Η πρώτη φορά

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Σας ευχαριστούμε για τις Ερωτικές Ιστορίες. Ένα απόγευμα ο Γιάννης γύρισε απ’ το γραφείο στο σπίτη του. Μπαίνοντας στο χολ, η γυναίκα του η Φάνη του κλείσε το δρόμο, έτσι όπως στεκόταν όρθια μπροστά του. Αυτό όμως που έκανε τον Γιάννη να τα χάσει εντελώς, ήταν το ντύσιμο της Φάνης. Φορούσε ένα μακρύ δερμάτινο παλτό και ψιλές ως το γόνατο μαύρες λουστρινένιες μπότες. «Γιατί ντύθηκες έτσι», τη ρώτησε, έχοντας τα χαμένα. «Πως έτσι, μια χαρά είμαι», του απάντησε ατάραχη η Φάνη. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Ούτε στα πιο κρυφά του όνειρα δεν είχε φανταστεί κάτι τέτοιο. Η γυναίκα του ήταν ντυμένη σαν αφέντρα μπροστά του και του χαμογελούσε ατάραχη κι αυτός δεν ήξερε τη να υποθέσει.

«Θα μάθεις πολύ σύντομα, του είπε, σου αρέσουν οι μπότες μου… δε μου είπες;» Ο Γιάννης έσκυψε το κεφάλι και ξανακοίταξε της μπότες της, ενώ ο πούτσος του έκανε το πρώτο σκίρτημα καύλας, απ’ το θέαμα που αντίκριζε. Χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του απ’ τα πόδια της Φάνης, κούνησε καταφατιΚάτω κεφάλι του και είπε, πως του άρεσαν πάρα πολύ, αλλά δεν καταλάβαινε το λόγο που ήταν ντυμένη έτσι. «Θυμάσαι ένα βράδυ που είχες πιει παραπάνω θυμάσαι πως μου εκμυστηρευτικές πως θα με ήθελες Αφέντρα, είσαι σίγουρος πως το θέλεις;» Και τώρα τη λένε; ο Γιάννης έχασε το δάπεδο κάτω απ’ τα πόδια του. Ήταν αλήθεια πως πάντα ονειρευόταν να υπηρετήσει μια αφέντρα σε κάθε της διαταγή, να γίνει σκλάβος της και υπηρέτης της, αλλά τώρα όλα αυτά ήταν πολλά κι αυτός εντελώς απροετοίμαστος. «το θέλεις ή δεν το θέλεις;» δεν του άφησε περιθώρια η γυναίκα του. «Λοιπόν;» «Εεε, ναι;» απάντησε κομπιάζοντας αυτός. «Ναι, τι…» «Ναι, Αφέντρα;» περισσότερο ρώταγε, πάρα έλεγε κάτι με σιγουριά.

