Τα τρία λάθη

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Λέγομαι Παύλος, είμαι 22 χρονών, 1.90 ύψος, μελαχρινός (χρώμα μαλλιών), 110 κιλά και αρκετά γυμνασμένος. Εδώ και τριάμιση χρόνια σπουδάζω σε ένα Τ.Ε.Ι της Βορείου Ελλάδας.

Πρέπει να παραδεχτώ πως βρήκα αυτό το site από ένα ορθογραφικό λάθος που έκανα στο goοgle. Πάτησα αναζήτηση και μέσα σε άλλες σελίδες έβγαλε το στόρι μιας κοπελιάς με έναν πενηντάρη. Διάβασα και άλλα κειμενάκια και είδα ότι πολλοί επισκέπτες χρησιμοποιούν αυτό το site για να πουν αυτό που κρύβουν μέσα τους. Ξέρεις το έχω ανάγκη αυτό, αν και ακούγεται φλώρικο.

Έχω σχέση με μια καταπληκτική κοπέλα, το όνομα της Γιώτα. Εδώ και τόσα χρόνια ξέρω ότι με περιμένει να κατέβω κάτω, με αγαπάει, με σκέφτεται και με στηρίζει για να πετύχω το στόχο μου. Μπορώ να πω πως έχω αρκετές επιτυχίες με τις γυναίκες αλλά προσπαθώ να αφοσιωθώ στην κοπέλα μου.

Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια, που ήμουν μακριά της και όμως τα είχα καταφέρει να μην την απατήσω. Βέβαια μια φορά στο δίμηνο κατέβαινα και την έβλεπα στην Αθήνα.

Όμως μια εκ των ημερών έκανα ένα λάθος ή μάλλον δύο λάθη ή καλύτερα για ακριβολογώ τρία λάθη. Δεν μπορείτε να φαντασθείτε πόσο άσχημα νιώθω γι’ αυτό κάθε φορά που το σκέφτομαι. Είμαι σίγουρος πως ο ανδρικός πληθυσμός θα καταλάβει απόλυτα το γιατί ενέδωσα στους πειρασμούς. Όλα ξεκίνησαν από ένα τηλέφωνο από τον φίλο μου τον Τάσο.

-    «Έλα ρε, τι κάνεις;»

-    «Διαβάζω ρε μαλάκα, τι άλλο; Εξεταστική έχουμε!»

-    «Άντε ρε φλώρε, βγες λίγο να ξεσκάσεις. Εμείς θα πάμε για καφέ. Θα έρθεις;»

Η αλήθεια είναι ότι τα είχα δει όλα από το διάβασμα και ήθελα να ξεφύγω λίγο από τις υποχρεώσεις.

-    «Που θα πάτε ρε φίλε;»

-     «Θα πάμε για καφέ, θα έρθεις;»

-    «Οκ, τι ώρα και πού;»

-    «Εννέα στο γνωστό μέρος. Οκ;»

-    «Οκ».

Πράγματι στις εννέα ήμουν εκεί. Ήρθαν έξι αυτοκίνητα. Ήταν όλη η παρέα (Στέφανος, Μιχάλης, Γιάννης, Γιώργος) αλλά και άλλα άτομα που δεν τα ήξερα (φίλοι του Τάσου).

-    «Ήρθαμε».

-    «Καλώς τους! Πού θα πάμε;»

-    «Θα δεις…»

Οι μαλάκες αντί να με πάνε εκεί που μου είχε πει, με πήγαν σε άλλη πόλη. Φάγαμε κάτι πίτσες και μετά με πήγαν σε κάτι χωράφια.

-    «Ρε μαλάκες, θα σπάσει το αυτοκίνητο εδώ που είμαστε. Είναι σκατόδρομος».

Τελικά φτάσαμε έξω από μία στάνη ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε γιατί μέσα δεν ήταν. Μπήκαμε μέσα, ήταν ένα μέρος με χαμηλό φωτισμό, καναπέδες, πίστα και μπαρ. Ήταν κωλάδικο! Γεμάτο στις γυναίκες από Ρωσία, Ουκρανία, Αλβανία, Μαύρη ήπειρος, είχε και δύο ελληνίδες. Στο μισάωρο απάνω όλοι είχαν από μια κοπέλα στα πόδια τους, την οποία πλήρωναν χρυσάφι. Εκτός από εμένα που είχα μόνο σαράντα ευρώ γιατί πίστευα ότι πήγαινα για καφέ και δεν άφηνα καμία να κάτσει.

Πριν πιω δεύτερη γουλιά από το ουίσκι μου, έκατσε στα πόδια μου η Αλεξάνδρα. Ήταν από τις πιο ωραίες γυναίκες που έχω δει στην ζωή μου, 1.85, τέλειες αναλογίες. Τώρα που γράφω την θυμάμαι και καυλώνω.

-    «Με λένε Αλεξάνδρα. Θέλεις παρέα;», είπε και παράλληλα έβαλε το χέρι της στα πολύτιμα μου.

