Η πρώτη παρτούζα της Μαρίας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ήταν Αύγουστος… αυτός ο μαγικός μήνας που όλα αλλάζουν… χρώμα, μυρωδιές, διάθεση. Έτσι κι εγώ δεν πήγα φέτος σε κάποιο νησάκι για διακοπές έκατσα στην Αθήνα, Αθηνούλα, ωραία.

Ξύπναγα μεσημέρι σχεδόν και πήγαινα με τους φίλους μου για καφέ, όπου και την αράζαμε πίνοντας καφέ. μετρώντας τα τρένα που πέρναγαν στο σταθμό. Όταν μετράγαμε καμιά δεκαπενταριά τρένα. ανταλλάσσαμε και καμιά κουβέντα του τύπου:

-    «Ρε μαλάκα, το είδες αυτό το μουνί;»

-    «Σιγά το μουνί ρε!»

Εγώ ποιο χαμένος έλεγα:

-    «Ποιο μουνί ρε;»

Μιλάμε για τέτοιου είδους συζητήσεις. Είμαστε η κριτική επιτροπή των άνω Πατησίων αλλά δεν μπορούσαμε να βγάλουμε πόρισμα... Κώλο η στήθος; Σώμα η φάτσα; Από μπρος σαρακοστή και από πίσω Πάσχα.

Τελικά εγώ σαν guest star τους βοήθησα στο να βγάλουμε απόφαση. Κώλο να ‘χει και στα μούτρα δεν μας ένοιαζε. Μόνο που οι διαγωνιζόμενες δεν μας έδιναν σημασία. Έτσι αραδιασμένοι στις καρέκλες ο καθένας αναπολούσε διακοπές στα νησιά. Μόνο άμα πέρναγε καμιά γυναίκα ξεκολλάγαμε και βαθμολογούσαμε. Εμείς είμαστε στο δικό μας νησί, το νησί της Πατησίων το μόνο που έχει και τρένο γιατί μπακούρια έχουν όλα.

Η κοπέλα μου είχε πάει Θάσο με τους γονείς της λόγω και ασθένειας του πατέρα της και μου είχε ζητήσει να πάω, αλλά δεν άντεχα την τρελή μάνα της. Μάλλον τώρα που το σκέφτομαι, ούτε την κοπέλα μου άντεχα…

Εκεί ανάμεσα στο έβδομο τρένο που πέρασε χτύπησε το κινητό μου… Το χάζευα όπως κουνιότανε με την δόνηση και κύλαγε προς την άκρη του τραπεζιού, μέχρι που έπεσε κάτω και ο Νίκος μου λέει:

-    «Σήκωσε το ρε μαλάκα!»

Τελικά το σήκωσα. Ήταν η μάνα μου. Με είχε πάρει και χθες ζητώντας να πάω στο χωριό του πατέρα μου για δεκαπενταύγουστο και άρχισε να μου λέει πάλι τα ίδια.

-    «Έλα στο χωριό να σε δει κι ο πατέρας σου. Είναι πολύ ωραία! Έχει κόσμο… είναι κι ο θείος ο Κώστας εδώ!»

Εγώ με τους γονείς μου είχα την τέλεια σχέση. Μακριά και αγαπημένοι και ευτυχώς που είχαν και μια κόρη να ασχολούνται γιατί εγώ είχα φύγει καιρό από το σπίτι μου. Όσο για τον θείο μου, μου άρεσε η παρέα μαζί του και πηγαίναμε όταν κατέβαινα στο χωριό για ψάρεμα, είτε μαζί, είτε μόνος μου, γιατί μου έδινε το βαρκάκι του. Εμένα ήταν η καλύτερη μου! Ανοιγόμουν λίγο στη θάλασσα και ένιωθα μια γαλήνη μέσα μου χωρίς γύρω μου ανθρώπους. Άλλωστε είχα να κατεβώ στο χωριό τέσσερα χρόνια. Τελικά με έπεισε. Σηκώνομαι και τους λέω:

-    «Μάγκες την κάνω. Πάω στο χωριό μου».

