Η γλυκιά πενηντάρα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Μετά από το κολασμένο πάθος μας με την κουνιάδα μου, (διαβάστε την ιστορία με τον τίτλο ΤΟ ΠΑΘΟΣ), την Κυριακή το απόγευμα ήρθε ο δικός της από το ταξίδι του. Συνήθως όταν έρχεται μένει μια δυο μέρες, έτσι ήξερα ότι θα μου ήταν αδύνατον να βρεθώ ξανά μαζί της στο κρεβάτι όσο εκείνος ήταν εκεί. Μετά έμαθα (μου το είπε κρυφά εκείνη), ότι θα έφευγε την Πέμπτη, νευρίασα, την ήθελα πάλι σαν παλαβός, εάν δεν ήταν αυτός εκεί, σίγουρα θα μπορούσαμε να κάνουμε έρωτα την Δευτέρα το πρωί μιας και εγώ δουλεύω από το σπίτι (είμαι προγραμματιστής), εκείνη πάλι δεν δουλεύει, η γυναίκα μου και αδελφή της θα ήταν στην δουλειά, έτσι άνετα θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί, μόλις η μικρή κόρη της έφευγε για το σχολείο. Δυστυχώς όμως θα ήταν εκείνος εκεί.

Έτσι μόλις έφυγε την Δευτέρα η γυναίκα μου για την δουλειά της, ντύθηκα και εγώ, ήθελα να βγω έξω, με έτρωγε το πάθος μου. Πήγα σε καφετέρια εκεί κοντά στο σπίτι μου. Αν και ήταν δέκα η ώρα, η καφετέρια ήταν σχεδόν γεμάτη. Βρήκα ένα τραπέζι σε μια γωνιά και κάθισα. Παρήγγειλα ένα παγωμένο φραπέ και άρχισα να διαβάζω μια εφημερίδα που κάποιος είχε αφήσει πάνω στο τραπέζι. Διάβαζα ένα άρθρο στην εφημερίδα, αλλά για να πούμε την αλήθεια, δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε μιας και το μυαλό μου ήταν περισσότερο στο πότε θα έφευγε από το σπίτι ο μαλάκας της κουνιάδας μου. Εκείνη την ώρα άδειασε ένα τραπέζι που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι μου. Κάτι κορίτσια από είκοσι έως εικοσιπέντε χρονών είχαν σηκωθεί και έφευγαν χαζολογώντας. Ήταν τέσσερις και όλες τους φορούσαν κοντές φούστες που άφηναν ακάλυπτο τον αφαλό τους. Τις είχα δει και πριν, αλλά για να πω την αλήθεια, ποτέ δεν με συγκίνησαν τα κοριτσόπουλα, από νεαρός μου άρεσαν οι μεγάλες γυναίκες που ήξεραν τι ήθελαν, χωρίς πολλά, πολλά, χωρίς μη, και δεν, στάσου και τέτοια, ήξερα ότι μια ώριμη γυναίκα έρθει μαζί σου, τότε σίγουρα θα γίνει κάτι καλό, χωρίς αναστολές και άλλες τέτοιες βαρετές χαζομάρες.

Δεν πρόλαβαν να φύγουν και αμέσως στο τραπέζι κάθισε ένα ζευγάρι. Αυτός ένας καλοντυμένος κύριος, γύρω στα εβδομήντα, εκείνη μια γυναικάρα, ψηλή, ξανθιά βαμμένη, χείλια παχιά, έτοιμα να σε πάνε στον παράδεισο, μάτια μεγάλα και γαλανά, φορούσε ένα μαύρο φόρεμα, αρκετά εφαρμοστό επάνω της, δεν ήταν ούτε παχιά ούτε αδύνατη, το φόρεμα της ήταν λίγο πάνω από το γόνατο, οι γάμπες της απίθανα όμορφες και μαυρισμένες από τον ήλιο, ενώ τα πόδια της στόλιζαν δύο ψηλοτάκουνες γόβες που τόνιζαν τους μυς της γάμπας της. Κάθισαν, εκείνος με την πλάτη του γυρισμένη προς εμένα, εκείνη πλάγια προς τα εμένα, έτσι ώστε μπορούσα να δω το προφίλ της. Μόλις ήρθε ο σερβιτόρος, τίναξε τα μακριά μαλλιά της που έπεφταν κυματιστά στους φαρδύς ώμους της και παρήγγειλε.