«Πολύ καλά. Και τώρα ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Στο εξής θα σε ελέγχω και θα σε εξουσιάζω με όποιο τρόπο θέλω εγώ. Κατανοητό;» Οι λεπτοδείχτες του ρολογιού χτυπούσαν σαν καμπάνες στ’ αφτιά του. Ούτε η αναπνοή του δεν ακουγόταν μέσα στο μικρό χολ του σπιτιού τους. το στόμα του είχε στεγνώσει και με δυσκολία κατάφερε να ψελλίσει: «Ναι, Αφέντρα, θα το θελα πολύ», αλλά η Φάνη τον έκοψε. «Θα το δούμε αυτό». «Λοιπόν, η ώρα είναι 5. Θα είσαι σκλάβος μου μέχρι αύριο στης 7 το πρωί. Εγώ θα αποφασίζω τη θα κάνεις, εγώ θα ορίζω τους κανόνες, ακόμη και το πότε θα μιλάς. Κατάλαβες;» «Ναι, Αφέντρα», απάντησε ο Γιάννης με σκυμμένο κεφάλι. «Ωραία. Άκου τους κανόνες για της επόμενες ώρες και βάλτους καλά στο μυαλό σου: Θα με αποκαλείς ΚΥΡΙΑ η ΑΦΈΝΤΡΑ. Η λέξη ασφαλείας είναι έλεος. Να τη χρησιμοποιήσεις μόνο όταν πονέσεις πάρα πολύ ή κάτι σου είναι πολύ δύσκολο, επειδή είναι η πρώτη σου φορά. Είσαι έτοιμος να με υπηρετήσεις Γιάννη, μπορείς να μιλήσεις». «Μάλιστα, ΚΥΡΙΑ». «Γονάτισε μπροστά μου, κι άκου τους επόμενους κανόνες: Απαγορεύεται να με κοιτάξεις στα μάτια, εκτός αν διαταχτείς. Απαγορεύεται να μιλήσεις ή να βγάλεις τον παραμικρό ήχο, πάρα μόνο όταν σου δίνω την άδεια εγώ. Απαγορεύεται να κάνεις οτιδήποτε, χωρίς τη δική μου έγκριση». Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια του με παγερό βλέμμα. το στομάχι του σφίχτηκε και με δυσκολία ξεροκατάπιε έναν κόμπο, που είχε σταθεί στο λαιμό. «Αυτονόητο πως θα ξεχάσεις της προσωπικές σου ανάγκες Γιάννη, τώρα πια ανήκεις σ’ εμένα. Κατάλαβες, σκλάβε, απάντησε μου». «Μάλιστα ΑΦΈΝΤΡΑ» απάντησε αμέσως ο Γιάννης κι έσκυψε το κεφάλι του στα πόδια της Φάνης. «Πολύ καλά, σκλάβε. Εγώ θα σου ορίζω τη θέση σου κάθε στιγμή, εκτός από της φορές που δε θα θέλω κάτι ιδιαίτερο. Τότε να ξέρεις, πως η θέση σου θα είναι γονατιστός στα πόδια μου, τα πόδια σου ανοιγμένα, το κεφάλι στο πάτωμα και τα χέρια πιασμένα πίσω απ’ το λαιμό σου. Ο κώλος σου θα είναι σηκωμένος στον αέρα όσο πιο πολύ γίνεται, έτοιμος για οποιαδήποτε χρήση θελήσω. Αν κατάλαβες, πάρε αμέσως αυτή τη στάση. Θα φροντίσω να το μάθεις και να το κάνεις καλά, αλλά είναι καλύτερα να σου σφίξω απ’ την αρχή τα λουριά σου». Ο Γιάννης ντυμένος ακόμη και όσο του επέτρεπαν τα ρούχα, προσπάθησε να πάρει τη στάση που είχε διατάξει η Φάνη. «Σταμάτα αμέσως, τον διέταξε απότομα η Φάνη, πήγαινε στα τέσσερα στο μπάνιο, πλύσου, ξυρίσου, σκουπίσου και φρόντισε σε δέκα λεπτά να είσαι πίσω στη θέση σου γυμνός. Αν με κάνεις να περιμένω περισσότερο θα σε τιμωρήσω σκληρά. Εμπρός, τσακίσου!!!». Με βλέμμα απόλυτης ικανοποίησης η Φάνη, παρακολουθούσε τον άντρα της να πηγαίνει στα τέσσερα στο μπάνιο. Όταν εκείνος μπήκε μέσα κι έκλεισε την πόρτα, αυτή πανηγύρισε σαν παιδάκι. Χοροπηδούσε απ’ τη χαρά της και γέλαγε μόνη τις. Κι αυτή το φοβόταν όλο αυτό, αλλά τελικά ήταν πιο εύκολο και της βγήκε πολύ αυθόρμητα και φυσιολογικά. Κι όσο τα δευτερόλεπτα κυλούσαν κάτι της έλεγε, πως η συνέχεια θα ήταν ακόμη πιο απολαυστική. Μετά από λίγο ο Γιάννης βγήκε απ’ το μπάνιο και σύρθηκε στα τέσσερα στο σαλόνι. Κοίταξε γύρω, αλλά η γυναίκα του δε φαινόταν πουθενά. Έπειτα από λίγο την είδε να βγαίνει απ’ την κρεβατοκάμαρα τους και να έρχεται προς το μέρος του. Είχε βγάλει το δερμάτινο plato και τώρα φορούσε ένα δερμάτινο σύνολο με κορσέ, που τόνιζε το στήθος της και κιλοτάκι, ενώ εξακολουθούσε να φορά της μπότες της. Στα χέρια της κρατούσε ένα δερμάτινο λουρί. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, βλέποντας την να πλησιάζει με ένα μυστήριο χαμόγελο στα χείλη της. Ο ήχος απ’ το δέρμα που τριβόταν και τα τακούνια στο parke έσκιζαν την απόλυτη ησυχία κι έστελναν ρίγη φόβου ανάκατα με ηδονή στον Γιάννη. «Πάρε αμέσως τη θέση σου, σκλάβε, τον διέταξε εκείνη, όσο πλησίαζε, σου έδωσα εγώ την άδεια να με κοιτάξεις; αυτό είναι λάθος και θα τιμωρηθείς!» Ο Γιάννης πήρε αμέσως τη θέση του στη μέση του σαλονιού, εκεί που υπολόγιζε πως τον ήθελε εκείνη. Το κεφάλι του ακούμπαγε στο πάτωμα και το στόμα του ήταν στεγνό απ’ το φόβο και την προσμονή. Το λουρί προσγειώθηκε με δύναμη πρώτα στο ένα και αμέσως μετά στο άλλο στημένο του κωλομέρι και ένα βογκητό πόνου βγήκε απ’ τα χείλη του. «Σε διέταξα να μη βγάλεις άχνα απ’ το στόμα σου» του είπε εκείνη αυστηρά και συνέχισε το μαστίγωμα.

