Βραδινή μηχανάδα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε. Κάτω από το φως του φεγγαριού φαινόταν τόσο όμορφη. Θεέ μου σκέφτηκε, τι κάνω εδώ; Μόλις πριν λίγα λεπτά της ώρας είχε δεχθεί να την γυρίσει στο σπίτι της. Και τώρα αυτά τα λίγα λεπτά φάνταζαν αιώνας. Έσκυψε το κεφάλι.

Στην ζωή κάθε άντρα έχει περάσει μία γυναίκα που του έχει σημαδεύει την ζωή. Συνήθως στην πραγματική ζωή ο πόνος του σημαδιού σε ακολουθεί για πάντα. Εκείνος όμως είχε ακόμα μία κατάρα να υπομένει. Το να την βλέπει και να του θυμίζει, για όλη την υπόλοιπη ζωή του, όσα είχαν συμβεί εκείνο το καλοκαίρι. Είχαν περάσει ήδη 3 χρόνια και είχε κάνει το παν να ξεχάσει και να προχωρήσει μπροστά. Πίστευε ότι τα είχε καταφέρει. Είχε γνωρίσει μία υπέροχη κοπέλα που την αγαπούσε και τον αγαπούσε. Είχε αλλάξει την ζωή του εντελώς. Οτιδήποτε υπήρχε να την θυμίζει είχε περάσει στην λήθη, εκτός από.

Το κόψιμο, της χωρίς αντίκρισμα είναι τόσο βαθύ που ποτέ δεν περνά. Ακόμα και σήμερα υπήρχαν στιγμές που ξυπνούσε κλαίγοντας μέσα στον ύπνο του. Ακόμα και σήμερα πάλευε να κρατηθεί από κάπου μέσα του και να θυμηθεί πως είναι να εμπιστεύεσαι τους άλλους. Ακόμα και σήμερα δεν μπόρεσε να αρνηθεί να την γυρίσει σπίτι της.

Γύρισε αργά προς την μηχανή του. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε πέρα μακριά τον κάμπο που φωτιζόταν μόνο από το φεγγάρι. Αυτό το χωριό κάπου στην Πελοπόννησο το είχε αγαπήσει από μικρός. Δεν είχε γεννηθεί εκεί, αλλά πάντα ευχόταν να μπορούσε να μείνει εκεί. Παιδί και αυτός φτωχών ανθρώπων που έφυγαν από τα χωριά τους και χρόνια μετά γυρίζανε πίσω σαν τουρίστες στο τόπο τους για λίγες, ελάχιστες μέρες για να χορτάσουν τον τόπο τους. Θεέ μου πόσο του άρεσε αυτός ο τόπος. Τα βουνά τριγύρω του και στην μέση μια ατελείωτη πεδιάδα που κατέληγε στο ομορφότερο ποτάμι του κόσμου. Και όλα αυτά να παραμένουν σαν ζωγραφιά όπως την πρώτη φορά που τα αντίκρισαν τα παιδικά του μάτια πριν αρκετά χρόνια.

- Γιατί; Αναρωτήθηκε φωναχτά. Γιατί; Ξαναείπε πιο σιγά. Γιατί κάθε τι που λατρεύουμε στην ζωή μας περιέχει πάντα κάτι που μας πονά; Αυτός ο τόσο λατρεμένος χώρος είχε και εκείνη μέσα του. Και εκείνη ένα παιδί σαν αυτόν που έμαθε από μικρή ποιος είναι ο τόπος των γονιών της και ερχόταν αραιά και που να τον επισκεφθεί. Τώρα, χρόνια μετά για ακόμα μια φορά συναντήθηκαν στην καφετέρια του χωριού. Ανάμεσα σε πολλούς γνωστούς και φίλους. Για ακόμα μια φορά η καρδιά του σκίρτησε μόλις την είδε. Για ακόμη μια φορά το στομάχι του σφίχτηκε και για ακόμα μια φορά έσφιξε την γροθιά του και σήκωσε κάθε τοίχο άμυνας απέναντί της. Αλλά...

Τόσο όμορφη. Τόσο όμορφη Θεέ μου. Το κορμί της από μάρμαρο θαρρείς. Ψηλή σαν αμαζόνα και ξανθιά όπως ο ήλιος. Τα μάτια της... Γαλάζια σαν την θάλασσα που μέσα της θέλεις να βυθιστείς.

