χτυπούσε δυνατά στο σώμα του γαμιά της. Τη γάμησε, την έχυσε και σηκώθηκε.

- Έχει κάτι να φάμε;… της είπε.

Παραξενεύτηκε αυτή για τον αέρα που είχε πάρει ο επιβήτοράς της αλλά και αυτός δεν πίστευε ότι ξεστόμισε τέτοια απαίτηση. Χυμένη με τα ζουμάκια να κυλάνε από το μουνί της στα μπούτια της πήγε στο μπάνιο. Βγήκε και τον ρώτησε τι θα επιθυμούσε. Σαν καλό δουλικό, ή σαν καλή μάνα, του ετοίμασε τον καφέ του και τις φρυγανισμένες φέτες με το μέλι και την μαρμελάδα. Όσο τον έβλεπε να τρώει με λαιμαργία χίλιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της. Αλλά δε χάλασαν τη διάθεσή της. Σκέφτηκε πως τόσα χρόνια όλοι οι άντρες τη "σέβονταν", τη φοβόνταν, απλά τη γαμούσαν, δεν την "έπαιρναν" όπως είναι η αγοραία έκφραση και φαίνεται ότι αυτό της είχε λείψει. Αυτό νομίζει ότι είχε βρει στο Μανώλη. Το ανεπιτήδευτο, το πρωτόγονο γαμήσι του άπειρου γαμιά.

Πέρασαν ένα ΠΣΚ μούρλια. Τον πήγε σε ένα ταβερνάκι, έφαγαν, ήπιαν το κρασάκι τους και τα μαγειρευτά τους. Ο Μανώλης απολάμβανε, περνούσε καλά και δε σκεφτόταν τίποτα. Απλά απολάμβανε. Η Έρη κάποια στιγμή του είπε να πάει να αγοράσει καινούρια παπούτσια. Έσκυψε να δει γιατί του το λέει και είδε κάτι κακοπατημένα και χρησιμοποιημένα παπούτσια του.

- Πρέπει να τ’ αλλάξω;… είπε. Η Έρη άνοιξε την τσάντα της και του έδωσε δυο κατοστάρια.

- Μην πεις τίποτα θέλω να σου κάνω ένα δώρο, μην μου στερείς τη χαρά.

- Καλά, σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ πολύ.

Γύρισαν σπίτι της και ο Μανώλης πάντα στο ύψος του της έδωσε το μουνί στο χέρι. Η Έρη πανευτυχής κοιμήθηκε με ένα μεγάλο χαμόγελο στο στόμα της.

Το πρωί σηκώθηκε και κατέβηκε στο κέντρο και πήγε μόνος στα μαγαζιά να πάρει τα καινούρια του παπούτσια. Πήρε κάτι ASICS που του άρεσαν πολύ. Ήταν τα πιο ακριβά παπούτσια που είχε φορέσει ποτέ. Πήρε και δυο ζευγάρια κάλτσες. Υπερβολές, σκέφτηκε αλλά του άρεσε που μπορούσε έστω και αν ήταν τα λεφτά της Έρης. Μίλησε με τον κολλητό του. Του είπε τα νέα του και πάλι ο κολλητός έμεινε με ανοιχτό στόμα.

- Κάνε κάτι και για μένα, ρε μαλάκα.

- Τι να κάνω, ρε μεγάλε;

- Πες της αν έχει καμιά κολλητή, να γαμήσω κι εγώ.

- Πώς να το πω ρε μαλάκα;… είσαι με τα καλά σου;

- Ναι ρε συ, αν μπορέσεις πες μια κουβέντα.