Έτσι όπως την έκοβα πρέπει να ήταν πενήντα το πολύ πενήντα ένα χρονών, αλλά ήταν από τις γυναίκες που δεν αφήνουν τον εαυτόν τους. Πέντε λεπτά αργότερα τους σέρβιραν τους καφέδες, εκείνος άνοιξε την εφημερίδα του και έπεσε με τα μούτρα σ\' αυτή. Εκείνη άρχισε να κοιτάζει δεξιά και αριστερά με ύφος βαριεστημένο, άναψε τσιγάρο, έστριψε λίγο το κεφάλι της και με είδε που είχα καρφωθεί και την χάζευα. Έστρεψα στο βλέμμα μου στην εφημερίδα, με την άκρη όμως του ματιού μου την είδα σαν να μου χαμογέλασε, την κοίταξα πάλι, αλλά αυτή την φορά όχι στο πρόσωπο, αλλά στα υπέροχα πόδια της. με τις ωραίες πεταχτές φλέβες στους αστραγάλους της από την γυμναστική που μάλλον πρέπει να έκανε. Μάλλον κατάλαβε πού κοίταζα, άλλαξε πόδι, (καθόταν σταυροπόδι), το φόρεμα της σηκώθηκε αρκετά, τόσο ώστε να φαίνετε μέρος του μπουτιού της. Μετά κατέβασε το χέρι της και άρχισε να τρίβει απαλά την μακριά υπέροχη γάμπα της, σαν να της έκανε μασάζ. Η γυναικάρα με είχε ανάψει για τα καλά, αν δεν ήταν ο άντρας της σίγουρα θα της την έπεφτα. Προσπαθούσα να βρω κάτι να της πω, αλλά δεν ήταν εύκολο με τον τύπο δίπλα της, αν και δεν έπαιρνε χαμπάρι με τίποτα έτσι όπως ήταν αφοσιωμένος στην εφημερίδα. Τελικά το σκέφτηκα, πήρα μια χαρτοπετσέτα, έγραψα το τηλέφωνο μου με μεγάλα γράμματα, ύστερα το σήκωσα και της το έδηξα, στο κάτω, κάτω αν δεν ήθελε δεν θα έδινε σημασία, άλλωστε δεν φαινόταν από εκείνες που θα έκαναν σκηνή.

Την είδα να χαμογελάει, ύστερα έγειρε λίγο το κεφάλι της προς τους αριθμούς, έκλεισε λίγο τα βλέφαρα για να εστιάσει καλύτερα, πήρε στο χέρι της το κινητό της και από ότι φάνηκε σημείωσε το νούμερο. Μετά το άφησε στο τραπέζι και πάλι, μου έκλεισε το μάτι, άφησε να περάσουν πέντε λεπτά, την είδα να το πιάνει και πάλι, κάτι άρχισε να γράφει, λίγα δευτερόλεπτα μετά ήρθε στο κινητό μου μήνυμα. «Τι θέλεις; Με λένε .», δεν έχει σημασία το όνομα. Της απάντησα «Σου αρέσουν οι περιπέτειες;», άκουσα το τηλέφωνο της στην δόνηση, είχε λάβει το μήνυμα μου, άρχισε πάλι κάτι να γράφει. «Πολύ, τρελαίνομαι για περιπέτειες. Είμαι πενήντα δύο χρονών, ο άντρας μου έχει πλέον άλλα ενδιαφέροντα και όπως καταλαβαίνεις μου αρέσει να ανανεώνομαι τακτικά». Της απάντησα αμέσως. «Θα πάω προς τις τουαλέτες, μπορείς να έρθεις για λίγο να τα πούμε;». Άκουσα την δόνηση στο τηλέφωνο της, ενώ ταυτόχρονα σηκώθηκα για να πάω προς τις τουαλέτες. Για να πάω εκεί έπρεπε να περάσω ένα αρκετά μακρύ διάδρομο, μακριά από την αίθουσα και αυτό βόλευε πολύ. Σταμάτησα κάπου στην μέση του διαδρόμου, την είδα μερικά δευτερόλεπτα μετά να έρχεται και εκείνη.
Στάθηκε μπροστά μου και μου είπε.