Λίγο μετά βρέθηκαν κοντά ο ένας στο άλλον. Δεν ήθελε, δεν το προσπάθησε καν. Τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα, εκείνη το επιδίωξε. Πουτάνα, σκέφτηκε από μέσα του. Το είχες προδιαγεγραμμένο το σχέδιο σου. Έσφιξε για ακόμα φορά την γροθιά του.

Καθώς έπιναν το ποτό τους, της είπε τα νέα του. Είχε αρραβωνιασθεί και έκανε σχέδια για το γάμο του. Και στην δουλειά του πήγαινε πολύ καλύτερα. Οι προοπτικές ήταν πολύ καλές. Όλα πήγαιναν καλύτερα μέχρι την στιγμή που ήρθε κοντά του δήθεν τυχαία. Προσπάθησε να πιει γρήγορα το ποτό του. Την ώρα που καλυνηχτούσε την παρέα, την άκουσε να του λέει:

- Μπορείς να με πετάξεις μέχρι το σπίτι; Δεν είναι τίποτα με την μηχανή.

Για ακόμα μία φορά δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Είπε ναι και βγήκε έξω να την περιμένει. Λίγο αργότερα έφτασαν έξω από το σπίτι της. Σταμάτησε. Περίμενε να κατέβει.
- Θέλω να σου μιλήσω, του είπε.
Δεν της είπε κάτι.
- Μπορείς να πάμε λίγο παρακάτω για 5 λεπτά για να μιλήσουμε; Δεν θα αργήσουμε. Μόνο για 5 λεπτά.

Κάρφωσε την ταχύτητα και άνοιξε το γκάζι. Οδήγησε για 5 χιλιόμετρα με εκείνη κολλημένη πάνω του. Σταμάτησε σε ένα μέρος που του άρεσε από μικρός να πηγαίνει. Το μπαλκόνι όπως το έλεγε. Εκεί που όλος ο κάμπος ανοιγόταν στα πόδια του και στο βάθος έβλεπε τα νερά του ποταμού, ασήμι στο φως του φεγγαριού.
Έβγαλε ένα τσιγάρο. Το άναψε και σήκωσε το βλέμμα του. Αναρωτήθηκε, είχε ακούσει καλά; Είναι δυνατόν; Τις σκέψεις του διέκοψε η φωνή της.

- Είσαι καλά;
- Σκέφτομαι.

Και πράγματι σκεφτόταν. Πριν καν ακόμα κατέβουν από την μηχανή, με το που σταμάτησε, ένιωσε τα χείλη της στο λαιμό του. Δεν αντέδρασε. Αλλά και τώρα μετά από αυτά που άκουσε δεν αντιδρούσε. Την άκουσε να λέει ότι τον θέλει. Ότι θα ήθελε να είναι και πάλι μαζί. Ότι είναι λάθος να παντρευτεί μια άλλη. Ότι το ότι χώρισαν τότε ήταν λάθος της και ότι θα έκανε τα πάντα για να επανορθώσει. Ότι ήθελε να κάνουν έρωτα. Και όμως ένιωθε ότι αυτά τα είχε ξανά ακούσει. Τότε που 6 μήνες μετά το χωρισμό τους, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι ήθελε να τον δει. Εκείνο το βράδυ που προσπάθησε να του εξηγήσει ότι ο άλλος ήταν απλά κάτι παιδιάστικο και ότι εκείνον ήθελε. Και αυτός την πίστεψε. Αλήθεια, πόσο ήθελε να την πιστέψει. Και το έκανε. Και την είδε μία εβδομάδα μετά μέσα σε ένα πανάκριβο αυτοκίνητο να φιλιέται με έναν αηδιαστικό 50αρη.
Έκανε μια τζούρα ακόμη και γύρισε. Την κοίταξε μέσα στα μάτια.

- Θέλεις να είμαστε πάλι μαζί; Την ρώτησε.
- Ναι.
- Και θες να χωρίσω;
- Ναι, σε θέλω μόνο για μένα.
- Μάλιστα, είπε και ρούφηξε με τα ρουθούνια του μία γερή δόση ορεινού αέρα. Τον κράτησε για λίγο στα πνευμόνια του και ξεφύσηξε.
Την κοίταξε ξανά μέσα στα μάτια και χαμογέλασε. Τα μάτια του γυάλιζαν.
- Ανέβα στην μηχανή, της είπε.
Ανέβηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Σύντομα έφτασαν σε ένα μέρος γνώριμο από παλιά.
- Μα εδώ είναι η χαμοκέλα που πρώτη φορά φιληθήκαμε, του είπε.
Ναι πράγματί. Σε εκείνη την παραγκούλα που οι ντόπιοι ονόμαζαν χαμοκέλα ήταν η πρώτη φορά που φιληθήκανε. Εκεί που για πρώτη φορά στην ζωή του ένιωθε τόσο ευτυχισμένος.