Με κοίταξαν, με ξανακοίταξαν τίποτε, αλλά όταν έφευγα ο Νίκος μου είπε:

-    «Πού πας ρε μαλάκα;»

Αυτό το παιδί ότι πρόταση κι αν έκανε έβαζε την λέξη μαλάκας στο τέλος. Εγώ είχα φύγει ήδη πήγα στο σπίτι μου μάζεψα τα πράγματα μου και πήρα το τρένο για τον Πειραιά. Όλο και κάποιο καράβι θα έβρισκα να πήγαινα, άλλωστε ήταν σχετικά κοντά στον Πειραιά. Καθώς έφευγα, είδα μέσα από το τρένο τους φίλους μου, τα ρεμάλια. «Και σε εκατό χρόνια να έρθω, πάλι εδώ θα είναι!», σκέφτηκα.

Στο νησί έφτασα βράδυ. Το λιμάνι είχε αρκετή κίνηση… ταβέρνες, τραπέζια, παιδάκια, Αλβανοί, όλοι έξω. Εντάξει, δεν ήταν και trendy προορισμός, μάλλον σε κάτι πιο οικογενειακό έφερνε, αλλά ήταν ωραία. Όλοι περίμεναν το πανηγύρι ανήμερα της Παναγίας. Κάπου στο λιμάνι υπήρχε μια έκθεση βιβλίου. Δηλαδή τι έκθεση; Ένας πάγκος με αραδιασμένα βιβλία ήταν.

Πήγα προς τα εκεί να χαζέψω λίγο. Βιβλία με βαρύγδουπους τίτλους, συνωμοσίες, μηχανορραφίες, μυστικοί κώδικες, εξωγήινοι, έρωτες πλατωνικοί, έρωτες ανολοκλήρωτοι και διάφορα αλλά τέτοια. Εγώ τα είχα βαρεθεί πλέον αυτά. Έψαχνα κάτι πιο φρέσκο μέχρι που το είδα… ήταν πίσω από το πάγκο, γύρω στο 1.60, μαύρα μαλλιά, όχι πολύ μακριά, ικανά όμως να της καλύπτουν την πλάτη, πολύ όμορφα μαύρα μάτια, ψηλό λαιμό, πλούσιο στήθος και κάπως γεματούλα με αρκετά τονισμένες καμπύλες. Μου μίλησε χαμογελώντας...

-    «Βρε, βρε… καλώς το παιδί!»

-    «Σε ξέρω μάλλον...»

-    «Η Μαρία είμαι. Δεν με θυμάσαι; Η φίλη της εξαδέλφης σου…»

Εγώ θυμόμουν μια Μαρία, φίλη της εξαδέλφης μου, αλλά ήταν μια χοντρούλα με σιδεράκια Robocop στα δόντια και μια αποικία σπυράκια στο πρόσωπο, αλλά τα μάτια… ναι… τώρα την θυμήθηκα. Ρε τη Μαρία! Είχε μεγαλώσει τόσο σε τέσσερα χρόνια.

-    «Ξεπετάχτηκες εσύ μικρούλα!»

-    «Γιατί, δεν σου αρέσω;», μου είπε και ένιωσα τα μάτια της πάνω μου έντονα.

Μιλήσαμε και έμαθα ότι τον χειμώνα σπούδαζε σε μια πόλη, ενώ τα καλοκαίρια τα πέρναγε στο χωριό δουλεύοντας όπου βρει. Ήταν δεκαεννιά χρονών, γυναίκα πλέον και αρκετά ελκυστική. Έκατσα ώρα, μιλώντας για διάφορα, ώσπου κάποια στιγμή ήρθε ένας, ξένος υποθέτω, με μακριά μαλλιά. Αυτή έτρεξε κοντά του. εγώ ένιωσα κάπως άβολα. Την χαιρέτησα κι έφυγα. Πήγα προς το πατρικό μου, είκοσι λεπτά δρόμος.

Στο σπίτι ήταν και η αδελφή μου με τον καινούργιο γκόμενο της. Αυτή η κοπέλα όποιον γνώριζε τον έφερνε σπίτι. Την έβρισκε να την γαμάνε στο παιδικό της δωμάτιο και δίπλα να κοιμούνται οι γονείς μας, δεν εξηγείται αλλιώς. Άλλωστε της είχαν αδυναμία οι δικοί μου ενώ αυτή είχε αδυναμία στην πούτσα.