Η Φάνη μετά από λίγο σταμάτησε και γονάτισε πίσω του, χάιδεψε τα σημεία που είχε μαστιγώσει και μετά ακούμπησε τη γλώσσα της πάνω τους. Η γλώσσα διέτρεχε της κόκκινες «λωριδιές» στα κωλομέρια του και του έστελνε ρίγη ηδονής. Τον τρέλανε αυτή η εναλλαγή, απ’ το καυτό λουρί στην υγρή γλώσσα της, που ήταν γιατρικό στα χτυπήματα του. «Ωραίο ροζ χρωματάκι, σκλάβε», του είπε εκείνη γελώντας. Σηκώθηκε και περπάτησε και στάθηκε μπροστά του με τις μπότες της σε απόσταση αναπνοής απ’ το πρόσωπο του. «Είσαι ο σκλάβος μου. Είσαι εδώ για να με υπηρετείς και να με ικανοποιείς. Οι ανάγκες σου δεν έχουν καμία σημασία για μένα. Μείνε όπως είσαι και φορά στα χέρια σου αυτές της χειροπέδες. «δέσ’τες» σφιχτά με τα χέρια σου πίσω απ’ το λαιμό σου». Του πέταξε στο πάτωμα μπροστά του ένα ζευγάρι μεταλλικές χειροπέδες κι ο Γιάννης έσπευσε να ακολουθήσει τη διαταγή τις. Πήγε να σηκώσει το βλέμμα του, να την αντικρίσει, να δει αν εκείνη ήταν ικανοποιημένη απ’ την υποταγή του, αλλά δεν τόλμησε να παρακούσει πάλι τη διαταγή της κι έτσι έμεινε εκεί με το κεφάλι κάτω και τα χέρια δεμένα.

Η Φάνη πήρε μια δερμάτινη μάσκα απ’ το τραπεζάκι και πηγαίνοντας πίσω του, του έδεσε τα μάτια δένοντας τα λουριά της σφιχτά πίσω απ’ το κεφάλι του. Σειρά είχε ένα χοντρό κολάρο που έδεσε στο λαιμό του. Στη συνέχεια έδεσε μεταξύ τους τις χειροπέδες και το κολάρο κι έτσι πια ο Γιάννης, δε μπορούσε να κουνήσει καν τα δεμένα χέρια του. «Κάτω το κεφάλι, σκλάβε» τον διέταξε με σκληρή φωνή. Εκείνη σηκώθηκε και τον περιεργάστηκε, έτσι όπως τον είχε δεμένο και ακινητοποιημένο στα πόδια της. Έσκυψε πάνω απ’ τα κωλομέρια του, τα χάιδεψε τρυφερά κι αμέσως μετά τα χτύπησε με τις παλάμες της με όση δύναμη είχε. Εκείνος ρίγησε και τινάχτηκε, αλλά δεν έβγαλε μιλιά απ’ το στόμα του. Η Φάνη χαμογέλασε από ικανοποίηση και συνέχισε μια να τον χαϊδεύει και μια να τον δέρνει. «Σκλάβε, χρησιμοποίησε τους κοιλιακούς μύες σου και σήκω στα γόνατα σου. Αν δεν τα καταφέρεις και πέσεις, θα τιμωρηθείς παραδειγματικά. Δε θέλω ανίκανους σκλάβους». Αυτός την ένιωθε να τον κοιτάζει κι ας μη μπορούσε να τη δει. Έβαλε όλη του τη δύναμη και κατάφερε να σηκώσει το κορμί του στα γόνατα του.

