Sugar Mama (1ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από Yannis-Petros
κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες STRAIGHT
στις 02-06-2020
Ήταν 50 με 55, καλοδιατηρημένη. Με τα κομμωτήριά της, με τα γυμναστήριά της, με τους διαιτολόγους της, και φυσικά με τις διακοπάρες της. Ο άντρας της έφυγε απότομα όταν αυτή ήταν 42 και της άφησε μια επιχείρηση που την αβγάτισε στα χρόνια που τη διαχειρίστηκε. Έξυπνη, μορφωμένη, αποφασιστική και φυσικά δυναμική γυναίκα που δεν τη σταματούσε τίποτα. Αλλά, πάντα υπάρχει ένα αλλά στη ζωή των ανθρώπων, της άρεσε πολύ το κεχρί. Τρελαινόταν να κάνει sex, όχι έρωτες και σαχλαμάρες. Η ερωτική πράξη την ανανέωνε, την αναζωογονούσε, την ξανάνιωνε, της έδινε φτερά να συνεχίσει. Έχυνε και ένιωθε να κερδίζει χρόνια ζωής. Από την εφηβεία της, όταν οι ορμόνες της είχαν χτυπήσει κόκκινο, δεν τη χωρούσε ο τόπος. Είχε ανακαλύψει το κορμί της, είχε βρει το δρόμο να παίζει με το μουνάκι της. Της άρεσε πάρα πολύ να ξαπλώνει το βραδάκι μετά το μπάνιο της στο καθαρό παιδικό της κρεβάτι και να μαλακίζεται πριν την πάρει ο ύπνος. Αλλά δεν της έφτανε αυτό. Ακόμα και μπροστά σε κόσμο, έβρισκε τον τρόπο να αυνανίζεται καθήμενη στο τραπέζι της τραπεζαρίας και κουνώντας τα πόδια της ή πηγαίνοντας στην τουαλέτα κάθε λίγο και λιγάκι.

Μου περιέγραφε, όταν τη γνώρισα στα χρόνια του Πανεπιστημίου, ότι η μάνα της καταλάβαινε ότι μαλακίζει έτσι το μουνάκι της αλλά δεν της έλεγε τίποτα, αν τύχαινα και ήταν μόνες οι δύο γυναίκες. Όταν όμως ήταν ξένοι ή ο πατέρας της, πάντα επενέβαινε και τη φώναζε τάχα για να την βοηθήσει. Φοβόταν η καψερή μη και καταλάβει τίποτα ο πατέρας της. Τελειώνοντας το Λύκειο ξεφορτώθηκε και το πιο πολύτιμο που έχουν οι γυναίκες. Τη βοήθησε ένας συμμαθητής της. Πόνεσε, δεν πέρασε καλά, αλλά ήξερε ότι έτσι είναι πάντα στην αρχή. Το είχε συζητήσει με μια οικογενειακή τους φίλη. Αυτή της μίλησε και για την πίπα. Την πρώτη φορά που το έκανε με το ίδιο παιδί που της πήρε και την παρθενιά, πνίγηκε της έτρεχαν τα σάλια κόντεψε να λιποθυμήσει αλλά το έκανε ως το τέλος. Όταν ο πιτσιρικάς της τα έδωσε στο στόμα ξέρασε κανονικά. Τον έκανε μέσα στα σάλια και στους εμετούς.

Παρ’ όλα αυτά τα δυσάρεστα της πρώτης φοράς δεν πτοήθηκε. Συνέχισε να προσπαθεί και να βελτιώνεται. Μπαίνοντας στο ΕΚΠΑ, στη φιλοσοφική, είχε πλέον το ελεύθερο και από το σπίτι της. Τότε τη γνώρισα και εγώ. Η σχέση μας ήταν διαχρονική. Και οι δυο σε σχέσεις, το κάναμε όταν οι καταστάσεις το επέτρεπαν και το θέλαμε και οι δυο μας. Παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά αλλά η συνήθεια συνεχίστηκε εκ του ασφαλούς. Χωρίσαμε αλλά στη “σχέση” μας δεν άλλαξε τίποτα. Υπήρχαν περίοδοι που δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε ένα τηλεφώνημα για 6 μήνες. Αλλά κάποια στιγμή κάποιος από τους δυο μας έπαιρνε την πρωτοβουλία και συναντιόμασταν, πάντα και πρώτα για να γαμηθούμε και μετά να πούμε τα νέα μας.