-    «Ναι, γιατί όχι;»

-    «Να πιω κάτι;»

-    «Να πιεις».

Παρήγγειλε ένα λικέρ. Συζητούσαμε για ένα μισάωρο, παράλληλα είχε ανοίξει το φερμουάρ και μου τον έπαιζε αργά - αργά. Είχα τρελαθεί, μετά από τόσο καιρό δεν άντεχα άλλο, ήθελα να την βάλω κάτω και να της... Αν καταλαβαίνεται τι εννοώ.

«Θες να πάμε για χορό» (Αυτό σημαίνει πριβέ κατάσταση τριών λεπτών πίσω από ένα παραβάν όπου η κοπέλα σου χορεύει και εσύ κοιτάς, χωρίς να ακουμπάς, γιατί αν το κάνεις σε έσπασαν στο ξύλο οι φουσκωτοί «χρεωνόταν 20 ευρώ).

-    «Θέλω αλλά δεν έχω σάλιο».

-    «Έλα, Έλα, Έλα, Έλα, Έλα…»

-    «Οκ» (Τόσο μαλάκας ο δικός σου)

Μπήκαμε μέσα στο παραβάν. Ήξερα πάνω κάτω τι παίζει εκεί μέσα. Μου είχαν πει οι φίλοι μου γιατί σχεδόν όλοι είχαν κάνει πριβέ χορό. Οι κοπέλες χόρευαν αισθησιακά πάνω τους αλλά από μαρμελάδα τίποτα. Στην δική μου περίπτωση τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Η Αλεξάνδρα έβγαλε το φόρεμα της, με πέταξε σε μια πολυθρόνα και αμέσως γονάτισε.

-    «Τι κάνεις;», ρωτάω.

-    «Σκάσε, δεν προλαβαίνουμε. Κοίτα μη τυχόν και μας δουν».

Έπαιρνε τσιμπούκι σαν τρελή. Τον είχα χάσει. Ρουφούσε και έφτυνε πάνω στον πούτσο μου συνέχεια. Μου έγλειφε τα αρχίδια και τον έπαιζε συνέχεια.

-    «Κάτσε πάνω του, θέλω να σε γαμήσω!!!»

-    «Δεν προλαβαίνουμε, Χύσε με μωρό μου!!! Έλα πουτσαρά μου!»

Δεν άντεξα άλλο.

-    «Χύνωωωω, Χύνωωωω!!!»

Είχα κλειστά τα μάτια. Ήταν η ωραιότερη στιγμή στη ζωή μου, άνοιξα τα μάτια μου και τρελάθηκα από καύλα. Η κοπελιά άφησε να χύσω στο πρόσωπο της. Καμία άλλη δεν ήθελε κάτι τέτοιο. Σκουπίστηκε με μια άθλια πετσέτα, μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και εξαφανίστηκε. Έφυγα από εκείνο το μέρος στις πέντε το πρωί. Είχα χρεωθεί στο φίλο μου τον στέφανο σαράντα ευρώ.

Με πήγαν στο σημείο από όπου με πήραν. Δεν μπορούσαν να με πάνε μέχρι το σπίτι μου, επειδή βιαζόντουσαν. Δεν είχα λεφτά για ταξί και τα λεωφορεία ξεκίναγαν στις εξίμιση. Πεινούσα, κρύωνα και το κυριότερο νύσταζα. Σκέφτηκα να πάω στο σπίτι δυο κοριτσιών που έχουμε μόνο φιλικές σχέσεις, ήταν το κοντινότερο. Πήγα, χτύπησα το κουδούνι και μετά από δεκαπέντε λεπτά μου άνοιξαν, ενώ παράλληλα με έβριζαν επειδή τις ξύπνησα. Τους ζήτησα συγνώμη και κάτι ζεστό για να συνέλθω από το ψωλόκρυο.

-    «Τι έγινε ρε; Πού ήσουν; Δεν διαβάζεις;»

-    «Γιατί εσείς διαβάζετε;»

-    «Όχι».

Αφού με πίεσαν τους είπα που ήμουν και με ποιους. Αφού πρώτα μου είπαν πως μου αξίζει να με φτύσουν γι’ αυτό που έκανα, μου έδωσαν να πιω ζεστή σοκολάτα. Μετά από τριάντα λεπτά περίπου κουβέντα, μου είπαν να πάμε να κοιμηθούμε. Μου έστρωσαν σε ένα μονό ντιβάνι που είχαν για την αδελφή της μιας εκ των δυο. Πέσαμε για ύπνο, εγώ όμως δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν το τσιμπούκι της Μαρίας και καύλωνα συνέχεια. Χωρίς να το καταλάβω μπήκε μέσα στο δωμάτιο η Βαγγελιώ. Είδε ότι ήμουν έτσι και ήρθε μέσα.

-    «Τι γίνεται εδώ; Δεν ντρέπεσαι να καυλώνεις μέσα στο σπίτι των φιλενάδων σου;»

Μπαίνει κάτω από τα σκεπάσματα και αρχίζει να μου τον παίζει.