Ο Μανώλης έκλεισε το τηλέφωνο προβληματισμένος. Όταν συναντήθηκαν η Έρη κατάλαβε ότι ήταν προβληματισμένος και όταν της είπε ότι έχει ένα κολλητό, πολύ δικό του, που του είπε για τη σχέση τους. Πριν τελειώσει η Έρη του λέει:

- Κάλεσέ τον να έρθει να φάμε ένα μεσημεράκι στο εστιατόριο που συναντηθήκαμε την πρώτη φορά οι δυο μας. Το ραντεβού κλείστηκε και το επόμενο μεσημέρι τα δυο αγόρια συνάντησαν την κυρία Έρη.

- Έρη, ο Βίκτορας είναι εξαιρετικός φίλος και εξαιρετικό παιδί και πολύ καλός φοιτητής. Η Έρη του έτεινε το χέρι και του είπε:

- Χαίρω πολύ Βίκτορα. Μετά τις τυπικές κουβεντούλες πίνοντας τον καφέ τους του είπε, ξέρεις αγόρι μου έχω μια φίλη μου που όταν της μίλησα για το Μανώλη με ρώτησε αν έχει κανένα φίλο του που θα μπορούσε να την συνοδεύει, όπως εμένα ο Μανώλης. Αν συμφωνείς να της μιλήσω.

Ο Βίκτορας δεν ήξερε τι να πει. Ο Μανώλης ούτε κουβέντα δεν έβγαλε.

- Δε λέω όχι, αλλά θα ήθελα…

Πριν τελειώσει, η Έρη είχε πάρει το τηλέφωνό της και άρχισε να μιλάει με μια Άννα.

- Έλα Άννα. Το παλικάρι που σου είπα είναι οκ. Πάμε και οι τρεις μας στο σπίτι μου, αν θες έρχεσαι για ένα ποτάκι.

- Η Άννα είναι παντρεμένη και δε μπορεί πάντα να φεύγει από το σπίτι της. Αλλά είναι πολύ καλή μου φίλη και σπουδαία κοπέλα. Είπε στο Βίκτορα.

Πλήρωσε, πήγαν στο parking, πήραν τη Mercedes και έφυγαν για βόρεια προάστια. Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι και μπήκε μια γυναικάρα που έκανε το Βίκτορα να μείνει με το στόμα ανοιχτό.

- Άννα να σου συστήσω τα αγόρια μας. Ο Μανώλης μου και ο φίλος του ο Βίκτορας.

- Χαίρομαι Βίκτορα. Μανώλη η Έρη μου είπε τα καλύτερα για σένα.

- Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Είπε ο Μανώλης. Ο Βίκτορας κοκκίνισε. Η Άννα το είδε και του είπε:

- Μη ντρέπεσαι Βίκτορα, δεν κάνουμε κάτι που δε θέλουμε και οι δυο μας. Όταν δε θα μας αρέσει και δε θα θέλουμε, δε θα ξαναγίνει. Όλα θα γίνουν με την συναίνεση δυο ενηλίκων.

Δε σας είπα ότι η Άννα ήταν νομικός. Ήταν στο παρελθόν νομική σύμβουλος μεγάλης εταιρείας. Μετά παντρεύτηκε. Και αυτό που του είπε ήταν το συμβόλαιό τους. Η Άννα κάθισε δίπλα στο Βίκτορα και άρχισαν να μιλάνε περί ανέμων και υδάτων. Η Έρη διακριτικά πήρε τον Μανώλη και αποσύρθηκαν. Σε λίγο από το διπλανό δωμάτιο άρχισαν να ακούγονται οι ήχοι του έρωτά τους. Ο Μανώλης την είχε βάλει στα 4 και τη γαμούσε με δύναμη. Το φλαπ φλαπ γέμιζε το δωμάτιο και αντηχούσε σε όλο τον όροφο. Η Άννα έπιασε το χέρι του Βίκτορα και του ψιθύρισε:

- Πάμε να τους δούμε;

- Ναι…

είπε με μισό στόμα και την πούτσα του να μην ξέρει πώς να την κρύψει. Πήγαν έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα και είδαν τα δυο κορμιά να γαμιούνται με μεγάλη ένταση. Η Άννα γύρισε στο Βίκτορα και του είπε:

- Με καυλώνει πολύ αυτό που βλέπω.