Ο καινούργιος ήταν ένας νταβραντισμένος σφίχτης, ο Στέλιος. Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Την ξέσκιζε συνέχεια στο παιδικό της δωματιάκι δίπλα στο κομοδίνο με τα αρκουδάκια (έχυσα τον γκάρφιλντ δεν σε πειράζει αγάπη μου ε;). Ο άνθρωπος δεν είχε ανακαλύψει την καπότα. Έχυνε ότι έβρισκε! Σε λίγο θα γαμούσε κι εμάς και άντε η μάνα μου το πρωί, άρχιζε το πλυντήριο και η αδελφή μου το σεξ.

Σηκώθηκα πρωί και βγήκα έξω. Πήγα προς το λιμάνι. Εδώ ξυπνούσαν νωρίς και είχε κίνηση. Ο κόσμος είχε δουλειές, δεν ξεσκιζότανε πρωί - πρωί παραμονή της Παναγίας. Έκατσα για καφέ και είδα αρκετούς γνωστούς μου και τον θείο μου. Του είπα να μου δώσει το βαρκάκι να πάω για ψάρεμα. Μου είπε:

-    «Πάρ’ το όποτε θέλεις. Μόνο που δεν έχω δόλωμα».

-    «Δεν πειράζει…», του είπα καθώς έφευγε. «Θα πάω για χταπόδια με τις αυτοσχέδιες κολπάδες που φτιάχνεις».

Κάποια στιγμή πέρασε και η ξαδέλφη μου με τη Μαρία. Ήταν πολύ όμορφη έτσι αγουροξυπνημένη. Έκατσαν λίγο μαζί μου και κάναμε σχέδια για το πότε θα πάμε για μπάνιο στο φάρο σε μια πολλή όμορφη αμμουδερή παραλία. Τελικά το αφήσαμε κάπως μετέωρο. Πέρασε πάλι αυτός ο άγγλος κουβαλώντας κάτι τσάντες. Η Μαρία έτρεξε να τον βοηθήσει. Η ξαδέλφη μου, μου είπε ότι η Μαρία με γούσταρε.

-    «Ρε άντε από δω πιπίνια! Εγώ έχω γυναίκα και θα έρθει σε λίγες μέρες!», της είπα.

Ωραία! Τώρα την θυμήθηκα την κοπέλα μου. Αυτή θα είναι σε κάποια παραλία με την τρελή μάνα της που θα κουβαλάει μια τσάντα με σταυρόλεξα και μια τσάντα με ταπεράκια για φαγητό μαζί με καρέκλες θαλάσσης. Φαντάζομαι… τραπεζαρία θα την έχει κάνει την παραλία. Εγώ την απέφευγα. Μια φορά πήγαμε και γίναμε ρεζίλι, αλλά της δικιάς μου της άρεσε να την φροντίζουν. Αυτό το παράπονο είχε από μένα… να κάτσει εκεί με την μαμά της μέχρι και την κιλότα θα της φοράει αφού θέλει φροντίδα. Ευτυχώς για μένα είναι μακριά η Θάσος.

-    «Καλά ξάδελφε, από πότε έγινες τόσο δύσκολος;»

-    «Μικρή, μαζέψου!», της είπα.

Δηλαδή τι μικρή; Είχε γίνει κι αυτή γυναικάρα, αλλά μου άρεσε να την πειράζω. Όσο για τη Μαρία.. λέγε, λέγε την γούσταρα. Άρχισα να θέλω να βρεθώ μαζί της αλλά είχε απομακρυνθεί μαζί με τον Άγγλο. Είπα της ξαδέλφης μου ότι αύριο θα πάω για ψάρεμα και μετά μπορεί να βρεθούμε για μπάνιο.