Όταν πέθανε ο άντρας της και έμεινε μόνη έψαξε για να τον αντικαταστήσει. Το συζητήσαμε πολλές φορές αλλά εγώ δεν ήμουν διαθέσιμος, ούτε και διατεθειμένος να μπω σε μια τέτοια ιστορία. Τη θεωρούσα τελειωμένη υπόθεση για μένα. Αλλά ήταν πολύ δύσκολο και για την Έρη να βρει κάτι ενδιαφέρον. Σ’ αυτές τις ηλικίες οι άνδρες με ενδιαφέρον ήταν δυσεύρετοι και οι ξέμπαρκοι ήταν πάντα με σοβαρά προβλήματα ή χωρίς ενδιαφέρον. Αυτοί που γαμούσαν καλά συνήθως ξιπασμένοι ή/και άξεστοι. Αυτοί οι τελευταίοι της άρεσαν, αλλά που να τους βρει. Και φυσικά η Έρη δεν ήταν διατεθειμένη να τρέχει στα γιαπιά ή έξω από τα εργοτάξια σαν καμιά ξεφτιλισμένη. Τα γαμήσια που τη γέμιζαν δεν ήταν γεμάτα με ροζ λουλουδάκια, με χαδάκια και γλυκόλογα. Ήταν ένα συνεχές παιχνίδι εξουσίας. Το σκέφτηκε καλά και το συζήτησε με φίλες της μέχρι που μια κολλητή της έδωσε την ιδέα να βρει κάποιον escort. Πράγματι πήρε τα κονέ της που την καθοδήγησαν σε γραφεία και μετά από μερικές μέρες βρήκε τον άνδρα για να καλύψει τις ανάγκες της.

Η πρώτη συνάντηση ήταν σε ένα καλό εστιατόριο. Την περίμενε και την υποδέχτηκε ιπποτικά και με τάκτ. Αυτή είχε τον αέρα της δυναμικής γυναικάρας (45-46 χρονών τότε). Φάγανε, ήπιαν τα κρασάκια τους και η συνέχεια στο διαμέρισμά της, στο Κολωνάκι. Ο τύπος ήταν τέλειος από κάθε άποψη. Προικισμένος, ευγενικός και όποτε χρειαζόταν βίαιος, υποτακτικός όταν του το ζητούσε. Με λίγα λόγια ήξερε τη δουλειά του. Και αυτό ήταν που τη χάλασε, την ξενέρωσε. Ο φίλος μας έφυγε και η κυρία δεν ξαναζήτησε τέτοιου είδους ικανοποίηση. Η αρσενική πουτάνα, αν και ήξερε τη δουλειά της, δεν της έδινε την ικανοποίηση που γούσταρε. Έλειπε το πάθος, η ένταση, η λαχτάρα που έψαχνε το κορμί της.

Η τύχη της χαμογέλασε. Είχε ανέβει στα βόρεια, στη Θράκη, για να συναντήσει πελάτες της επιχείρησης. Κατέβαινε Αθήνα όταν ένα νέο παιδί, λίγο πάνω από τα είκοσι, της έκανε ώτο-στοπ. Σταμάτησε και τον πήρε.

- Που πας αγόρι μου;

- Στην πόλη πάω, στα ΚΤΕΛ.

- Και που για το καλό είναι ο τελικός προορισμός σου;

- Μόλις πήρα το απολυτήριο από το στρατό και κατεβαίνω Αθήνα για να συνεχίσω τις σπουδές μου.

- Τι σπουδάζεις αγόρι μου;

- Στη γεωπονική είμαι.

- Καλές σπουδές και καλή σου επιτυχία. Ξέρεις κι εγώ Αθήνα πάω. Αν θες μπορούμε να ταξιδέψουμε μαζί, να μου κάνεις και παρέα, να μην οδηγώ μόνη μου.

Γύρισε και την καλοκοίταξε και είπε:

- Και βέβαια θέλω. Αστειεύεστε, να κατέβω στην Αθήνα με τέτοια κουρσάρα και με εσάς οδηγό; Η καλύτερή μου. Με λένε Μανώλη, χάρηκα πολύ.

- Εμένα με λένε Έρη. Δε σου είπα Μανώλη ότι θα πρέπει να συναντήσω κάποιους συνεργάτες μου στη Λάρισα. Οπότε το πρόγραμμα είναι, Θεσσαλονίκη σταματάμε για ένα καφέ, στη συνέχεια Λάρισα για τις επαφές μου και μετά τρεχάλα για Αθήνα.