«Κοίτα εδώ μπορεί να μας πάρει κανένα μάτι, αν θες έλα να πάμε στις γυναικείες να τα πούμε, άλλωστε σπάνια πάει κάποια εκεί».
Πήγα πρώτος, αφού βεβαιώθηκα ότι δεν ήταν καμιά άλλη εκεί μέσα, μπήκα, μέσα υπήρχαν έξη ακόμα πόρτες κλειστές, την είδα να έρχεται πίσω μου, άνοιξα μια από τις κλειστές πόρτες και χώθηκα μέσα, ήταν πολύ ευρύχωρες, με ακολούθησε, κλειδώσαμε.
«Άκου, ξέρω τι θες όπως και εσύ ξέρεις τι θέλω», μου είπε και συνέχισε, «Για αυτό καλό θα είναι να μη χάνουμε χρόνο».

Αυτό ήταν, δεν ήθελα δεύτερη κουβέντα (να γιατί μου αρέσουν οι ώριμες γυναίκες), την αγκάλιασα και κόλλησα το σώμα της επάνω μου, ενώ με το άλλο χέρι άρχισα να της σηκώνω το μαύρο εφαρμοστό φόρεμα της. Δεν φορούσε τίποτα από κάτω, το χέρι μου βρήκε αμέσως το ξυρισμένο, ζεστό και σχεδόν υγρό μουνάκι της. Γονάτισα κρατώντας το φόρεμα της ψηλά στην κοιλιά, άρχισα να περνάω την γλώσσα μου από το υπέροχο κουτουπίε της, ύστερα έγλυψα τους απίθανους αστραγάλους της, αυτό την έκανε να βάλει το χέρι της μέσα στο μουνάκι της και με κυκλικές κινήσεις άρχισε να παίζει με την κλειτορίδα της, ενώ το κεφάλι της ακουμπούσε στα μάρμαρα του τοίχου της τουαλέτα, ο δείκτης του χεριού της ήταν μέσα στο στόμα της.

Πιπίλαγε και δάγκωνε το δάκτυλο της για να πνίγη την φωνή της, ανέβηκα αργά, αργά γλείφοντας της τα πόδια μέσα έξω, μέχρι που η γλώσσα μου σταμάτησε στο εσωτερικό μέρος των μπουτιών της, παίρνοντας στο στόμα μου τα καυτά υγρά που ήδη είχαν αρχίσει να τρέχουν, τα μάζεψα από τα υπέροχα μπούτια της και μετά έβαλα την γλώσσα μου ανάμεσα στα μουσκεμένα μουνόχειλα της, εκείνη εξακολουθούσε να παίζει άγρια με την πρησμένη κλειτορίδα της, ενώ είχε χώσει το άλλο χέρι της και είχε βγάλει το ένα (αρκετά μεγάλο) βυζί της τρίβοντας και τσιμπώντας τις μεγάλες σκληρές από την καύλα ρόγες της. Το χέρι που βρίσκονταν στην κλειτορίδα άρχισε να ανοίγει τα δύο δάκτυλα της σαν μανταλάκι, ανάμεσα έσφιξε την κλειτορίδα που ήταν πρησμένη και μου τράβηξε το κεφάλι, έβαλα την καυλωμένη κλειτορίδα στο στόμα μου και άρχισα να την ρουφάω σαν να έκανα πίπα. Το στόμα μου άρχισε να γεμίζει όλο και πιο πολλά υγρά από το καυτό εκείνο μουνάκι.