Το βράδυ στο σπίτι φάγαμε όλοι μαζί η οικογένεια και ο σφίχτης, όπου καταβρόχθιζε τα πάντα. Σκέφτηκα ότι ο οργανισμός του θα ετοιμάζει φρέσκο σπέρμα για την αδελφούλα μου. Τελικά τους λέω:

-    «Αύριο θα πάω για ψάρεμα για κανένα χταπόδι…»

-    «Μπράβο ρε!», μου λέει ο σφίχτης. «Άντε να φάμε χταποδάκι ψητό…»

Η μάνα μου άρχισε:

-    «Αύριο είναι της Παναγίας. Ο κόσμος πάει εκκλησία. Εσύ που θα πας;»

-    «Να πας με την κορούλα σου!», της είπα. Άλλωστε θα έχει κάνει και νηστεία… έτσι αδελφούλα;»

Αυτή μου ξίνισε τα μούτρα γιατί δεν είχαμε και καλές σχέσεις, αλλά το ‘πιασε το υπονοούμενο… Ο σφίχτης έπιανε τα μπριζολάκια που του είχε φτιάξει η μάνα μου. Τον προσέχαμε κιόλας τον επιβήτορα. Ευτυχώς το βράδυ το κτήνος δεν γαμούσε την αδελφή μου, θα είχε ξεραθεί μάλλον και έτσι κοιμήθηκα καλά. Ξύπνησα αρκετά πρωί και πήγα προς τον μόλο να πάρω το βαρκάκι. Είχα ξανοιχτεί κάπως καθώς άκουγα τις καμπάνες, είχε ένα αεράκι αλλά θα έκοβε σε λίγο. Έτσι έβλεπα το χωριό από τη θάλασσα. Άρχισε να βγαίνει ο ήλιος κι εγώ άρχισα το ψάρεμα μου γιαλό - γιαλό, κάβο - κάβο.

Είχε μεσημεριάσει κάπως… Είχα βγάλει δυο καλά χταπόδια και έφτανα στον κάβο με το φάρο, δηλαδή ένα ηλιακό φανάρι ήταν σε ένα στύλο αλλά τον έλεγαν έτσι. Έμπαινα με τα κουπιά σιγά - σιγά στον κόλπο με την παραλία. Εκεί ήταν ένα ιστιοπλοϊκό αγκυροβολημένο. Στην παραλία είχε κόσμο. Συνέχιζα σιγά - σιγά και κοίταζα τους ανθρώπους στα ρηχά της παραλίας να παίζουν.

Εκεί την γνώρισα… ήταν η Μαρία γυμνή μαζί με τρεις τύπους να μπαλαμουτιάζονται παίζοντας. Ένιωσα μια κλοτσιά στο στομάχι. Νευρίασα. Τους έβλεπα και δεν το πίστευα! Η Μαρία γυμνή με τα βυζιά της να της κουνιούνται σε κάθε κίνηση της, ενώ αυτοί όλοι τους γυμνοί προσπαθούσαν να της πιάσουν τον κώλο της.

Έφερα τη βάρκα λίγο πιο πίσω ώστε να μην μπορούν να με δούν και πήγα προς τη ρίζα του κάβου όπου έδεσα και τη βάρκα πρόχειρα σε ένα βραχάκι. Βγήκα έξω. Ήθελα να πάω εκεί.. δεν ήξερα τι θα έκανα, αλλά ήθελα να πάω. Προχώραγα στο δασάκι και σταμάτησα σε ένα ριγμένο πεύκο. Εκεί τους είδα. Είχαν βγει όλοι έξω οι ασπρουλιάρηδες με τις πούτσες τους σηκωμένες, ενώ το δερματάκι της Μαρίας ήταν μαυριδερό.

Τον έναν τον γνώρισα, ήταν ο μακρυμάλλης άγγλος, οι άλλοι ήταν κοντοκουρεμένοι, μάλλον ξένοι κι αυτοί. Φαίνεται να το διασκέδαζαν… όλο γελάκια ήταν καθώς προσπαθούσαν να της πιάσουν τον κώλο της ενώ η Γιωτίτσα προσπαθούσε να τους ξεφύγει (ναι καλά).

