Ο ηδονοβλεψίας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Μικρός, μη έχοντας τι άλλο να κάνω, έκανα μάτι. Μου άρεσε να βλέπω λίγα και να φαντάζομαι πολλά. Μια φορά καθόμουνα σε ένα πάρκο και στην απέναντι πολυκατοικία κάποιος γάμησε την γυναίκα του. Αυτός καθόταν στην πολυθρόνα στο σαλόνι και έβλεπε τηλεόραση.

Κάποια στιγμή τον πλησίασε μια γυναικεία φιγούρα που σήκωσε το φουστάνι της και τον καβάλησε. Αυτό διάρκεσε λίγα λεπτά. Δεν μπορούσα να δω κίνηση. Αλλά μετά από λίγο αυτή σηκώθηκε. Κρατούσε σηκωμένα τα ρούχα της και έφυγε τρεχάτη.

Μια άλλη φορά είχα τσακωθεί με την τσογλανοπαρέα και έφυγα από τη γειτονιά και πήγα και κάθισα σε ένα παγκάκι στο διπλανό παρκάκι. Χάζευα και ήμουν πολύ τσαντισμένος. Η απέναντι μπαλκονόπορτα, σχεδόν στο ισόγειο, ήταν ανοιχτή (καλοκαίρι γαρ) με αναμμένο το φως.

Ησυχία παντού και ακούω δύο να μιλάνε και να φτάνει σ’ εμένα σαν ψίθυρος. Πλησιάζω και κάθομαι κάτω από το μπαλκόνι. Αρχίζω να καταλαβαίνω τι γίνεται. Παρακολουθώ το διάλογο:

-    «Μωρό μου σ’ αρέσει το κωλάκι μου;»

-    «Ναι! Θέλω να το γαμήσω! Θέλω μια φορά να με αφήσεις να το γαμήσω, ρε γαμώτο!»

-    «Ναι ρε μωρό μου, αλλά φοβάμαι... μου έχουν πει ότι πονάει…»

-    «Καλά! Εντάξει ρε παιδί μου, σκέψου το και αν το αποφασίσεις πες μου…»

-    «Λες μαλακίες! Είναι δυνατό να το αποφασίσω εν ψυχρώ; Θέλω να είμαι κατακαυλωμένη, χαϊδεμένη, γλωσσοφιλημένη, και τότε να με πείσεις».

-    «Εντάξει μωρό μου, ας τ’ αφήσουμε αυτά. Κάνε μου μια πίπα. Δεν αντέχω άλλο, θέλω να γαμηθούμε και να τελειώσω!»

-    «Ωχ, το μωρό μου που θέλει τις πίπες του…!»

Έπεσε μια υγρή σιωπή. Μικροί σιωπηλοί ήχοι καύλας γέμισαν την καλοκαιρινή ατμόσφαιρα. Σε λιγότερο από τρία λεπτά άκουσα φιλάκια και είδα μια κοπελίτσα να φεύγει τρέχοντας από το δωμάτιο. Έφυγα και πήγα σπίτι να μαλακιστώ. Δεν άντεχα άλλο.

Ζούσα στην πυκνοδομημένη Κυψέλη. Απέναντι από το διαμέρισμά μας, στο πίσω μπαλκόνι, ζούσε μια κυρία. Οι δύο κουζίνες ήταν σχεδόν κολλημένες. Ξέρετε, τις παλαιές πολυκατοικίες.

Μου άρεσε πολύ να την παρακολουθώ όταν έκανε τις δουλειές του σπιτιού της και έβλεπα τα βυζιά της που έπεφταν βαριά και ταλαντώνονταν και έβλεπα τις μεγάλες σκουρόχρωμες ρώγες της και μερικές φορές, μέσα από το ντεκολτέ του νυχτικού της, μπορούσα να δω μέχρι το κιλοτάκι της. Όποτε μπορούσα τον έπαιζα για την πάρτη της.