Αυτό «ικανοποίησε» την Φάνη και χάρηκε που είχε τόση εξουσία πάνω του. Οι ρώγες της είχαν σκληρύνει και το μουνί της είχε αρχίσει να υγραίνεται. Τότε παραμέρισε το δερμάτινο κιλοτάκι της κι έχωσε δυο δάχτυλα μέσα της, για να το ανακουφίσει προσωρινά. Την τρέλαινε που χαϊδευόταν μπροστά στο δεμένο άντρα της, που ήταν ανίκανος να τη δει και απόλυτα υπάκουος σε ότι κι αν του έκανε. Έβγαλε τα μουσκεμένα απ’ τα υγρά της δάχτυλα και τα έχωσε στο στόμα του. Αυτός χωρίς περιστροφές άρχισε να τα γλείφει και να τα τσιμπουκώνει, σα να ήταν αληθινός πούτσος. Αναγνώρισε τη γεύση της κι έγλειφε, μέχρι που τα καθάρισε εντελώς. Μόλις είδε τον καυλωμένο πούτσο του, έφυγε από κοντά του και πήγε στην κουζίνα. Πήρε ένα μπολ παγκάκια και γυρνώντας πήρε ένα και το έτριψε στης ρώγες του. Αυτό είχε ακαριαία επίδραση πάνω του, ένα βογκητό και κατ’ ευθείαν οι ρώγες του σκλήρυναν και πετάχτηκαν έξω στητές. «Μμμμμ, καλύτερα είναι τώρα, σου αρέσει σκλάβε;… στο κορμί σου πάντως αρέσει».

Η ανάσα της τώρα ήταν πολύ κοντά στης θηλές του και της ζέσταινε ελαφρά. Από εκεί απομακρύνθηκε και την ένιωσε στο λαιμό του δίπλα στο αυτί του. «Θα αφήσω εδώ τα υπόλοιπα παγκάκια. Μπορεί να χρειαστείς, κάτι να σε δροσίσει. Τα πράγματα θα γίνουν πιο καυτά, πολύ σύντομα». Γελώντας του έβαλε ένα παγκάκι στο στόμα και μετά και δεύτερο και τρίτο μέχρι που πια είχε μπουκώσει απ’ τα παγκάκια. Στη συνέχεια πήρε μια μονωτική ταινία και του έκλεισε το στόμα. Έτσι πια ούτε τα παγκάκια μπορούσαν να του πέσουν, ούτε βέβαια και να ξαναμιλήσει. «Είναι κρύο εεε; μάλλον χρειάζεσαι κάτι να σε ζεστάνει… θα το φροντίσω». Έπιασε τις σκληρές ρώγες του και τις έστριψε δυνατά με τα δάχτυλα της, μέχρι που ακούστηκαν τα πνιγμένα απ’ την ταινία βογγητά του. «Τώρα είναι καλύτερα;», τον ρώτησε γελώντας. «Τι λες γι αυτό;» Έπιασε το λουρί κι άρχισε να μαστιγώνει ελαφρά της ρώγες του πότε τη μια και πότε την άλλη, μέχρι που κοκκίνισαν. Τις έπιασε και τώρα άρχισε να της τραβάει δυνατά, σα να θελε να της ξεκολλήσει απ’ το σώμα του. Τις άφηνε και τις μαστίγωνε πάλι με το λουρί. Τα βογγητά του την καύλωναν και την έκαναν να χαμογελά ικανοποιημένη. Ύστερα έπιασε δυο μανταλάκια που άπλωνε τα ρούχα κι έπιασε μ’ αυτά της ρώγες του. «Μάλλον νιώθεις άβολα τόση ώρα στα γόνατα, νομίζω; σύντομα θα σου αλλάξω θέση. Ξέρεις σκεφτόμουνα αν στ’ αλήθεια πονάς με τα μανταλάκια ή μήπως καυλώνεις περισσότερο. Θα το μάθω τώρα».

