Η πιτσιρίκα με καθοδήγησε

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Διακοπές στο Ηράκλειο, σε ξενοδοχείο λίγο έξω από την πόλη με τα δωμάτια να έχουν θεά στη θάλασσα. Η αφορμή ήταν ο γάμος ενός φίλου και μέσω αυτού είχα βρει ένα αξιοπρεπές δωμάτιο σε πολύ καλή τιμή. Έτσι συνδύασα τις διακοπές με την υποχρέωση. Τη δεύτερη μέρα που ήμουνα εκεί ήρθε στα διπλανά δωμάτια μια οικογένεια, οι γονείς και οι δυο κόρες.

Οι γονείς και η μικρή κόρη δεν έπαιζαν καμία σημασία, άλλωστε η μικρή ήταν στα δεκαπέντε. Η άλλη κόρη όμως, η Μαρία (όχι ακριβώς αυτό το όνομα βέβαια), ήταν μια άλλη ιστορία. Μικρή κι αυτή αλλά τουλάχιστον στα δεκαεννιά, μιας και θα πήγαινε για την δεύτερη χρονιά στο Πανεπιστήμιο όπως έμαθα μετά. Δεν θα πω ότι ήταν κανένα μοντέλο αλλά το σωματάκι της δεν ήταν και άσχημο. Κοντούλα σχετικά κάπου 1.55, λεπτή με πεταχτά όμως στήθια και κωλαράκι. Και σίγουρα περπατημένη, αφού σχεδόν από τη στιγμή που την πρωτοείδα άρχισε να «παίζει».

Μεσημεράκι και πρόβαλε το κεφάλι από το δικό της μπαλκόνι, μου συστήθηκε και δεν έκλεινε το στοματάκι της ούτε δευτερόλεπτο ρωτώντας ποιος είμαι τι κάνω κλπ. Εγώ καθόμουν στο μπαλκόνι και ασχολιόμουν με το λάπτοπ, και κάπου άρχισε να μου σπάει τα νεύρα αλλά εντάξει μικρή ήταν δεν έδωσα σημασία. Εγώ έχω περάσει προ καιρού τα τριάντα.

Τις άλλες δυο μέρες την είδα μόνη της ή με τους γονείς να βολτάρει στο ξενοδοχείο. Στην πισίνα ειδικά, το απόγευμα που κατέβαινα, δεν έχανε ευκαιρία και ρίχνει ματιές με νόημα, να παίρνει προκλητικές στάσεις, μέχρι να στέλνει φιλάκια και να γλείφεται με τη γλώσσα. Ύπαγε οπίσω μου σατανά έλεγα εγώ βλέποντας τους γονείς στις διπλανές ξαπλώστρες και κοιτούσα άλλες γυναίκες, πράγμα που έκανε το μικρό να ξινίζει τα μούτρα του.

Το τρίτο βράδυ είχα κατεβεί στο μπαράκι του ξενοδοχείου που είχε πολύ κόσμο μια και θα έδειχνε ένα αγώνα του μουντιάλ και για καλή μου τύχη καθόταν και δυο Ολλανδέζες δίπλα μου στα μπαρ, για να δουν την ομάδα τους. Τους έπιασα κουβέντα χωρίς όμως να τους την πέφτω χύμα όπως κάνουν μερικοί - μερικοί, όποτε τα ψιλολέγαμε βλέποντας τον αγώνα ώσπου κάποια στιγμή σκάει μούρη η Μαρία και έρχεται και κάθεται ανάμεσα σε μένα κι αυτές και παραγγέλνει.

Έκπληκτος από το θράσος της πήγα να της πω να κάτσει αλλού, αλλά αυτό αντί να την αποθαρρύνει την έκανε να φέρει ένα σκαμπό και να το στριμώξει δίπλα μου. Σκαρφάλωσε πάνω και άρχισε την πάρλα, ενώ ταυτόχρονα έτριβε τα μπουτάκια της στο πόδι μου, φορούσα και βερμούδα, και σε λίγο είχε αρχίσει να με αναστατώνει χωρίς να το θέλω. Τη ρώτησα για τους γονείς της. Μου είπε ότι τρώνε και θα πάει να τους βρει κατά τις μια που ήταν το όριο εξόδου της, αν και κλείνοντας μου το μάτι μου είπε ότι κάθε βράδυ, μετά από λίγο ξανάβγαινε για ένα ποτό στο μπαράκι. Εγώ δεν την είχα δει γιατί κατέβαινα Ηράκλειο.