-    «Έχεις μεγάλη πούτσα!»

-    «Το ξέρω. Πέσε τώρα και πάρε μου τσιμπούκι!»

Έβγαλε τα ρούχα της και άρχισε να τσιμπουκώνεται χωρίς έλεος.

-    «Σου αρέσει ψωλαρά μου;»

-    «Για πουτανάκι καλά τα πας».

Όσο της μιλούσα έτσι τόσο καύλωνε περισσότερο. Το μουνάκι της είχε γίνει σαν λίμνη. Της το έπαιζα ενώ παράλληλα της έβαζα και κωλοδάχτυλο. Μούγκριζε και έχυνε συνέχεια.

-    «Θέλω να με γαμήσεις τώρα!!! Σκίσε με, με την ψωλάρα σου!»

Της έβαλα τα πόδια στους ώμους και της το έβαλα σιγά - σιγά. Αυτή ούρλιαξε και της γύρισαν τα μάτια (πρώτη φορά το είδα σε γυναίκα αυτό). Την γαμούσα με αργό ρυθμό και σιγά - σιγά επιτάχυνα. Ο πούτσος μου είχε γίνει πέτρα. Σε μια στιγμή, χωρίς να ξέρω το γιατί, γύρισα το κεφάλι μου προς τα πίσω για να δω την πόρτα. Δεν ξέρω για πόση ώρα, αλλά ξέρω ότι μας κοιτούσε η Άννα. Σταμάτησα να το βάζω στην Βαγγελιώ και πήρα ένα μαξιλάρι για να καλύψω τον πούτσο μου. Η Μαρία σκεπάστηκε με την κουβέρτα και αναφώνησε:

-    «Ααααα!!!»

-    «Γιατί σταματήσατε; Μια χαρά τα πηγαίνατε!»

-    «Σου άρεσε πολύ;», είπα χωρίς να το σκεφτώ.

Η Βαγγελιώ είχε σαστίσει τελείως. Δεν έλεγε τίποτα και είχε γουρλώσει τα μάτια φοβισμένη.

-    «Γιατί τον κρύβεις; Είναι τόσο όμορφος!», έλεγε καθώς πλησίαζε.

-    «Εεεεεεε;», είχα σαστίσει κι εγώ μετά από αυτό.

Μου πήρε το μαξιλάρι από τα χέρια και άρχισε να μου τον παίζει αργά αργά.

-    «Για να μάθεις να πηγαίνεις στις παλιοπουτάνες!»

Συνέχισε να μου τον παίζει και να με φιλάει με γλώσσα. Εγώ την έγδυσα και άρχισα να της παίζω το μουνάκι της και να της βάζω κωλοδάχτυλο. Παράλληλα έπαιζα και το μουνάκι της Βαγγελιώς. Μέσα σε δευτερόλεπτα είχα πάρει φωτιά. Η Βαγγελιώ έγλειφε το μουνάκι της Άννας και η Άννα τσιμπουκωνόταν σαν τρελή. After that και οι δύο μαζί μου έγλειφαν τον πούτσο και τα αρχίδια. Έβαλα την Άννα στα τέσσερα και την πηδούσα με δύναμη. Ούρλιαζε σαν τρελή και φώναζε:

-    «Γάμα με! Πιο δυνατά! Σαν πουτάνα! Σκίσε με!»

Η Βαγγελιώ είχε βάλει το κεφάλι της κάτω από τα πόδια μου και μου έγλειφε τα αρχίδια την ώρα που πηδούσα τη Άννα και παράλληλα έπαιζε με το μουνάκι της. Της ζήτησα να βάλει κωλοδάχτυλο στον εαυτό της και εκείνη υπάκουσε αμέσως. Όταν ήρθε η ώρα για να χύσω ξαπλώσανε η μια δίπλα στην άλλη και μου τον έπαιζαν, καθώς εγώ ήμουν από πάνω τους γονατιστός.

Έχυσα πάνω στα βυζιά τους. Αφού τελείωσα μου τον καθάρισαν με ένα υπέροχο γλείψιμο και μετά άρχισαν να τρίβονται και να γελάνε επειδή τους άρεσε η αίσθηση από τα χύσια μου στο κορμί τους. Μετά από αυτό ανεβήκαμε μαζί στο Τ.Ε.Ι.

Τώρα τις βλέπω που και που αλλά προσπαθώ να τις αποφύγω. Οφείλω να παραδεχτώ ότι ήταν η ωραιότερη μέρα όσον αφορά τον ερωτικό τομέα της ζωής μου. Έχουν υπάρξει φορές που τα θυμάμαι όλα αυτά και καυλώνω αλλά συνήθως έχω τύψεις. Θέλω να πιστεύω ότι μέσα από αυτό το κείμενο θα πετύχω την εξιλέωση για το κακό που έκανα στην κοπέλα μου. Μέχρι τώρα δεν βρήκα τον ανδρισμό να της τα πω.

Ζητώ συγνώμη… Ειλικρινά.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")