Εγώ είχα μείνει εκεί παγωμένος. Δεν μπορούσα να κάνω καμιά κίνηση απλά προσπαθούσα να μην με δουν. Ήθελα να την δω έστω κι έτσι. Σε κάποια στιγμή η Μαρία έσκυψε στα γόνατα της ενώ οι τρεις μαζεύτηκαν σε κύκλο γύρω της. Έπιασε την πούτσα του μακρυμάλλη και την έβαλε στο στόμα της αργά - αργά ενώ με τα χέρια της μάλαζε τις πούτσες των άλλων δύο.

Ξαφνικά ο ένας της τράβηξε το κεφάλι της και έβαλε την πούτσα του στο στόμα της. Αυτή το απολάμβανε καθώς έβγαζε πνιχτούς ήχους ενώ ο κοκκινομάγουλος μούγκριζε. Αυτό συνεχίστηκε για ώρα… Κάποια στιγμή δεν μπορούσα να την διακρίνω, την είχαν κυκλώσει τελείως, μόνο τα χέρια της έβλεπα καθώς είχε αγκαλιάσει τον κώλο του ενός. Αυτός πρέπει να την έχυσε στο στόμα γιατί τίναζε την λεκάνη του και μούγκριζε ο καριόλης.

Η Μαρία έμεινε με δύο να συνεχίζει τα τσιμπούκια αλλά ταυτόχρονα χάιδευε και το μουνάκι της. Σηκώθηκαν μετά από λίγο κι ο ένας πήγε από πίσω της όπου και της τον έχωσε βαθιά στο μουνί της. Είχε πέσει στα τέσσερα και πρέπει να έβαζε αρκετή αντίσταση στα χέρια της για να μην πέσει, καθώς την πίεζε δυνατά από πίσω… αλλά ξέχασα, η Μαρία είχε για φρένο την πούτσα του άλλου στο στόμα της. Ο τρίτος, που είχε χύσει πριν, την καβάλησε στην πλάτη και της έχωνε την πούτσα του στα μαλλάκια της καθώς ο πίσω του, του έβαζε κωλοδάχτυλο για να του σηκωθεί μάλλον.

Εγώ σε πρώτο επίπεδο είχα τσαντιστεί . Οι μπαρμπουνομάγουλοι μου έσκιζαν τη Μαρία μου. Την θεωρούσα δικιά μου. Αλλά σε δεύτερο επίπεδο είχα ερεθιστεί πολύ και έβγαλα την πούτσα μου στον καθαρό αέρα αρχίζοντας να την παίζω… Ρε, πως είχα μπλέξει έτσι; Ούτε που το κατάλαβα… εγώ για ψάρεμα πήγα, να πιάσω χταπόδια για τον σφίχτερμαν για να ξεκωλιάζει την αδελφούλα μου και έφτασα να παίρνω μέρος σαν κοινός ματάκιας στην παρτούζα της Μαρίας, παίζοντας την πούτσα μου πίσω από ένα πεύκο.

Αυτός που την γαμούσε από πίσω έβγαλε την πούτσα του και της έχυσε στα μαυριδερά της κωλομάγουλα. Η Μαρία με μια κίνηση του χεριού της έπιασε τα χύσια του με τα ακροδάχτυλα της και πασάλειφε τα χείλια της, γιατί το στόμα της ήταν ρεζερβέ. Ο άλλος που ήταν στην πλάτη της κατέβηκε και συνέχιζε το γαμήσι από πίσω.. πρέπει να της τον έχωσε στο σπαρταριστό κωλαράκι της.

Το χαιρόταν. Έβγαζε ακατάληπτους ήχους ευχαρίστησης ενώ αυτός που την είχε χύσει ξάπλωσε από κάτω προσπαθώντας να της γλείψει το ταλαιπωρημένο από τις πούτσες μουνί της. Αλλάζανε στάσεις και ξανά αλλάζανε με μόνη προϋπόθεση να έχει ένα καυλί στον κώλο της και ένα στο στόμα της. Υπάρχουν όντως πολλές στάσεις αλλά αυτή δεν την είχα δει ποτέ αληθινά, μόνο σε τσόντες, αλλά το Μαράκι έκρυβε πολλές εκπλήξεις…

Ο μπαρμπουνομάγουλος ξάπλωσε με τον πούτσο του όρθιο. Η Μαρία έκατσε σ’ αυτόν τον ιδιότυπο θρόνο της σαν βασίλισσα, η βασίλισσα της παραλίας! Το παπάρι του χάθηκε μέσα στα σκέλια της. Ο δεύτερος προσπαθούσε να της τον χώσει στο μουνί της, όπου και τα κατάφερε, ενώ ο τρίτος τον έπαιζε μπροστά στο στόμα της μέχρι να του σηκωθεί και να της τον χώσει στο στόμα. Εγώ εκεί κάπου έχυσα, όχι τη Μαρία μου, ένα κακόμοιρο πεύκο.