Με τα πολλά μου είπε ότι γούσταρε τους μεγάλους κλπ. και το χεράκι της είχε κατασκηνώσει στο μηρό μου. Εγώ υπό άλλες συνθήκες θα την είχα διπλαρώσει αλλά σκεφτόμουν τους δικούς της, όποτε άρχισα ειρωνικά σχόλια μεταξύ σοβαρού και αστείου για την ηλικία της, το ότι συνοδευόταν από τους γονείς, το ότι έμενε με την αδερφή της και τέτοια.

Δεν ξέρω αν κοκκίνισε από το θυμό ή από τα τρία ποτά που πρόλαβε και ήπιε, όταν πάντως πήγε μια παρά έφυγε. Κι εγώ σπασμένος από τη χαλάστρα που μου έκανε με τις Ολλανδέζες, ανέβηκα για ύπνο. Λόγω ζέστης ο ύπνος δεν με πήρε αμέσως και κατά τις δυο άκουσα κίνηση στο μπαλκόνι και είδα τη Μαρία να μπαίνει ξυπόλητη από τα ανοιχτά παντζούρια και να στρογγυλοκάθεται στο κρεβάτι μου.

-    «Ρε γαμότο, τι κάνεις εδώ; Είσαι τρελή; Πέρασες από το μπαλκόνι σου σε μένα; Μπορεί να χτυπούσες. Άμα σε ψάχνουν οι δικοί σου θα βρω το μπελά μου…!», και τέτοια άρχισα να λέω εγώ.

-    «Μπα.. κοιμούνται του καλού καιρού οπότε είπα να έρθω να πω μια καληνύχτα και σε σένα παππού!», μου λέει.

Ταυτόχρονα κάθεται πάνω στα πόδια μου με ανοιχτά τα δικά της και το παντελονάκι που φορούσε τραβήχτηκε μέχρι πάνω.

-    «Μικρή, μην αρχίζεις παιχνίδια που δεν μπορείς να τελειώσεις. Δεν είμαι εγώ για σένα!», λέω.

-    «Μπα…; Άλλα βλέπω εγώ…», λέει αυτή.

Και μόλις τότε συνειδητοποίησα ότι ήμουνα μόνο με το μποξεράκι και ο ερεθισμός μου ήταν πλέον ορατός. Ανέβηκε πιο πάνω και σχεδόν έκατσε πάνω του, ενώ ταυτόχρονα έσκυψε και άρχισε ένα γλωσσόφιλο που με έκανε να πω: «Δε γαμιέται, ας το ρισκάρω». Με τα χέρια μου έσφιξα τα κωλομέρια της που ήταν αφράτα και περίμενα να δω αντίδραση. Απλά αναστέναξε καυλιάρικα. Ανασηκώθηκα και με τα δάχτυλα τράβηξα το παντελονάκι και το βρακάκι της και της το έβγαλα ξαπλώνοντας της στο κρεβάτι. Αμέσως πετάχτηκε πάνω και πέταξε το μπλουζάκι της στα μούτρα μου και μου λέει:

-    «Σειρά σου τώρα…»

Κάνει βουτιά στο κρεβάτι και αρπάζει τον πούτσο μου πάνω από το μποξεράκι και του τραβάει μια μικρή δαγκωνιά. Την τράβηξα και απαλλάχτηκα από το εσώρουχο αλλά πριν προλάβω να σηκωθώ να πάρω ένα προφυλακτικό από το συρτάρι, άρχισε να μου παίρνει τσιμπούκι. Βιαζόταν πολύ και την άρπαξα από τα μαλλιά και της είπα:

-    «Πιο σιγά μωρό, και βάλε και τη γλώσσα περισσότερο να παίξει…»

Πράγματι άρχισε να δουλεύει εναλλάξ τη γλώσσα με τα ρουφήγματα. Εγώ τρελαινόμουνα να τη βλέπω έτσι μικροκαμωμένη σα μπιμπελό και όταν πλησίαζε η ώρα που δεν κρατιόμουνα άλλο, της είπα:

-    «Τραβήξου πουτανάκι αν θες γιατί θα χύσω…!»