Ένα πρωί, χαζεύοντας στην κουζίνα της, την πέτυχα να μαλακίζεται. Καθόταν σε μια καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια που ήταν τεντωμένα και είχαν μεγάλη ένταση. Έβλεπα μέχρι ψηλά στα μπούτια της. Πρέπει να είχε κατεβάσει την λευκή κιλότα της και έβλεπα την ζαρωμένη σέλα της.

Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι έβλεπα και το επάνω μέρος των μαλλιών της. Το υπόλοιπο το υπέθετα. Αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι την άκουγα. Άκουγα την ανάσα της καύλας της, άκουγα τον καταπιεσμένο αναστεναγμό της. Άκουγα τον υγρό ήχο του μουνιού της. Καύλωσα αμέσως και άρχισα να την παίζω.

Την ακολούθησα! Έβλεπα τα πέλματα που τα τέντωνε, τις γάμπες που σφιγγόντουσαν από την ένταση της καύλας που μεγάλωνε. Τα γόνατα που τραβιόντουσαν προς τα πάνω. Και τα μαλλιά. Ένιωθα την ένταση του κορμιού της από τη θέση των μαλλιών της. Όσο πιο πίσω τόσο μεγαλύτερη η καύλα.

Και κάποια στιγμή που κόντευα να χύσω, άκουσα την αναπνοή της και, δεν είμαι σίγουρος, αλλά νομίζω ότι άκουσα έναν ψίθυρο σαν να έλεγε κάτι, ένα όνομα ένα αααχχχ, δεν μπόρεσα να καταλάβω. Μάζεψε τα πόδια της και σηκώθηκε.

Το κιλοτάκι της ήταν ακόμα ψηλά στα μπούτια της. Φορούσε όπως κάθε μέρα την διάφανη, φαρδιά, ροζ νυχτικιά της. Διέσχισε το οπτικό μου πεδίο μυρίζοντας τα δάχτυλά της. Έχυσα πολύ και ξελαμπικάρισα.

Μετά από λίγο καιρό έφυγα για σπουδές. Στην πόλη που πήγα περνούσα πολύ ωραία. Είχα μια κοπελιά και κάναμε ότι θέλαμε. Μια μέρα βρέθηκα στην αγορά και συνάντησα τη γειτόνισσα μου από την Κυψέλη. Παρά το γεγονός ότι δεν είχαμε παρά μια καλημέρα χάρηκα πολύ που την είδα και της το είπα.

Την κάλεσα για ένα καφέ και δέχτηκε αμέσως. Μιλήσαμε για όλα. Της είπα για τις σπουδές μου, είπε για τα παιδιά της και λίγο πριν χωρίσουμε μου το ξεφούρνισε:

-    «Ήξερα ότι με έβλεπες από το μπαλκόνι σου…»

Έμεινα πραγματικά ξερός. Και συνέχισε:

-    «Ήξερα επίσης ότι και εσύ τον έπαιζες για εμένα εκείνο το πρωί. Μου είχε αρέσει πολύ αυτό που ένιωθα. Ήταν πολύ ερεθιστικό κάποιος να αυνανίζεται μαζί με εμένα. Ο άντρας μου ξέρεις δεν νοιάζεται για μένα και το σώμα μου. Μια δυο φορές την εβδομάδα μου τον χώνει ασάλιωτο τελειώνει και κοιμάται. Δεν με νοιάζεται. Δεν σκέφτηκε ποτέ αν θέλω κάτι ακόμα, ένα χάδι ρε γαμώτο για μένα όχι μόνο για την πούτσα του. Αδιαφορεί τελείως».

Την άκουγα και δεν ήξερα τι να πω. Από τη μία με καύλωνε όλη η κατάσταση και από την άλλη με γέμιζε μια θλίψη. Την έπιασα από το μπράτσο. Ακούμπησα το στήθος της από το πλάι. Σηκωθήκαμε και χωρίς να μιλάμε περπατήσαμε μαζί. Τα βήματά μας πέρασαν από πολλά ξενοδοχεία.