Ο Μανώλης βολεύτηκε στην θέση του και η Έρη οδηγούσε και τον ανέκρινε κανονικά. Έμενε μόνος σε δυαράκι στο Γκάζι για να είναι κοντά στη σχολή. Το είχε αγοράσει ο μπαμπάς του για τα παιδιά του, αν φυσικά ήθελαν να σπουδάσουν. Ήταν από χωριό των Γρεβενών, είχε άλλα δυο μικρότερα αδέλφια. Ήθελε μετά το πτυχίο να φύγει για μεταπτυχιακά στην Ιταλία, γι’ αυτό και πήγε να ξεμπερδεύει με το στρατό. Γι’ αυτό και μάθαινε Ιταλικά. Η Έρη ήξερε τέλεια Ιταλικά, μαμά Ιταλίδα βλέπεις. Άρχισε να του μιλάει Ιταλικά και ο πιτσιρικάς τρελάθηκε. Προσπαθούσε να της μιλήσει και αυτός. Ο πάγος έσπασε η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε. Της Έρης της άρεσε η παρέα του. Στην αρχή ήταν ευχαριστημένη που είχε παρέα για το ταξίδι. Ο Μανώλης ήταν ένα καλοφτιαγμένο παλικάρι με καστανόξανθο μαλλάκι αν και ήταν ακόμα πολύ κοντοκουρεμένο, σκούρα καστανά μάτια και πολύ λευκό δέρμα. Ψηλός και με αδύνατο γυμνασμένο κορμί. Η κουβέντα συνεχιζόταν σχεδόν αδιάφορη όταν η Έρη τόλμησε να τον ρωτήσει αν έχει κάποια σχέση που να τον περιμένει στην Αθήνα ή στο χωριό του. Η απάντηση ήταν πολύ ξεκάθαρη.

- Τι σχέση μου λέτε κα Έρη μου. Ποιά κοπέλα θα γυρίσει να δει κάποιον πάμφτωχο από τα Γρεβενά, με βαριά βορειοελλαδίτικη προφορά, που πασχίζει να σπουδάσει δουλεύοντας στην Αθήνα;

- Μα ο πατέρας σας, σας αγόρασε σπίτι για να έχετε κάπου να κοιμάστε και υποθέτω και κάποια χρήματα για να περνάτε στην Αθήνα.

- Έτσι θα ήταν, αλλά ο πατέρας έφυγε από τη ζωή και μείναμε μόνοι. Οπότε πρέπει να τα βγάλουμε πέρα με ότι έχουμε. Κάτι κτηματάκια και μερικά οπωροφόρα. Για να καταλάβεις εγώ δουλεύω στο Μαραθώνα στα μποστάνια κάθε ΣΚ για επιβίωση.

Για λίγη ώρα δε μίλησε.

- Ρε παιδί μου εσύ θα με τρελάνεις. Είσαι 21, 22 χρονών και δεν έχεις κάποια σχέση; Και πες μου τι κάνεις; Πως ξεπερνάς τα προβλήματα που έχουν όλοι οι νέοι άντρες;… και μην μου πεις ότι δεν έχεις γιατί δε θα σε πιστέψω.

Κοκκίνισε, δεν ήξερε τι να πει. Δεν το είχε ξανασκεφτεί έτσι. Στο χωριό είχε φασωθεί με μια μικρούλα αλλά ούτε το βυζάκι της δεν τον άφησε να χαϊδέψει. Στο στρατό σε κάποιες εξόδους κάποια παιδιά πήγαν σε πουτάνες. Αυτός ούτε λεφτά είχε, ούτε του άρεσε η ιδέα. Ξανασκέφτηκε την ερώτηση της Έρης, «πες μου τι κάνεις»; Μαλακία παίζω για να μου περνάει η καύλα. Έτσι πρέπει να απαντήσω, αλλά αυτά δεν λέγονται.

- Μη με ρωτάτε τέτοια πράγματα, δε μπορώ να σας απαντήσω. Ντρέπομαι.

- Μην ντρέπεσαι, εγώ μπορώ να σε καταλάβω ότι και να μου πεις.

- Αυνανίζομαι συνέχεια… μπόρεσε να ψελλίσει κατακόκκινος από ντροπή.

- Μην ντρέπεσαι Μανώλη μου. Όλοι οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες αν δεν έχουν ταίρι το ίδιο κάνουν.

Γυρίζει με απορία και με απόλυτη αφέλεια τη ρωτάει.

- Και εσείς το κάνετε;

- Φυσικά. Από τότε που πέθανε ο άντρας μου. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω βρε Μανώλη μου;

Έπεσε μια μουγκαμάρα στο αμάξι. Ακουγόταν μόνο η μηχανή της Mercedes. Ο Μανώλης έσπασε πρώτος τη σιωπή.