Κάθε τόσο είχε σπασμούς και αυτό μου άρεσε πολύ, έτσι ρουφούσα όλο και πιο πολύ την πρησμένη κλειτορίδα της, μετά έβαζα την γλώσσα μου στο εσωτερικό μέρος των μουνόχειλων της και έγλυφα. Τα γόνατα της έτρεμαν από την καύλα της, «Έλα, έλα πάρε με, τώρα, έλα μέσα μου, με έχεις πεθάνει, έλα μωρό μου, τώρα.». Σηκώθηκα όρθιος, τρέμανε και εμένα τα πόδια μου, την είδα να κρατάει ψηλά το φόρεμα της, ύστερα να ανεβάζει το ένα πόδι της στο καπάκι της τουαλέτας, την ακούμπησα στον τοίχο, ξεκουμπώθηκα, κράτησα το πόδι που είχε ακουμπήσει στο καπάκι της τουαλέτας και το σήκωσα ψηλά, εκείνη πιάστηκε από τον νιπτήρα για να μη γλιστρήσει, έπιασα το καυλί μου και της το βύθισα βαθιά μέσα της. Αναστέναξε κλείνοντας τα μάτια, έβαλα τα χείλια μου πάνω στα υπέροχα χείλια της, άνοιξε το στόμα της και άρχισα να της ρουφάω την γλώσσα, ενώ την κάρφωνα δυνατά. «Έτσι, ναι, ναι, αυτό είναι, κάρφωσε με την πουτάνα, ναι μωράκι μου, αχ, αχ, αχ, αχ, έτσι, έτσι», μου ψιθύριζε στο αυτί μου.

Δέκα λεπτά κατάφερα να κρατηθώ, το κατάλαβε ότι ήμουν έτοιμος να της τα δώσω, «Μη χύσεις, θέλω να τα πάρω στο στόμα, όπως πήρες εσύ τα δικά μου.», είπε, βγήκα από μέσα της, ο πούτσος μου γλιστρούσε από τα υγρά της, γονάτισε μπροστά μου, άνοιξε τα υπέροχα χείλια της, ύστερα μου τον πείρε από το χέρι, έβαλε το πουτσοκέφαλο μέσα στο στόμα της, έκλεισε σφιχτά τα χείλια της και άρχισε να κάνει πίσω μπρος το κεφάλι της. Λίγα δευτερόλεπτα μετά άδειαζα τα αρχίδια μου μέσα στο ζεστό στόμα της. Μόλις κατάλαβε ότι δεν είχε τίποτα άλλο να καταπιεί, τον έβγαλε και φίλησε το μουσκεμένο πουτσοκέφαλο μου με τα λάγνα χείλι της.

Σηκώθηκε, στάθηκε ευχαριστημένη μπροστά στον καθρέπτη, έφτιαξε τα μαλλιά της, έριξε νερό στο πρόσωπο της, όπως έκανα και εγώ μιας και κολλάγαμε από τα υγρά μας, μου είπε ότι θα ήθελε να το κάνουμε ξανά αλλά αυτή την φορά στο κρεβάτι.

Ο άντρας της φυσικά πεσμένος με τα μούτρα στην εφημερίδα του δεν είχε καταλάβει ούτε καν αν έλειψε ή όχι, έφυγα με την ελπίδα ότι θα με πάρει τηλέφωνο όπως μου είπε.
Πάντως θα εξακολουθήσω να ψάχνω για ώριμες γιατί ξέρουν τι κάνουν πάντα.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")