Σε κάποιο σταμάτησε, γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Δεν είπε τίποτα, ούτε εγώ. Μπήκαμε μέσα, ανεβήκαμε στο δωμάτιο χωρίς να μιλάμε. Όταν η πόρτα έκλεισε, την αγκάλιασα χωρίς πάθος αλλά με ένταση. Δεν έκανε τίποτα, δεν είπε τίποτα, μόνο με αγκάλισε και με φίλησε στο λαιμό πολλές φορές. Έφτασε στο αφτί μου και ρούφηξε γλυκά τη ρώγα. Καύλωσα.

Άρχισα να την ξεντύνω. Πρώτα ξεκούμπωσα το πουκαμισάκι της. Φίλησα τους ώμους, το λαιμό της, χάιδεψα την πλάτη της, την έξυσα στην πλάτη και με παρακάλεσε να συνεχίσω. Της έβγαλα το σουτιέν και ξεχύθηκαν τα βυζιά των νεανικών μου φαντασιώσεων. Τα χάιδεψα, τα ρούφηξα και τα μάλαξα. Κρύφτηκα μέσα τους και τα ρούφηξα.

Άρχισε να βαριανασαίνει. Μου χάιδευε τα μαλλιά. Άρχισε να μουρμουρίζει…

Της ξεκούμπωσα τη φούστα και κατέβασα το καλσόν. Ντράπηκε. Μου είπε μέσα σε μικρά αγκομαχητά ότι είναι η πρώτη φορά που κάνει κάτι τέτοιο και δεν της είναι εύκολο. Πήγα πίσω της, την αγκάλιασα και την πήγα μέχρι τον ολόσωμο καθρέφτη. Είδε τον εαυτό της γυμνό και τα χέρια μου να χαϊδεύουν το γυμνό κορμί της.

Σοκαρίστηκε. Προσπάθησε να κρύψει την γύμνια της με τα χέρια της, αλλά δεν σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος μου και άρχισε να με γδύνει. Έμεινα με το σλιπάκι.

Την πήρα και πήγαμε στο μπάνιο. Μπήκαμε γυμνοί. Το ζεστό νερό και η πλούσια σαπουνάδα ήταν λυτρωτική. Μας απελευθέρωσε. Έκανα το πρώτο βήμα. Την έβαλα να ακουμπήσει την πλάτη της στον τοίχο και να πατήσει το ένα πόδι στο χείλος της μπανιέρας. Μπροστά μου είχα το κακογαμημένο μουνί της.

Έσκυψα και το φίλησα. Το χάιδεψα και το φίλησα πολλές φορές, πολλή ώρα. Άνοιξα τα μεγάλα χείλη της με την γλώσσα μου και έπαιξα με την κλειτορίδα της. Την ρούφηξα και την παίδεψα με την γλώσσα μου. Χαλάρωσε, νόμιζα πως θα πέσει.

Βγήκαμε από την μπανιέρα και σκουπιστήκαμε με τις μαλακές πετσέτες. Πήγαμε στο κρεβάτι. Ξάπλωσε και άρχισα να την φιλάω, να την γλύφω, να την δαγκώνω, να την χαϊδεύω και να μαλάζω το ώριμο κορμί της. Άνοιξε τα πόδια, τα λύγισε και μου πρότεινε να ασχοληθώ με το μουνί της.

-    «Σε παρακαλώ, γλείψε με όπως στο μπάνιο… Έχω πάρα πολλά χρόνια να το νιώσω. Θέλω να ρουφήξεις τα μουνόχειλά μου και να παίξεις με το κλειτοριδάκι μου. Γλείψε τα μουνόχειλά μου και την υγρή τρυπίτσα μου…»

Έκανα ότι μου έλεγε. Καύλωνα όπως μου το ζητούσε. Ήταν υγρή και τρυφερή. Η φωνής της γλυκιά και παρακλητική. Η λεκάνη της πολλή απαιτητική. Σηκωνόταν ψηλά και πάλι έπεφτε στο κρεβάτι. Την ακολουθούσα ρουφώντας τα υγρά της τρύπας της. Η γλώσσα μου έτρεχε σε όλο της το τριαντάφυλλο. Κάποια στιγμή άρχισε να ανεβάζει στροφές.