- Σας γεμίζει αυτό; Ρώτησε πολύ αγχωμένα. Γιατί εγώ όταν τελειώνω νιώθω ένα κενό.

Η Έρη σταμάτησε τη Mercedes στην άκρη του αυτοκινητόδρομου, έγειρε στο μέρος του και τον χάιδεψε στο πρόσωπο και στο κοντοκουρεμένο κεφάλι του. Την κοίταξε στα μάτια. Ήταν σα δαρμένο σκυλί. Η Έρη τον λυπήθηκε, βγήκε από το αμάξι, με το καμαρωτό της βήμα πήγε από την πόρτα του, την άνοιξε και του είπε να βγει έξω. Βγήκε και στάθηκε μπροστά της. Απλά τον αγκάλιασε, τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Έψαξε στις μνήμες του για να καταλάβει αν ήταν αγκαλιά μάνας, ερωμένης, απλής γκόμενας. Ένιωθε πολύ μπερδεμένος. Δε μπορούσε να αποφασίσει. Αυτή όμως, έμπειρη ούσα, ένιωσε το καυλωμένο του καυλί να την ακουμπάει. Έκανε πως το αγνόησε, πίστεψε πως θα ταραζόταν ο μικρός ακόμα περισσότερο.

Ξαναπήραν το δρόμο της επιστροφής. Αυτός βυθισμένος στις σκέψεις του. Μετά τον καφέ στη Θεσσαλονίκη αποκοιμήθηκε και ξύπνησε στη Λάρισα. Για την ακρίβεια τον ξύπνησε η Έρη λέγοντάς του:

- Μανώλη μου δε θα αργήσω, πιες ένα καφέ και έρχομαι.

Πράγματι δεν άργησε. Σουρούπωνε και τον ρώτησε αν θα ήθελε να σταματήσουν να τσιμπήσουν κάτι.

- Ό,τι πεις εσύ, εσύ οδηγείς.

- Ωραία θα σταματήσουμε να πάρουμε κάτι στη μέση της διαδρομής που απομένει. Μέσα της σημείωσε τον ενικό που χρησιμοποίησε ο Μανώλης.

- Να σε ρωτήσω κάτι πολύ προσωπικό; Όταν πέθανε ο άντρας σου άλλαξε η ζωή σου; Σας ρωτάω γιατί της μαμάς μου η ζωή, αλλά και στο σπίτι μας η ζωή μας άλλαξε. Ήρθαν τα πάνω κάτω.

Η συνεχής εναλλαγή ενικού και πληθυντικού έδειχνε ξεκάθαρα τη σύγχυση που είχε ο μέχρι πριν λίγες ώρες στρατευμένος.

- Ναι αγόρι μου, μια τόσο σημαντική απώλεια πάντα επηρεάζει τις ζωές όσων παραμένουν στη ζωή. Να θυμάσαι ότι ο θάνατος είναι πολύ δύσκολος γι’ αυτούς που μένουν πίσω.

Της φάνηκε ότι ο Μανώλης δάκρυσε, σαν να κύλισε ένα δάκρυ από τα μάτια του. Ξανασταμάτησε το αμάξι και έβγαλε ένα μαντηλάκι και του το έδωσε. Το πήρε χωρίς να πει κουβέντα και σκούπισε τα μάτια του. Του αγκάλιασε το κεφάλι του και ακούμπησε στο στήθος της. Αυτός έγειρε και τη φίλησε στο στήθος πάνω από τα ρούχα. Η Έρη ανατρίχιασε. Αναρωτήθηκε τι ακριβώς έγινε. Ήταν αρχές φθινοπώρου και φορούσε ένα απλό πουκαμισάκι με κοντό μανικάκι κάτω από το ακριβό σακάκι της. Ξεκούμπωσε δυο κουμπάκια χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο και τον πίεσε να ακουμπήσει στα όμορφα μεγάλα λευκά βυζιά της. Αυτός χωρίς να το καλοσκεφτεί βόλεψε το κορμί του και της αγκάλιασε την τάλια.