Κινιόντουσαν όλοι μαζί σαν μπαλέτο… μια μάζα από πόδια, πούτσες, που έμπαιναν και έβγαιναν και τη Μαρία στην μέση να τους δίνει τον ρυθμό με τα βογκητά της. Έπρεπε να είχε πολλούς οργασμούς. Κυριολεκτικά φώναζε από ηδονή. Ένας - ένας την έχυνε… άλλος στην κοιλιά της, άλλος στον κώλο της, ενώ ο τρίτος την έπαιζε δυνατά μπροστά της, ενώ εγώ ήμουν είκοσι μέτρα μακριά τους… εγώ και το χυμένο πεύκο.

Η Μαρία του τον έπιασε με το χέρι της και συνέχιζε με ρυθμό να τον παίζει ενώ ταυτόχρονα τον φίλαγε λαίμαργα στο στόμα του. Έχυσε και ο τελευταίος πάνω στο σώμα της, ενώ αυτή τα άπλωνε πάνω στο στήθος της, αργά και ηδονικά σαν να έπαιρνε μέρος σε μια ιεροτελεστία μύησης.

Οι ξένοι έπεσαν στην άμμο, ενώ η Μαρία έριξε μια βουτιά για να ξεπλυθεί. Κατευθύνθηκε προς το σκάφος, ανέβηκε πάνω, χάθηκε για λίγο μέσα του και ξαναβγήκε έξω φορώντας το μαγιό της. Έκατσε στην πλώρη και άναψε τσιγάρο χαζεύοντας τη θάλασσα. Είχε γυρίσει την πλάτη στους εραστές της… μάλλον είχε πάρει αυτό που ήθελε.

Εγώ χάζευα τη Μαρία κι αυτή μια βάρκα που έμπαινε στον κόλπο. Τότε κατάλαβα ότι αυτή η βάρκα ήταν η δικιά μου βάρκα. Είχε λυθεί και κατευθυνόταν αργά προς τον κόλπο. Δεν έδωσε και πολύ σημασία και συνέχιζε να καπνίζει το τσιγάρο της. Εγώ έπρεπε να κάνω κάτι. Το μέσο διαφυγής μου ήταν πλέον στην παραλία, δίπλα στους ξεζουμισμένους άγγλους με τα κουπιά να κρέμονται.

Σκέφτηκα να ανέβω προς το φανάρι. Από εκεί θα μπορούσα να βλέπω την παραλία και όταν θα έφευγαν θα κατέβαινα κι εγώ να φύγω. Αυτό έκανα. Ανέβηκα μέσα από τα πεύκα προς το φανάρι. Έφτασα και έκατσα στην τσιμεντένια βάση του. Το σκάφος το έβλεπα αλλά όχι όλη την παραλία.

Καθόμουν και έβλεπα τη θάλασσα και σκεφτόμουνα πως έφτασα ως εδώ, να βλέπω την miss παρτούζα του χωριού, που τύχαινε να την θέλω σαν τρελός, να σκυλοπηδιέται μπροστά στα μάτια μου με τρεις ασπρουλιάρηδες άγγλους κι εγώ όχι μόνο να την βλέπω, αλλά και να τον παίζω σαν ο χαζός μπανιστιρτζής του χωριού.

Έκατσα ώρα… πρέπει να ήταν απόγευμα. Έβγαλε αεράκι πάλι. Κοίταξα προς τον κόλπο και το σκάφος έλειπε. Αναρωτήθηκα πόση ώρα είχε περάσει… Αποφάσισα να κατεβώ στην παραλία και να πάρω την βάρκα και να φύγω κι από δω κι από το νησί. Έφτασα και είδα το βαρκάκι. Είχε πάει προς την άκρη της παραλίας σε κάτι μικρά βράχια. Τη Μαρία δεν την είδα, αυτή όμως με είδε. Ήταν κάτω από ένα πεύκο. Μου μίλησε.