- Κι εμένα…

ψέλλισε ο Βίκτορας. Η Άννα γύρισε και τον φίλησε. Ο Βίκτορας ανταπέδωσε και της χούφτωσε τα βυζιά.

- Περίμενε…

του είπε ψιθυριστά. Με τα δάχτυλά της του κατέβασε το φερμουάρ και του την έβγαλε έξω. Μεγάλη, γυρτή προς τα επάνω με φλέβες και χοντρό πουτσοκέφαλο. Το πήρε στο στόμα της και άρχισε να τον βυζαίνει. Τους πήρε είδηση η Έρη και τους φώναξε:

- Ελάτε εδώ, μαζί μας ρε παιδιά. Τι κάθεστε εκεί έξω;

Ο Βίκτορας τη σήκωσε και της είπε να ξεντυθούν. Ο Βίκτορας ψηλός (1.87) αδύνατος, μελαχρινός, με τρίχα φουλ. Δεν τον λες αρκούδα λόγω κιλών. Η Άννα, 48 με 50 την έκανες, με κορμάρα χωρίς περιττά κιλά, με όμορφο στητό βυζί παρά την ηλικία της. Απέναντι στο ζευγάρι που γαμιόταν βρήκαν τη θέση τους ο Βίκτορας και η Άννα. Αυτή γονάτισε μπροστά στο Βίκτορα και συνέχισε να τον πιπώνει. Ο Βίκτορας έχει ξεφύγει τελείως. Δεν κρατήθηκε της έπιασε τα μαλλιά και άρχισε λυσσασμένα να τη γαμάει. Αυτή έβαλε τα χέρια της στα μπούτια του για να μην πνιγεί. Ακούστηκε η Έρη να λέει:

- Πως σου φαίνεται Αννούλα μου;

- Μ… απάντησε από την άλλη άκρη του δωματίου. Ο Μανώλης φώναξε:

- Σε χύνω κοπέλα μου, χύνω στη μουνάρα σου!

- Χύσε με αγόρι μου… και με ένα δυνατό "αχ" έπεσαν στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι.

Η Άννα σταμάτησε το τσιμπούκωμα, έσυρε το Βίκτορα στο πάτωμα και τον καβάλησε. Έχωσε την πουτσάρα του στο υγρό μουνί της και άρχισε να χτυπιέται πάνω στο κορμί του γαμιά της.

- Να σας κάνουμε παρέα;… ακούστηκε η φωνή της Έρης.

- Ναι… Μανώλη μου γέμισε μου την κωλάρα μου, σε παρακαλώ, του είπε η Άννα.

- Έρχομαι αμέσως της είπε.

Έσκυψε και όσο χτυπιόταν στην πούτσα του Βίκτορα, της έδωσε τον ψώλο του να τον γλείψει. Τον σάλιωσε κανονικά και πήγε πίσω της. Αυτή σταμάτησε και του στήθηκε. Την πλησίασε και της τον ακούμπησε στην κωλότρυπα. Δε μπορούσε να μπει. Τραβήχτηκε και έφτυσε στην χούφτα του και της πασάλειψε την κωλότρυπα. Της έχωσε και ένα δάχτυλο. Δε μιλούσε, δε λαλούσε, απλά περίμενε. Ξαναπροσπάθησε και με μια πουτσιά το πουτσοκέφαλο γλίστρησε στην τρύπα της. Τα δυο παιδιά ήταν άπειρα, τους καθοδηγούσε μόνο η καύλα τους. Δε μπορούσαν να κρατήσουν τις ψωλές τους μέσα στις τρύπες της. Τη γάμησαν μια δυο φορές αλλά δε γινόταν παιχνίδι.