Έτσι όπως σηκώθηκαν τα βυζιά της βυθίστηκε μέσα τους και της τα γέμισε φιλιά. Με το αριστερό της χέρι έριξε λίγο το κάθισμα να βολευτεί καλύτερα το παλικάρι. Αυτός έλυσε τη ζώνη που τον είχε δεμένο με το κάθισμα και έπεσε πάνω της. Άγαρμπα της έπιασε το βυζί και το γέμισε με τα φιλιά του. Σταμάτησε τρομαγμένος για την συμπεριφορά του και την κοίταξε στα μάτια. Τον είδε με αγάπη και βολεύτηκε πάλι στο κάθισμά της και συνέχισε την κάθοδό τους στην Αθήνα. Σκέφτηκε ότι ήταν ακόμα πολύ νωρίς να προχωρήσουν και μάλιστα στην Εθνική! Ο Μανώλης όμως δε μπορούσε να κρύψει την καυλωμένη του πούτσα. Τον πίεζε τρελά και δε μπορούσε να την αγνοήσει. Άλλαζε συνεχώς θέσεις στο κάθισμα, την πίεζε με την χούφτα του αλλά τίποτα δεν γινόταν. Την έβλεπε την απελπισία του και η Έρη και μόλις συνάντησε ουρητήρια σταμάτησε και τον προέτρεψε να πάει στην τουαλέτα.

Πετάχτηκε από το αμάξι και έτρεξε στην τουαλέτα. Κλείδωσε και κατέβασε το παντελόνι και τη σκελέα. Με ανοιχτά τα μπούτια του και τα γόνατα ελαφρά λυγισμένα χούφτωσε την καυλωμένη του πούτσα και άρχισε να την παίζει σαν τρελός. Σε δυο τρία λεπτά το σπέρμα του λευκό και πηχτό πετάχτηκε από την ουρήθρα του. Ξέπλυνε τα χέρια του πρόχειρα και πολύ αγχωμένος αλλά σαφώς ανακουφισμένος γύρισε στη Mercedes.

- Όλα καλά; Τον ρώτησε.

Την κοίταξε με συστολή και είπε.

- Ναι, όλα καλά, ευχαριστώ.

Ένιωθε κάπως. Ήθελε πάρα πολύ να την αγγίξει να την νιώσει. Αλλά, πάντα αυτό το “αλλά”, δεν τολμούσε. Και τι να της πει, τι να της ζητήσει “θέλω να σας αγγίξω”, “θέλω να σας αγκαλιάσω” ή ακόμα καλύτερα “θέλω να με αγκαλιάσετε”. Σκεφτόταν ότι αυτά δε γίνονται. Και οι καλοί του τρόποι δεν του το επέτρεπαν.

Έχει πια βραδιάσει για τα καλά. Έχουν κάνει περίπου 740km. Σταμάτησαν στο Σχηματάρι, στο Plaza, για μια τελευταία φορά να πάρουν ένα καφεδάκι και ένα σαντουιτσάκι. Πήγαν στην τουαλέτα και ετοιμάστηκαν για τα τελευταία χιλιόμετρα της μεγάλης διαδρομής τους. Η Έρη το είχε αποφασίσει. Σήμερα θα τον κοίμιζε στο σπίτι της. Έλπιζε ότι δεν θα είχε αντίρρηση. Άλλωστε δεν θα του έλεγε ψέματα, ήταν σκοτωμένη από την οδήγηση. 800km είναι αυτά. Σχεδόν ολόκληρη η ηπειρωτική Ελλάδα. Φτάσανε στην στροφή για Εκάλη και του είπε την απόφασή της.

- Μανώλη θα κοιμηθείς στο σπίτι μου και αύριο το πρωί πας στο σπίτι σου.

- Μα κυρία Έρη…

- Δεν θέλω μα και ξε-μα. Δε μπορώ να σε αφήσω εδώ στη μέση του πουθενά και εγώ είμαι σκοτωμένη βρε πουλάκι μου για να οδηγήσω μέχρι το Γκάζι και να ξαναέρθω εδώ πάνω. Άλλωστε θα έχεις ό,τι σου χρειάζεται για να κοιμηθείς σαν άνθρωπος.

Ήταν και αυτός εξοντωμένος και δεν είχε ισχυρά επιχειρήματα για να μην την πέσει στο σπίτι της. Άλλωστε πάντα είχε και περίεργες σκέψεις στο πίσω μέρος του μυαλού του. Φορτώθηκαν τα πράγματα που είχαν στο porte-bagage και ανέβηκαν στο σπίτι της. Του έπεσε το σαγόνι. Βίλα, κανονική, τεράστια, καλόγουστη βιλάρα. Του είπε να την ακολουθήσει. Τον οδήγησε στο γραφείο της όπου άφησε την τσάντα της και το χαρτοφύλακά της και στο βοηθητικό δωμάτιο τη sac de voyage. Του έδειξε το δωμάτιό του και το μπάνιο του, με την υποσημείωση ότι μπορεί να κάνει αμέσως ένα μπάνιο και μετά να πιούν ένα ποτάκι πριν πάνε για ύπνο. Τον άφησε μόνο του και αυτή αποσύρθηκε στο μπάνιο της. Άκουσε το νερό να τρέχει και μέσα του κάτι του έλεγε ότι ήθελε να τη δει γυμνή. Ήθελε να την πάρει μάτι. Βγήκε από το δωμάτιό του και πήγε ακροποδητί μέχρι το σημείο που ακουγόταν το νερό που έτρεχε. Η πόρτα του μπάνιου μισάνοιχτη. Έσκυψε και την είδε. Του φάνηκε σαν την θεά Αφροδίτη που αναδύεται από την θάλασσα της Κύπρου, και οι αφροί τρέχουν στο γυμνό κορμί της. Έμεινε να την κοιτάζει. Είχε ξετρελαθεί, ήθελε να την βγάλει και να την παίξει ξανά, εκεί μπροστά στην πόρτα του μπάνιου της.