-    «Σου άρεσε, έτσι;»

-    «Ναι, μου άρεσε!», της απάντησα κοφτά.

Ένιωθα αμηχανία και μου έβγαινε σε νευρικότητα.

-    «Το ήξερα ότι με έβλεπες…»

-    «Νόμιζα ότι ήσουν αρκετά απορροφημένη σ’ αυτό που έκανες…»

-    «Έβαλα τα δυνατά μου…»

-    «Το διαπίστωσα!»

-    «Έλα, μην χαλιέσαι έτσι… έλα, κάτσε δίπλα μου…»

-    «Τότε την επόμενη φορά να έρθω με υποβρύχιο!»

Από τα νεύρα μου είχα τραβήξει σχεδόν όλη την βάρκα στην άμμο. Πήγα και έκατσα δίπλα της. Άρχισε να με φιλάει λέγοντας μου:

-    «Πάντα μου άρεσες. Από μικρή σε θαύμαζα αγόρι μου!»

-    «Τότε γιατί μου το ‘κανες αυτό; Ήθελες να σε βλέπω, έτσι Μαρία;»

Πήγα να μιλήσω… δεν με άφησε. Με φίλαγε στο στόμα και στο λαιμό. Εγώ εκείνη την στιγμή σκεφτόμουνα την παρτούζα που έκανε, τις πούτσες που έγλειφε, αλλά από την άλλη καύλωνα. Το κατάλαβε. Έβαλε το χέρι μέσα στο σορτς μου και μου τον έπιασε με τα χέρια της, τον έσφιξε και άρχιζε να μου τον παίζει. Τότε της είπα:

-    «Θέλω να μπω μέσα σου, να σε νιώσω…»

-    «Μη, μην χαλάς αυτή τη στιγμή…», και τράβηξε το χέρι μου στο μουνί της.

Άρχιζα να της παίζω την κλειτορίδα που μεγάλωνε. Την ένιωθα στο χέρι μου σαν μπίλια. Ανάσαινε βαριά… το ίδιο κι εγώ. «Ώστε έτσι Μαράκι…; Δεν φτάνει που παρτουζωνόσουν τόση ώρα με το Ηνωμένο Βασίλειο… Σε μένα βγήκε ο ρομαντισμός σου;», σκέφτηκα αλλά δεν της το είπα, αφού είμαστε απασχολημένοι, εγώ με το μουνί της κι αυτή με τον πούτσο μου προς αναζήτηση της περιβόητης στιγμής…

Εγώ έχυσα πρώτος στην κοιλιά της. Αυτή έκανε την ίδια κίνηση… Άπλωνε αργά - αργά το σπέρμα μου στην κοιλιά της, στο στήθος της, στις ρώγες της. «Απορώ… πού τα έμαθε αυτά; Από κάποιο βιβλίο φαντάζομαι.. θα το έχει ψάξει το θέμα…». Αργά χάιδευε το κορμί της με τα υγρά μου ενώ με κοίταζε λάγνα στα μάτια.

Εγώ συνέχισα να ασχολούμαι με την κλειτορίδα της μέχρι να χύσει μέσα σε αναστεναγμούς. Τα δάχτυλα μου κολλούσαν από τα υγρά της. Έσκυψα και της φίλησα το υγρό της μουνάκι. Έκανε το ίδιο, με το στόμα της φίλησε την πούτσα μου… ζεστό φιλί. Κάτσαμε έτσι ξαπλωμένοι στην άμμο με τα χέρια μας μπλεγμένα στα σώματα μας. Ο ήλιος έπεφτε ο αέρας άρχισε να εξασθενεί πάλι. Μπήκαμε στην βάρκα και απομακρυνόμαστε σιγά - σιγά με τα κουπιά από την παραλία. Δεν άντεξα και την ρώτησα:

-    «Έχεις ξανακάνει κάτι τέτοιο;»

-    «Όχι, πρώτη φορά. Ήρθαμε με τα παιδιά για μπάνιο, βγάλαμε τα μαγιό μας… ε... και μετά ξέρεις τη συνέχεια…»

-    «Πρέπει να σου άρεσε πολύ!»