- Αγάπη μου, του είπε και τον αγκάλιασε. Έκανε να τον φιλήσει αλλά δεν την άφησε.
- Θέλω να γδυθείς, της είπε.
- Εδώ;
- Ναι, εδώ, για μένα.
- Μα.
- Αν θέλεις να μου δείξεις ότι θέλεις να είσαι μαζί μου, καλά θα κάνεις να με ακούς απόψε.
- Ας μπούμε τουλάχιστον μέσα.
- Όχι, εδώ έξω θέλω. Δεν μας βλέπει κανείς εδώ.

Αλήθεια, αν και το μέρος ήταν το τελευταίο μπαλκόνι του βουνού προς τον κάμπο, το φως του φεγγαριού δεν ήταν ικανό να φανερώσει την θέση τους. Τον κοίταξε και άρχισε να γδύνεται. Εκείνος κάθισε λίγο πιο πέρα, πάνω σε μία μπάλα από άχυρα. Έριξε πάνω ένα παλιό σακάκι που βρήκε και κάθισε. Έμεινε εκεί να την κοιτάει που γδυνόταν. Εκείνη είχε βγάλει ήδη το πουκάμισο της και ξεκούμπωνε το παντελόνι της.

- Αγάπη μου, δεν θες να μου το βγάλεις εσύ;
- Όχι, θέλω να σε δω να το κάνεις μόνη σου, της είπε.
Τον κοίταξε και συνέχισε να γδύνεται. Λίγο μετά είχε μείνει μόνο με το κυλοτάκι της. Τον πλησίασε και πήγε να τον αγκαλιάσει.
- Θέλω να μου γλύψεις τον πούτσο, της είπε.
- Θα το κάνω μωρό μου αλλά δώσε μου πρώτα ένα φιλάκι.
Δεν της απάντησε. Απλά της χάιδεψε το πρόσωπο και πιάνοντας την από τα μαλλιά την έσπρωξε προς το παντελόνι του. Με το άλλο του χέρι, άνοιξε το κουμπί του παντελονιού του και κατέβασε το φερμουάρ του.
- Πάρε τον στο στόμα σου και κάνε με να καυλώσω.
- Ναι, μωρό μου.

Τον έπιασε στα χέρια της και τον έβαλε στο στόμα της. Τα χείλη της αγκάλιασαν τον πούτσο του και η γλώσσα της άρχισε να παίζει γύρω από το κεφάλι του. Με το χέρι της άρχισε να τον μαλακίζει αργά. Την κοίταζε να ανεβοκατεβάζει το κεφάλι της πάνω στο καυλί του. Έπιασε τα ξανθά της μαλλιά και τα χάιδεψε. Εκείνη άρχισε να ανεβάζει τον ρυθμό της. Της έπιασε τα μαλλιά και της τράβηξε το κεφάλι πίσω. Την κοίταξε μέσα στα μάτια και αμέσως την ξανακατέβασε πάνω στον πούτσο του.

- Ρούφα τον μέχρι τα αρχίδια.
- Μμμ.

Άρχισε να τον βάζει μέχρι βαθιά στο στόμα της. Της πίεσε το κεφάλι με δύναμη. Ένιωσε το κεφάλι του πούτσου του να φτάνει στο λαρύγγι της. Άρχισε να της ανεβοκατεβάζει το κεφάλι με δύναμη. Της γαμούσε το στόμα και εκείνη άνοιγε περισσότερο το στόμα της να τον δεχθεί.

Κοίταξε γύρω του. Είδε μία τριχιά κρεμασμένη στο τοίχο της χαμοκέλας δίπλα του. Άφησε το κεφάλι της να ανεβοκατεβαίνει μόνο του και απλώθηκε για να πιάσει την τριχιά. Την πήρε στα χέρια του και έκανε μία θηλιά. Της έπιασε το κεφάλι ξανά και το τράβηξε πίσω. Χωρίς να της πει τίποτα άλλο της πέρασε την θηλιά στο λαιμό.

- Μα τι κάνεις; Βγάλτο μου αμέσ.
Το χαστούκι του ακούστηκε κάτω στον κάμπο.
- Γλύψε μου την πούτσα καριόλα. Γλύψε την πούτσα του γαμιά σου καλά, και αν τον ευχαριστήσεις τότε θα το σκεφθεί αν θα δεχθεί να σε γαμήσει.
- Μα.
Την κοίταξε μέσα στα μάτια και τράβηξε το σχοινί.
- Γλύψε με τώρα.