Έφυγε τρέχοντας και μπήκε στο μπάνιο του. Πλύθηκε με επιμέλεια. Έπλυνε τον πούτσο του, την κωλοτρυπίδα του, όλο του το σώμα μετά από μήνες πλημμελούς καθαριότητας στο στρατόπεδο. Βγήκε και σκουπίστηκε στη μεγάλη λευκή και μαλακιά πετσέτα μπάνιου που του είχε δώσει. Ένιωσε άρχοντας. Ντύθηκε με το μόνο καθαρό εσώρουχο που είχε μαζί του, και έβαλε και ένα πουκαμισάκι καθαρό και ασιδέρωτο. Το ίδιο πανταλόνι και τις παντόφλες που βρήκε δίπλα στο κρεβάτι του. Βγήκε από το δωμάτιό του και πήγε προς το σαλόνι. Η Έρη τον περίμενε φορώντας ακόμα το γαλάζιο μπουρνούζι της, και ένα τυρμπάν που συγκρατούσε τα βρεμένα μαλλιά της. Του φάνηκε ότι ήταν οπτασία με σάρκα και οστά. Για να ακριβολογούμε δεν πίστευε τι ζει, τι του έχει τύχει στα καλά καθούμενα. Εκείνη τον ρώτησε αν θέλει κάτι να πιεί.

- Θέλεις κάτι να πιείς;

- Ένα ουίσκυ με μπόλικο πάγο.

- Θα σου ετοιμάσω να δοκιμάσεις ένα παλιό ουίσκυ με ένα παγάκι όσο να δροσίσει και μετά βάζεις όσο πάγο θέλεις.

Ήταν ένα Cardhu με υπέροχο άρωμα που τελικά δεν του πρόσθεσε περισσότερα παγάκια. Για την ιστορία μετά το δεύτερο ποτήρι δεν έβαλε καθόλου παγάκια. Κάθισε απέναντί του με το πόδια σταυρωμένα με τρόπο που το μπουρνούζι να αφήνει να φαίνονται τα όμορφα μπούτια της. Ο Μανώλης είχε και πάλι παλαβώσει. Πάλι η καύλα του δεν κρυβόταν. Πήγε και στριμώχτηκε δίπλα του.

- Να σε ρωτήσω κάτι πολύ προσωπικό σου. Θέλω να γίνω αδιάκριτη μαζί σου. Πες μου αγόρι μου όταν σταματήσαμε στο πουθενά και πήγες στην τουαλέτα την έπαιξες.

Κοκκίνισε και την κοίταξε στα μάτια ζητώντας οίκτο.

- Μη ντρέπεσαι αγόρι μου. Μου αρέσει να ξέρω ότι κάποιος στην ηλικία σου ερεθίζεται από μια γυναίκα στην ηλικία μου. Με μια ασήμαντη κίνηση του μπουτιού της το μπουρνούζι άνοιξε και μπορούσε πια να δει σχεδόν μέχρι το μουνί της. Ήταν τελείως άτριχη η περιοχή. Ο Μανώλης είχε παλαβώσει.

- Ναι, ήμουν πάρα πολύ ερεθισμένος και δε μπορούσα να καθίσω κανονικά αν δεν έχυνα. Συγγνώμη κιόλας…

- Μη ζητάς συγγνώμη Μανώλη μου. Αλλά αληθινά σε ερεθίζω εγώ;… μεγάλη γυναίκα;… εσένα ένα πολύ νέο άντρα.

- Ναι, ομολογώ ότι με έχετε τρελάνει.

- Και τώρα σε νιώθω ότι πάλι κάτι δεν πάει καλά…

- Ναι…

- Και τι θα ήθελες να κάνουμε αγόρι μου; Το χέρι της τον ακούμπησε στο μπούτι του.