-    «Τι θέλεις να μάθεις τώρα με αυτό το ύφος; Νόμιζε ότι θέλεις. ‘Η μικρή πουτάνα!’. Μπράβο! Τρέχα να το πεις τώρα στο χωριό!»

-    «Αφού με έκανες να παίρνω μάτι τα γαμήσια σου. Αν σου αρέσω, τότε γιατί το έκανες;»

-    «Έλα… αυτό σκέφτεσαι συνέχεια; Μια έντονη ερωτική στιγμή ήταν, μια στιγμή που περνάει… Σαν τη θάλασσα.. βουτάς μέσα το χέρι σου και πιάνεις ένα κομμάτι θάλασσα, ένα μοναδικό κομμάτι. Ποτέ ξανά το ίδιο.. έτσι και μια στιγμή…»

-    «Εσύ μάλλον όταν βούτηξες το χέρι σου τράβηξες μαζί και τρεις τεστοστερονάτους!»

-    «Παρ’ το όπως θες. Γιατί όμως βασανίζεσαι έτσι; Εσένα σου αρέσει η ελευθερία. Απλά αν δεν μπορείς να το δεχτείς, μην το δέχεσαι. Θέλω να ξέρεις κάτι όμως… μου άρεσες και μου αρέσεις. Και άμα θέλεις να μάθεις κύριε θεωρητικέ της ζωής, αισθάνομαι κάτι παραπάνω από συμπάθεια για σένα… αλλά τι να σου πω τώρα; Με κάνεις και νιώθω τόσο βρώμικη… Γιατί έτσι;»

Άρχισε να κλαίει αλλά γύρισε από την άλλη πλευρά το κεφάλι της. Ένιωσα τόσο άσχημα… Στο κάτω - κάτω δεν είχαμε και τίποτα μαζί. Μια κοπέλα ήταν που ήθελε να χαίρετε την δική της ζωή.

-    «Συγνώμη Μαρία… Μου άρεσες όμως έτσι σαν ένα κοριτσάκι πίσω από τον πάγκο με τα βιβλία όπως σε πρωτοείδα. Θυμάσαι;»

Δεν μίλησε… Πέρασα τον κάβο. Το φανάρι άρχισε να ανάβει κι αυτό με τους δικούς του ρυθμούς. Το χωριό φαινόταν από μακριά. Είχαν βάλει μουσική. Σε λίγο θα άρχιζε το πανηγύρι. Γύρισα πίσω μου και κοίταξα τον κάβο με το φάρο. Τώρα φαινόταν πιο καθαρά. Τον κοίταζα λες και μου έλειπε ήδη.. το ίδιο κι αυτή. Η Μαρία καθόταν στην πλώρη απέναντι μου και τότε μου είπε:

-    «Δεν θα κάνω μπάνιο αγόρι μου. Θέλω να νιώθω στο σώμα μου το άρωμα του έρωτα μας, και όσο κρατήσει…»

-    «Ελπίζω να κρατήσει Μαρία. Αύριο φεύγω. Έχω πολλή δουλειά στην Αθήνα…»

«Ήθελα να φύγω και σήμερα αν μπορούσα!», σκέφτηκα.

-    «Το μόνο που ξέρεις να κάνεις καλά…»

Τελικά είχε δίκιο. Το μόνο που ήξερα καλά… αυτό και τις μαλακίες που έκανα με τα ρεμάλια τους φίλους μου. Ήξερα όμως κάπου βαθιά μέσα μου ότι ήξερα και να ερωτευτώ αλλά με τον δικό μου τρόπο… ποτέ όμως δεν θα το καταλάβαινε.

Δεν μίλησε… τα κουπιά χάιδευαν απαλά την ήρεμη θάλασσα. Είχαμε φτάσει αρκετά κοντά στο μόλο. Κοίταξα πίσω μου… Η θάλασσα άρχισε να παίρνει το χρώμα της νύχτας…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")