Εκείνη έσκυψε το κεφάλι και τον ξανά πήρε μέσα στο στόμα της. Άρχισε να τον ξαναγλύφει. Στην αρχή σιγά, φοβισμένα. Μετά πιο γρήγορα. Λίγα λεπτά μετά τα χέρια της τον μαλάκιζαν με δύναμη. Το στόμα της είχε αγκαλιάσει το κεφάλι του καυλιού του και η γλώσσα της έπαιζε με γύρω γύρω. Ένιωθε έτοιμος να χύσει. Της τράβηξε το κεφάλι και σηκώθηκε. Χωρίς να της μιλήσει, τραβώντας το σχοινί την σήκωσε.

- Ξάπλωσε πάνω στο άχυρο της είπε.
Εκείνη σαν υπάκουο σκυλάκι ξάπλωσε με την πλάτη πάνω στην μπάλα και άνοιξε τα πόδια της.
- Θέλω να μαλακιστείς για μένα της είπε. Θέλω με το ένα σου χέρι να χαϊδέψεις το μουνί σου και με το άλλο να χουφτώνεις τα βυζιά σου.
- Μμμ.. μωρό μου με καυλώνεις. Έλα να με γλύψεις λίγο. Αφού ξέρεις πόσο με τρελαίνεις.
- Θέλω να σε δω να μαλακίζεσαι για μένα. Θέλω να σε δω να σπαρταράς και να παρακαλάς για τον πούτσο μου.
- Ναι μωρό μου τον θέλω, του απάντησε και έσυρε το χέρι της πάνω στο σώμα της ώσπου ακούμπησε με τα δάκτυλα της τα χείλη του μουνιού της.

Εκείνος στάθηκε όρθιος μπροστά της. Το Αυγουστιάτικο φεγγάρι του επέτρεπε να την βλέπει καθώς το δάκτυλο της έπαιζε πάνω στην κλειτορίδα της και το άλλο της χέρι τσίμπαγε την ρόγα της. Εκείνος είχε πιάσει το πούτσο του και τον έπαιζε αργά.

- Χώσε τα δάκτυλα σου μέσα στο μουνί σου, της είπε. Προετοίμασε την τρύπα σου για τον πούτσο μου.

Εκείνη σήκωσε πιο ψηλά τα πόδια της και ανοίγοντας με το ένα χέρι τα χείλη του μουνιού της έβαλε ένα δάκτυλο μέσα στον κόλπο της.
- Ωωω μωρό μου είμαι καυλωμένη. Σε θέλω από την ώρα που σε είδα στην καφετέρια. Σε θέλω, είπε και έβαλε και το δεύτερο δάκτυλο μέσα στην τρύπα της.
- Γαμήσου για μένα. Κάνε τα αρχίδια μου να φουσκώσουν.
- Ναι μωρό μου. Θέλω να με γαμήσεις. Θέλω να νιώσω τον πούτσο σου μέσα στο μουνί μου. Βαθιά, πολύ βαθιά.

Την κοιτούσε για ώρα να μαλακίζεται. Εκείνη είχε μισοκλείσει τα μάτια της και συνέχιζε να γαμά το μουνί της με τα δάχτυλά της. Κάποια στιγμή της άφησε να γαμιέται μόνη της και μπήκε μέσα στην χαμοκέλα. Βγήκε κρατώντας ένα αραποσίτι. Εκείνη δεν κατάλαβε κάτι. Παρά μόνο την στιγμή που της παραμέρισε το χέρι και ακούμπησε και την άκρη του καλαμποκιού πάνω στην είσοδο της τρύπας της εκείνη άνοιξε τα μάτια της.

- Μωρό μου τι κάνεις;

Δεν της απάντησε. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το στήθος της. Το έσφιξε μέσα στην χούφτα του και έμπηξε με δύναμη το καλαμπόκι στο κόλπο της.
- Πονάω, μη, πιο σιγά μωρό μου.
Σαν να μην την άκουσε, έβγαλε το τεχνητό φαλλό και της τον κάρφωσε με πιο πολύ δύναμη στο μουνί της.
- Αχ, σιγά, πονάω.
- Να πονέσεις. Αφού ξέρω ότι σου αρέσει να πονάς πουτανάκι.
- Ναι μωρό μου αλλά όχι έτσι.
Το μουνί της ήδη είχε αρχίσει να ανοίγει, και το καλαμπόκι να καλύπτεται από τα υγρά της. Εκείνος, χωρίς να της δίνει σημασία πια άρχισε να βυθίζει όλο και με πιο γρήγορο ρυθμό το καλαμπόκι στο μουνί της. Λίγα λεπτά μετά, εκείνη άρχισε να αναστενάζει.
- Ναι μωρό μου, γάμα με. Σκίσε μου το μουνάκι. Σκίσε με. Γάμα με την πουτάνα σου. Αχ θα χύσω σε λίγο.