- Δεν ξέρω, τι να σας πω…

- Να προτείνω εγώ; Ας πούμε να βγάλεις τα ρούχα σου. Εγώ είμαι γυμνή όπως φαντάζεσαι και λύνω και εγώ τη ζώνη του μπουρνουζιού μου.

Έλυσε τη ζώνη και φάνηκε το γυμνό κορμί της. Ο Μανώλης σηκώθηκε με κόπο βλέποντας συνέχεια τη γυμνή γυναίκα. Ότι μπορούσε να μεγαλώσει ήταν εμφανώς μεγάλο. Κατέβασε παντελόνι και εσώρουχο και έβγαλε το ασιδέρωτο πουκαμισάκι. Μια 18αρα χοντρή καυλωμένη πούτσα με δυο όμορφα αρχίδια σε ένα γυμνασμένο ηλιοκαμένο ανδρικό κορμί ήταν μπροστά στα μάτια της Έρης. Σηκώθηκε και τον αγκάλιασε σηκώνοντας με τρόπο το μπούτι της ώστε ο πούτσος του να έρθει να φωλιάσει ανάμεσα στα σκέλια της. Τον ένιωσε να θέλει να την τρυπήσει. Τον είχε αγκαλιά και κίνησε τη λεκάνη της. Το υγρό πουτσοκέφαλο σύρθηκε στα μουνόχειλά της και της τα άνοιξε. Δε μιλούσαν. Έσκυψε και τη φίλησε. Ανταπέδωσε με λαχτάρα και γλώσσα. Τρόμαξε και έκανε να τραβηχτεί. Του έπιασε το κεφάλι και με μια κίνηση της λεκάνης της τον πήρε μέσα της όσο τον γλωσσοφιλούσε με πάθος. Από ένστικτο άρχισε να μπαινοβγαίνει στη μούνα της. Το είχε δει στα πορνό, το φαντασιωνόταν όταν την έπαιζε, αλλά τώρα το ζούσε. Στην αρχή ήταν πολύ φοβισμένος αλλά ξεθάρρεψε και άρχισε να τη γαμάει με πάθος. Μερικές δυνατές γαμιές και η ψωλή του της έδωσε πηχτό λευκό σπέρμα που της γέμισε την μουνότρυπα.

Φυσικά και δεν είχε τελειώσει αλλά είχε ξετρελαθεί από το πάθος και την ένταση που είχε το γαμήσι του Μανώλη. Αυτό έψαχνε, αυτό ήθελε το κορμί της και ίσως και η ψυχούλα της, πάθος. Του πρότεινε να πάνε στο μπάνιο. Έφυγε τρέχοντας νιώθοντας τα ψωλόχυμά του να τρέχουν στα μπούτια της. Ήρθε πίσω της και μπήκαν κάτω από το ντους. Το νερό πήρε τα χύσια του και με το σαπούνι τον σαπούνισε καλά-καλά. Του ζήτησε να κάνει το ίδιο. Ήταν πίσω της και της σαπούνιζε την πλάτη. Είχε τουρλώσει λίγο το κωλαράκι της για να τη σαπουνίσει και ο Μανώλης την πλησίασε και την άγγιξε με την καυλωμένη του πούτσα. Όχι στην τρύπα του κώλου της αλλά ανάμεσα στα ανοιχτά της μουνόχειλα. Αυτή έσκυψε ακόμα περισσότερο και αυτός την τρύπησε. Όταν ένιωσε πως μπήκε μέσα της άρχισε να τη γαμάει χωρίς να νοιάζεται για τίποτα. Την έπιασε από τις γαμολαβές της και την κάρφωνε κανονικά. Δυνατές και βαθιές γαμιές που τις ένιωθε βαθιά μέσα της. Ένιωσε την ανάγκη να μαλακίσει την κλειτορίδα της. Έβαλε την παλάμη της και άρχισε να την τρίβει. Η ένταση ανέβαινε κάθε δευτερόλεπτο. Άρχισε να του μιλάει.

- Έτσι Μανώλη μου, έτσι αγόρι μου, δυνατά αχ… συνέχισε…

- Πόση καύλα, πόση καύλα μου δίνεις, μουρμούριζε ο Μανώλης. Θα χύσω!