-    «Ααααχ! Βάλε μου ένα δαχτυλάκι και μη σταματάς! Χάιδεψε το δαχτυλίδι του μουνιού μου… Κυκλικά… Κυκλικά… Αααααχχχχχ!!! Χύνω γλύκα μου, χύνω γλυκέ μου άντρα! Συνέχισε, συνέχισε, αααααχχχ! Μη σταματάς, μη σταματάς, έρχεται, έρχεται! Ααααααααχχχχχχχ, χύνω, χύνω, χύνω! Καύλα μου!!!»

Σταμάτησε και χάιδεψε, μητρικά θα έλεγα, τα μαλλιά μου.

-    «Σε ευχαριστώ γλύκα μου. Είχα πάρα πολλά χρόνια να το νιώσω, πάρα πολλά χρόνια, σε διαβεβαιώ».

Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα δίπλα της με την πούτσα κάγκελο. Κάθετη στον άξονα του κρεβατιού. Πήρε μια ανάσα και είπε:

-    «Και τώρα για να δούμε τι έχουμε εδώ…!»

Άρχισε να με χαϊδεύει και να με φιλάει. Με πήρε στο στόμα της και μου ρούφηξε το μεδούλι. Βογκούσα από καύλα. Της έλεγα να με ρουφήξει, να μου τον παίξει, να μου τον φιλήσει και με ακολουθούσε. Κάποια στιγμή σταμάτησε και με καβάλησε. Τον πήρε μέσα της, με ηδονή. Αποδείχτηκε σπουδαία αναβάτης.

-    «Με γαμάς μωρό μου! Με σκίζει η πούτσα σου! Γάμα με, γάμα με όπως δεν γαμήθηκα ποτέ!»

Κάποια στιγμή της λέω:

-    «Θα χύσω!»

Και τότε έγινε η αποκάλυψη. Έμπηξε τα νύχια της στο σώμα μου και άρχισε να κινείται πολύ γρήγορα και να φωνάζει στα μουλωχτά. Η λεκάνη της πήγαινε μπρος - πίσω με μεγάλη ταχύτητα και η κλειτορίδα της τριβόταν στο κορμί μου.

-    «Χύσε μέσα μου, μη σε νοιάζει. Χύσε με μωρό μου, χύσε με. Θα χύσω κι εγώ! Άσε τα ζουμάκια να πλημμυρίσουν το μουνί μου. Χύσε με αγάπη μου. Αααααααχχχχχχχχχχχ, χύσε με. Χύνω, χύνω κι εγώ! Χύνω μαζί σου καύλα μου. Καύλα μου γλυκιά!»

Χρειάστηκε λίγη ώρα να βρούμε τις ανάσες μας. Την αγκάλιασα και της έκανα την ηλίθια ερώτηση:

-    «Καλά ήταν! Δεν ήταν…;»

Με φίλησε και δεν απάντησε. Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα έχοντας την χούφτα της στο μουνί της για να μαζέψει τα μουνοχύματα που ξεχείλιζαν. Την ακολούθησα για ένα γρήγορο ντουζάκι.

-    «Ένα φρεσκάρισμα ήθελα. Δεύτερη πράξη στο έργο που έπαιζα…», κατέληξε.

Χωρίσαμε το πρωί μ’ ένα φιλάκι. Μου είπε ότι ανεβαίνει στην Αθήνα.

-    «Πέρνα να με δεις όταν έρθεις στην Κυψέλη. Ξέρεις, έχω χωρίσει με τον Γιάννη δυο βδομάδες τώρα. Έφυγε με μια τσούλα ο αχρείος. Το σπίτι είναι δικό μου και τα παιδιά έχουν πια φύγει, όπως σου είπα».

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")