Χωρίς να σταματήσει να την γαμά, έφτυσε πάνω στο χέρι του και ακούμπησε με τα δάκτυλά του την κωλοτρυπα της. Βύθισε ένα δάκτυλο σιγά σιγά. Της γαμούσε και τις δύο τρύπες. Το καλαμπόκι πια χωνόταν βαθιά μέσα στο μουνί της και το δάκτυλό του όργωνε τον κώλο της.
- Έλα μωρό μου γάμησε με. Δεν αντέχω άλλο. Θέλω να χύσω πάνω στον πούτσο σου.

Την κοίταζε να έχει σηκώσει τα πόδια της ψηλά και με τα χέρια της να ανοίγει τα κωλομέρια της όσο μπορεί πιο πολύ.

Ήρθε η ώρα σκέφτηκε. Χωρίς να βγάλει το καλαμπόκι, ακούμπησε τον πούτσο του πάνω στην κωλότρυπά της. Άρχισε να τον βυθίζει σιγά σιγά. Ένιωσε τα χέρια της στα πόδια του να τον σπρώχνουν.
- Μη μωρό μου δεν μπορώ και τα δύο μέσα μου. Θα με σκίσεις.

Της τράβηξε απότομα το σχοινί και το πέρασε κάτω από τα ανασηκωμένα πόδια της και το τράβηξε. Το κεφάλι της ανασηκώθηκε. Εκείνη ένιωσε να πνίγεται και σήκωσε και άλλο τα πόδια της. Της βύθισε πιο βαθιά το καυλί του. Άρχισε να την κωλογαμά.

Τα επόμενα λεπτά αδιαφορούσε για όλα. Την γάμαγε με όλη του την δύναμη. Την κοιτούσε να κάνει μορφασμούς πόνου και καύλας. Την άκουγε να φωνάζει και αν αναστενάζει.

Ο πούτσος του καρφωνόταν με δύναμη στον κώλο της σαν να προσπαθούσε να την σκίσει. Το καλαμπόκι είχε ακουμπήσει στην κοιλιά του και μπηγόταν στον κόλπο της μέχρι το τέρμα. Κάποια στιγμή την άκουσε να λέει ότι χύνει. Τράβηξε το σχοινί ακόμα περισσότερο. Την είδε να ανασηκώνει το κεφάλι της και να ανοίγει το στόμα της φωνάζοντας ότι χύνει. Ένιωσε τα αρχίδια του να πρήζονται.
- Θα σε χύσω πουτάνα, της είπε.
- Χύσε με γαμιά μου του απάντησε.

Μία κραυγή βγήκε από το στόμα του, και ένιωσε τα αρχίδια του να αδειάζουν το βαρύ φορτίο τους μέσα στο έντερο της. Έμεινε ακίνητος να την κοιτά καθώς τα αρχίδια του σαν από καιρό άπραγα δεν έλεγαν να σταματήσουν. Παρά μόνο όταν ένιωσε τα γόνατά του πάλι δυνατά βγήκε από μέσα της και πήγε στα πλάγια δίπλα στο κεφάλι της.
- Καθάρισε μου τον, της είπε.
- Μα μωρό μου. είναι βρώμικός.
- Καθάρισε τον πουτάνα. Τώρα. Τον έπιασε και τον ακούμπησε στα χείλη της.

Εκείνη με αποστροφή τον έσπρωξε.

Την κοίταξε. Σήκωσε το παντελόνι του και κουμπώθηκε. Έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα και άναψε ένα. Έκανε μια τζούρα και την κοίταξε. Αναστέναξε ανακουφισμένος. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του. Έβγαλε 200 ευρώ και της τα πέταξε πάνω στην κοιλιά της.

- Καλό πουτανάκι είσαι της είπε, και περπάτησε προς την μηχανή του.
Ο αέρας που χτύπαγε το πρόσωπο του καθώς οδηγούσε πίσω, έμοιαζε σαν πιο δροσερός, σαν πιο ανάλαφρος.

Τίποτα καλύτερο από μία βραδινή μηχανάδα κάτω από το αυγουστιάτικο φεγγάρι, σκέφτηκε.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")