Συνέχισε να βάζει μανταλάκια στης ρώγες του και στο στήθος του, μέχρι που το γέμισε. Είχε βάλει πάνω από είκοσι συνολικά. «Μια χαρά τα πήγες σκλάβε. Δεν είχα ιδέα, πως θα ήταν τόσο διασκεδαστικό. Είσαι χαρούμενος σκλάβε;» «Ούτε κίνηση εεε; για να δούμε; μμμμ ο πούτσος σου είναι ακόμη καυλωμένος». Άρπαξε το λουρί στα χέρια της κι άρχισε απαλά να χτυπάει το πρησμένο παλούκι του. «Ξέρεις, από τότε που μου το είπες, δεν είχα ιδέα πως θα ΄ταν όλα αυτά τα παιχνίδια, αλλά όσο προχωράμε, τόσο μου αρέσουν;» Πήρε ένα μανταλάκι και το έπιασε στο ένα αρχίδι του. Γέλασε, όταν τον είδε να πετάγεται και να μουγκρίζει πιο δυνατά από κάθε φορά, αλλά αυτό δεν τη σταμάτησε. Έπιασε κι άλλο μανταλάκι κι ακολούθησε την ίδια διαδικασία. «Μείνε ακίνητος σκλάβε, θέλω να δω, αν τα κλεισμένα μάτια σου, έχουν οξύνει της υπόλοιπες αισθήσεις σου». Πήρε ένα κερί από το τραπέζι του σαλονιού και το άναψε. Τον πλησίασε και το έγειρε πάνω από τη ρώγα του. Η φλόγα του κεριού δεν άργησε να το λιώσει και πολύ σύντομα μια σταγόνα καυτού κεριού έσταξε πάνω στη ρώγα του. Σήκωνε και έγερνε το κερί και πήγαινε από ρώγα σε ρώγα. Ο Γιάννης βογκούσε απ’ το φριχτό πόνο που προκαλούσαν τα μανταλάκια σε συνδυασμό με το λυόμενο κερί, αλλά δεν τολμούσε να κουνηθεί απ’ τη θέση του. Για μια στιγμή σταμάτησε να στάζει κερί στης ρώγες του και ανακουφίστηκε, αλλά αμέσως μετά μια σταγόνα έπεσε πάνω στο καυλί του. Τινάχτηκε ολόκληρος και πήγε να πέσει πίσω στην προσπάθεια να το αποφύγει. Εκείνη τον άρπαξε απ’ τα μαλλιά και τον κράτησε ακίνητο στη θέση του. «Εδώ, εδώ ζωάκι μου, εδώ σκλάβε μου» του είπε γλυκά. Τα λόγια της τον ηρέμησαν, αλλά εκείνη δε σταμάτησε. Με το ένα χέρι τον κρατούσε απ’ τις χειροπέδες αυτή τη φορά και με το άλλο έσταζε κερί σ’ ολόκληρο το κορμί του. «Στο ‘χα πει, πως θα ζεσταθείς σκλάβε, σκάσε και μείνε ακίνητος και συνέχισε να στάζει το κερί στον πούτσο του, στο στομάχι του, στο στήθος του. Παρ’ όλο που βόγκαγε και πόναγε ο πούτσος του, εξακολουθούσε να στέκεται σκληρός και στητός σε πείσμα θα λέγε κάνεις όλων αυτών των δοκιμασιών. «Μην τολμήσεις να κουνηθείς, μείνε εκεί, σκλάβε» τον διέταξε για μια ακόμη φορά η Φάνη. Έβαλε αλλά τέσσερα μανταλάκια στ’ αρχίδια του και ξαναπιάνοντας το κερί, συνέχισε να το στάζει πάνω του, μέχρι που πια είχε λιώσει σχεδόν όλο. «Σε πονάνε σκλάβε» τον ρώτησε κοροϊδευτικά «ακόμη δεν είδες τίποτε». Απομακρύνθηκε από κοντά του, γελώντας και το μόνο που έμενε να αντηχεί στ’ αφτιά του, ήταν ο ήχος των τακουνιών της.