Αυτή όμως απλά δυνάμωσε τα ρουφήγματα μέχρι που έχυσα στο στόμα της. Κόντεψε να πνιγεί, όμως πήρε ανάσα και ξανάπεσε μέχρι που τα κατάπιε όλα και μετά σκούπισε το στόμα της με το χεράκι της, λες και είχε πιει γάλα, και μου λέει:

-    «Μωρό ε;»

-    «Μωρό αλλά καυλιάρικο!», λέω εγώ.

Την αρπάζω, της σηκώνω ψηλά τα πόδια και ακουμπώντας την πλάτη μου στο προσκέφαλο την αρχίζω ένα γλειφομούνι… η μικρή βόγκαγε κανονικά και αναγκάστηκα να της πω να σκάσει γιατί οι γονείς της ήταν δίπλα και τα παντζούρια ανοιχτά. Έβαλε το χέρι της στο στόμα και απόλαυσε τα παιχνίδια που έκανα με τη γλώσσα, τα δόντια και τα δάχτυλα στην κλειτορίδα, στα μουνόχειλα και στην μουνότρυπα της. Αν και με το μουνί στον αέρα και το κεφάλι γερμένο στο κρεβάτι, τα ζουμάκια της πλημμύρισαν το μουνάκι της, ενώ αυτή δάγκωνε το χέρι της. Ευτυχώς, γιατί θα μας έκαναν τσακωτούς.

-    «Τσιγαράκι;» της λέω και σηκώνομαι να κλείσω τα πατζούρια.

Καλού κακού, έβαλα το κλιματιστικό να δουλεύει. Κάναμε δυο τσιγάρα ενώ εγώ δεν έβγαλα το χέρι μου από το μουνάκι της καθόλου και μετά σηκώνομαι και παίρνω ένα προφυλακτικό από το συρτάρι. Δεν της καλάρεσε η ιδέα αλλά λέω:

-    «Σκασμός! Δεν είναι ώρα για ατυχήματα».

Αφού το φόρεσα, μου το έγλειψε λίγο και το σάλιωσε. Της λέω;»

-    «Λάβετε θέσεις!»

Επειδή δεν πολυκατάλαβε, της άνοιξα σχεδόν βιαία το ποδαράκια και έβαλα το κεφαλάκι στα ερεθισμένα της μουνόχειλα. Δεν μπήκα αμέσως.. έπαιξα λίγο, μέχρι που άρχισε να διαμαρτύρεται για την καθυστέρηση, οπότε μπήκα μέσα της σιγά - σιγά μέχρι όσο έμπαινε, και άρχισε το γαμήσι. Πότε πιο γρήγορα, πότε πιο αργά την κάρφωνα στο κρεβάτι ενώ αυτή δάγκωνε τα χειλάκια της. Προσπάθησα να κρατηθώ όσο μπορούσα πιο πολύ.

Μετά από ώρα αλλάξαμε στάση και ήρθε αυτή από πάνω. Χοροπηδούσε σαν κατσίκι σχεδόν, ενώ εγώ έπαιζα με τα βυζάκια της. Τελικά επειδή δεν παρορούσα να κρατηθώ να μη γελάσω με αυτά που έκανε και έλεγε, τη γύρισα ανάποδα, ανασήκωσα λίγο τη λεκάνη της και μπήκα στο μουνάκι της από πίσω. Ευτυχώς το μαξιλάρι έκοβε λίγο το θόρυβο από τα βογκητά της.

Κάποια στιγμή πρέπει να ξαναέχυσε αλλά εγώ δε σταμάτησα. Όταν τελείωσα έγειρα πάνω της και ξάπλωσα στην πλάτη της ψιθυρίζοντας πόσο πουτανάκι ήταν και τι καυλιάρικο μουνάκι είχε. Ταυτόχρονα το χέρι μου έπαιζε με τα κωλομέρια της και της έχωσα ένα δάχτυλο στον κώλο. Τινάχτηκε σαν να τη χτύπησε ρεύμα και μου είπε ότι δεν έχει κάνει τίποτα από εκεί. Της είπα ότι ούτε εκείνο το βράδυ θα έκανε και γύρισε και με κοίταξε απορημένη. Σίγουρα γούσταρε, αλλά της λέω:

-    «Άμα το κάνουμε κι αυτό σήμερα, τι θα κάνουμε τα άλλα βράδια;»

Το γελάκι της έδειξε ότι κατάλαβε τι εννοούσα, και πράγματι την επόμενη μέρα έχασε την παρθενιά της από κει. Αυτή είναι η σύντομη ιστορία μου με το πιπίνι.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")