- Γάμησε την από το στόμα… διέταξε η Έρη τον Μανώλη.

- Αυτό θα κάνω, της απάντησε.

Ξεκαβάλησε και πήγε μπροστά της. Άρχισε να τον τσιμπουκώνει και στην συνέχεια τη βούτηξε από τα μαλλιά και όσο χτυπιόταν στην πούτσα του Βίκτορα, ο Μανώλης βρήκε ρυθμό και τη γαμούσε κανονικά στο στόμα. Σάλια και ήχοι έβγαιναν από το στόμα της. Δε διαμαρτυρήθηκε ούτε στιγμή. Της άρεσε αυτή η ξεφτίλα. Την έχυσε στον καταπιόνα και στο πρόσωπο όσο ακόμα χτυπιόταν στην πούτσα του Βίκτορα. Δε σταμάτησε ούτε στιγμή. Ο Βίκτορας άρχισε να φωνάζει:

- Σε σκίζω πουτάνα, σε χύνω καργιόλα γυναίκα, σε χύνω πουτανάρα…

και με μια δυνατή φωνή και μια δυνατή πουτσιά της τα άφησε στην μουνάρα της. Η Άννα έμεινε ξέπνοη. Δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Προσπαθούσε να βρει τις ανάσες της και χάιδευε το κεφάλι του Βίκτορα που είχε βολευτεί στα βυζιά της. Ο Μανώλης γονατιστός δίπλα τους χάζευε χαϊδεύοντας τη χαλαρή ψωλή του. Η Έρη στην πολυθρόνα της έπαιζε το χορτασμένο της από πούτσο μουνάκι. Όμορφη σκηνή βγαλμένη από τσόντα.

Η Άννα είδε το ρολόι της και είπε πως πρέπει να φύγει. Αποσύρθηκε στο μπάνιο και ντύθηκε, στολίστηκε και έφυγε τρέχοντας.

Η Έρη δεν κουνήθηκε καθόλου. Ο Μανώλης την πλησίασε και κάτι της είπε στο αυτάκι της.

- Αν έχεις ακόμα όρεξη, εγώ είμαι μέσα, ακούστηκε να του απαντάει.

Ο Μανώλης γύρισε στον Βίκτορα και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Είχε ξανακαυλώσει και η πούτσα του ανέμιζε στον αέρα. Τον τράβηξε δίπλα της και άρχισε να τον γλείφει. Αργά και τελετουργικά. Ο Βίκτορας όρθιος με τα χέρια δεμένα πίσω από το κεφάλι του άρχισε να τη γαμάει με αργές κινήσεις. Ο Μανώλης κατέβηκε στο μουνί της και άρχισε να το ρουφάει. Της έχωσε το δείκτη στην μουνότρυπα και τον μεσαίο στην κωλότρυπα. Όσο τη ρούφαγε τη δαχτυλογαμούσε. Η Έρη δεν έλεγε τίποτα, απολάμβανε. Κάπου-κάπου σταματούσε την πίπα και έλεγε στον Μανώλη:

- Πιο γρήγορα αγόρι μου, πιο γρήγορα θέλω να με τελειώσεις, ναι, θέλω να χύσω…

Ο Βίκτορας συνέχιζε ακάθεκτος. Έβαλε τα χέρια της στην πούτσα του και τον σταμάτησε ψιθυρίζοντας:

- Χύνω, χύνω καύλες μου, χύνω...

Ο Βίκτορας και ο Μανώλης σηκώθηκαν όρθιοι και πιάνοντας τα καυλιά τους άρχισαν να μαλακίζονται μέχρι που της τα έριξαν στο κορμί της. Πήγαν και οι τρεις χορτασμένοι για μπάνιο.

Το πρωί φεύγοντας με την Έρη για την Αθήνα είχαν και τα δυο αγόρια από ένα μικρό δωράκι στο τσεπάκι τους.




Copyright protected OW ref: 177012