Ξαναγύρισε μετά από λίγο και τραβώντας τον απ’ το κολάρο, τον σήκωσε στα πόδια του. Μουδιασμένος όπως ήταν, ίσα που κατάφερε να σταθεί. Η κίνηση και η αλλαγή της στάσης του, έκαναν το κερί και τα μανταλάκια να τεντωθούν και να τον πονέσουν φριχτά. Έσφιξε τα δόντια του, για να μην ουρλιάξει, όσο εκείνη τον οδηγούσε με μικρά βήματα. «Κάτω σκλάβε», τον διέταξε πολύ σύντομα. Τράβηξε απότομα την ταινία απ’ το στόμα του και μαζί έβγαλε και κάποιες τρίχες απ’ το πρόσωπο του, κάνοντας τον να πονέσει για μια ακόμη φορά. Μόλις έβγαλε την ταινία, η λέξη έλεος, βγήκε απ’ τα χείλη του Γιάννη με μισοσβησμένη φωνή. Δεν του άφησε όμως περιθώρια, του έχωσε το στήθος της στο στόμα του κι εκείνος άρχισε να το γλείφει και να το ρουφάει, όπως θηλάζουν τα μικρά ζωάκια τη μαμά τους. Εκείνη βόγκαγε απ’ την καύλα κι αυτός έβαλε τα δυνατά του να την ικανοποιήσει όσο καλύτερα μπορούσε, μήπως έτσι σταμάταγαν τα μαρτύρια του.

Μετά από λίγο η Φάνη τραβήχτηκε από κοντά του. Αυτός έμεινε με ανοιχτό στόμα να περιμένει της ρώγες της, αλλά αντί για αυτές κάτι γλοιώδες χώθηκε στο στόμα του. «Μείνε ακίνητος και σήκωσε ψηλά το κεφάλι σκλάβε. Κι άλλο… έτσι… δε θέλω να καεί το πρόσωπο σου απ’ το κερί, τώρα θα το ανάψω και θα το αφήσω αναμμένο να φωτίζει το δωμάτιο. Αν κουνηθείς κάηκες», το έλεγε και το εννοούσε. Αφού άναψε το κερί αποτραβήχτηκε και κοίταξε εξετάζοντας το στημένο κορμί του. «Βρήκα, τί λείπει» είπε γελώντας, «θα σου αρέσει, θα δεις». Πήρε μερικά μανταλάκια ακόμη κι έπιασε τα κωλομέρια του μ’ αυτά κάνοντας τον να τινάζεται απ’ τον πόνο. «Μην κουνιέσαι μαλάκα, θα καείς απ’ το κερί». Αυτό κι αν ήταν κεραυνός για τον Γιάννη, η μέχρι χτες σεμνή γυναίκα του όχι μόνο είχε γίνει αφέντρα και μάλιστα σκληρή, αλλά τον έβριζε και τον έλεγε μαλάκα!!! Όσο κι αν το ‘θελε να αντιδράσει, δεν ήταν δε θέση, έτσι έμεινε όσο πιο ακίνητος μπορούσε, με το κεφάλι γυρισμένο πίσω, ώστε το κερί να μένει κάθετο και να μη στάζει στο πρόσωπο του. «Βλέπω το κερί χαμήλωσε, πρέπει να νιώθεις τη ζέστη στο πρόσωπο σου τώρα». Ο Γιάννης κούνησε ελάχιστα καταφατικά το κεφάλι, ίσα ίσα, αλλά ήταν αρκετό, για να πεταχτούν κάποιες σταγόνες λιωμένου κεριού και στο στήθος του, αλλά και στο πρόσωπο του. Τον έκαψαν αλλά μάζεψε ότι δυνάμεις του απέμεναν και κράτησε το κερί πάλι ακίνητο. «Στο ‘πα να το κρατήσεις ακίνητο βλάκα, δε στο ‘πα;». Τον πλησίασε και του πήρε το κερί απ’ το στόμα. «Δε θέλω να καείς και να σου αφήσει σημάδια. Τώρα θα σε λύσω και θα σε αφήσω να περπατήσεις και να ξεμουδιάσεις λίγο. Πρώτα όμως, σκλάβε, φίλα μου το λουρί κι ευχαρίστησε με». Εκείνη του έφερε το λουρί στα χείλη του κι αυτός το φίλησε, «Ευχαριστώ ΚΥΡΙΑ μου». Χωρίς να τον λύσει, του έκανε μερικές βόλτες όρθιο στο δωμάτιο κι αφού τις έκρινε αρκετές, τον έβαλε στην προηγούμενη στάση του. «Άνοιξε το στόμα σου, σκλάβε». Του έχωσε μέσα μια μπάλα με λουριά, που έδενε πίσω απ’ το κεφάλι του. Αφού το έδεσε σφιχτά και το ασφάλισε του είπε απότομα: «Δε θέλω να ακούσω ούτε τα βογκητά σου. Το φίμωτρο θα κάνει τη δουλειά του θαυμάσια, θα δεις;». Ύστερα έπιασε τα μανταλάκια κι ένα ένα τα έβγαζε γρήγορα κι απότομα. Αυτό ήταν πιο οδυνηρό απ’ ότι όταν τα έβαζε και τον έκανε να ουρλιάξει και να βγει το μουγκρητό του πάρα το φίμωτρο. «Τι έγινε σκλάβε; Ακούγεσαι, πάρα το φίμωτρο σου, νομίζω, πως σου είχα πει, πως δε θέλω τσιμουδιά! Περίμενε να τελειώσω και θα σε στρώσω για τα καλά, μαλάκα!!!».