- Κρατήσου αγόρι μου, μαζί, αχ, κρατήσου…

- Δε μπορώ άλλο, θα σε χύσω, θα χύσω σου λέω…

Έτριβε τη γαμημένη της μουνάρα σα λυσσασμένη. Αγκομαχούσε και έτριβε, θα το έλιωνε το κλειτοριδάκι της. Τον ένιωσε να την γεμίζει και πάλι με τα χύσια του και ένας δυνατός οργασμός, με τρελές συσπάσεις της μουνότρυπας της ακολούθησε. Κόντεψε να πέσει στο πάτωμα της ντουζιέρας. Την αγκάλισε και τη σήκωσε γλιστρώντας με τις χερούκλες του σε όλο της το υγρό κορμί. Της άρεσε όταν έφτασε στο στήθος της και τα δάχτυλά του πέρασαν πάνω από τις καυλωμένες της ρώγες. Ακούμπησε στο κορμί του και άνοιξε το ζεστό νερό του ντους να τους καταβρέξει. Βγήκαν, σκουπίστηκαν και πήγαν και πάλι στο σαλόνι.

- Πάμε για ύπνο; Τον ρώτησε.

Την κοίταξε στα μάτια και τη ρώτησε.

- Μαζί θα…

- Ναι Μανώλη μου μαζί, σε πειράζει; Μετά από χρόνια θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σου το κρεβάτι μου.

Πήγαν στο κρεβάτι, έτσι όπως ήταν γυμνοί και πέσανε για ύπνο. Παρ’ όλο που ήταν κουρασμένος δε μπορούσε να κοιμηθεί. Προσπαθούσε να βάλει σε τάξη ότι έζησε και ζούσε εκείνη τη στιγμή εκείνη τη μέρα. Από τη στιγμή που έφυγε από το στρατόπεδο του φαινόταν σαν να είχαν περάσει αιώνες. Με τις σκέψεις αυτές αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε το πρωί με έντονες πρωινές καύλες. Δε μπορούσε να τιθασεύσει αυτή την κατάσταση. Η Έρη γύρισε στο κρεβάτι ανάσκελα και με το αριστερό της χέρι έψαξε να τον ακουμπήσει. Δεν κουνήθηκε καθόλου. Έφτασε στην καυλωμένη του ψωλή και την χούφτωσε. Έπεσε στο κορμί του και τον αγκάλιασε, τον καβάλησε και με τις χούφτες της άνοιξε τα μουνόχειλά της και έσυρε το κορμί της μέχρι ο κορμός της καυλωμένης του πούτσας να ακουμπήσει στο μουνί της. Έσπρωξε τον κώλο της ώστε να τοποθετηθεί το μουνι της παράλληλα με την σκληρή καυλωμένη του πούτσα και άρχισε να ανεβοκατεβάζει τη λεκάνη της τρίβοντας την καυλωμένη της μουνάρα στη ψωλή του Μανώλη. Σιγά-σιγά το σύστημα γέμισε ζουμιά και η καύλα και των δύο στα ουράνια. Με μαεστρία άρχισε να τρίβει την κλειτορίδα της στον σκληρό κορμό του Μανώλη.

- Μη μ’ αφήσεις τώρα. Κρατήσου Μανώλη μου…

- Συνέχισε, μου αρέσει, είπε χάνοντας την ανάσα του.

Είχε τρελαθεί και συνέχιζε. Ένιωσε ότι θα τελείωνε και με μια κίνηση του κορμιού της τον ρούφηξε μέσα της. Το μουνί της γέμισε από την πούτσα του. Δεν το περίμενε ο Μανώλης και έβγαλε ένα δυνατό "αχ". Το καβάλησε και άρχισε να το γαμάει κανονικά. Το κορμί της κοπανιόταν στο δικό του. Σε κάθε πουτσιά ένα αχ ξέφευγε από το στόμα της. Συνέχισε λέγοντας κάθε τόσο, “χύνω μικρέ μου”, “χύνω σου λέω”, “καύλα μου, συνέχισε”. Άρχισε να σφίγγει τα κωλομέρια της και να του σφίγγει το καυλί μέσα της. Ο Μανώλης τρελαμένος να προσπαθεί να κρατηθεί να μη χύσει. Έχει σηκώσει τη λεκάνη του και η Έρη χτυπιέται πάνω στην ψωλή του. Κάποια στιγμή η απελευθέρωση και η λύτρωση. Χύθηκαν και μπερδεύτηκαν όλα τα ζουμιά τους γεμίζοντας τον τόπο με χύσια. Έπεσαν στο κρεβάτι να βρουν τις ανάσες τους και σηκώθηκαν για ένα μπανάκι. Ντύθηκαν και βγήκαν από το σπίτι. Αυτή για το γραφείο της και αυτός για το δυαράκι του. Πριν φύγουν του έδωσε την κάρτα της σημειώνοντας του σταθερό του σπιτιού της και αυτός της έδωσε το κινητό του. Τον πήγε σπίτι του και φεύγοντας του είπε “θα τα πούμε το βραδάκι”.




Copyright protected OW ref: 176652