Αφού τελείωσε με τα μανταλάκια, πήγε πίσω του και του έλυσε της χειροπέδες και του άφησε τα χέρια ελεύθερα, ενώ του έβγαλε και το φίμωτρο απ’ το στόμα του. Πριν εκείνος χαρεί για τη νέα κατάσταση του… «Στα τέσσερα σκλάβε. Τώρα!!!». Χωρίς περιστροφές ο Γιάννης στήθηκε στα τέσσερα και ένιωσε κάτι να δένεται στο κολάρο του και να τον τραβάει. «Εμπρός σκλάβε, είσαι το καλό μου σκυλάκι, ακολούθησε με. Ψηλά το κεφάλι». Μια δυο σφαλιάρες στα «κωλομάγουλα» του, ήταν αρκετές να ξεχάσει και τα μουδιασμένα του χέρια και τον απόλυτο εξευτελισμό, στον όποιο τον υπέβαλε η ίδια του η γυναίκα. Τον οδήγησε απ’ το λουρί που είχε προσαρμόσει στο κολάρο του, στην κουζίνα. Εκεί έβγαλε ένα μπολ σκύλου από ένα ντουλάπι κι αφού το γέμισε νερό το άφησε στο πάτωμα, μπροστά του. Του έπιασε τα χέρια και του τα έδεσε πάλι με της χειροπέδες πίσω απ’ την πλάτη του. «Ήρθε η ώρα να πιείς νερό. Όταν τελειώσεις, θα καθαρίσεις τα σάλια σου απ’ το πάτωμα. Δε θέλω να δω ούτε σταγόνα κάτω, κατάλαβες; Όταν τελειώσεις, θα μείνεις εκεί να με περιμένεις, αλλά πρώτα πρέπει να πιείς όλο το νερό σου». Έδεσε την άκρη απ’ το λουρί στο πόδι του τραπεζιού δίπλα στο μπολ, του έλυσε και τα μάτια και του είπε: «Χαλάρωσε. Θα πάμε κάπου αλλού στη συνέχεια και πρέπει να πάρεις δυνάμεις ζωάκι μου. Μου αρέσει να πηγαίνω το σκυλάκι μου στο πάρκο, να κάνει βόλτα. Ίσως πάμε με το αυτοκίνητο. Τι λες; θα σου αρέσει»

Ο Γιάννης πάρα τα όσα άκουγε, γονάτισε κι έχωσε το κεφάλι του μέσα στο μπολ. Τα βασανιστήρια του είχαν φέρει φοβερή δίψα και προσπαθούσε σα σκυλί να πιει νερό απ’ το μπολ. Ήταν βασανιστικό. Στην αρχή έφτανε και το ρούφαγε με τα χείλη του, αλλά μετά μόνο η γλώσσα του έφτανε στον πάτο του μπολ και έτσι το μάζευε σταγόνα σταγόνα. Αφού τελείωσε το νερό απ’ το μπολ έγλειψε απ’ το πάτωμα όσες σταγόνες του είχαν πέσει και περίμενε σκυμμένος και δεμένος την κυρία του, σαν καλό σκυλάκι στην κουζίνα του σπιτιού τους. Μετά από αρκετή ώρα άκουσε τα τακούνια να πλησιάζουν στην κουζίνα και είδε της μπότες της να τον πλησιάζουν. «Μμμμμμμμμ, μπράβο υπάκουο ζωάκι μου» του είπε κι έσκυψε και τον φίλησε. Τον έλυσε και τον βοήθησε να σηκωθεί. «Αρκετά για σήμερα σκλάβε, πήρες ένα μάθημα για πρώτη φορά και μια ιδέα, για το πως θα είναι η ζωή μας από σήμερα και πέρα. Έτσι δεν είναι;;». «Μάλιστα Αφέντρα!» απάντησε ο Γιάννης με σκυμμένο κεφάλι και τον πούτσο του πάλι «μισοκαυλωμένο».

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")