Η ανιψιά της γυναίκας μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Με την γυναίκα μου την Έλενα, είχαμε επίσημη σχέση για πέντε χρόνια και ήμασταν εγκατεστημένοι σε μεγαλούπολη της Β. Ελλάδος. Κάθε Χριστούγεννα επισκεπτόμασταν τον τόπο καταγωγής της γυναίκας μου και μας φιλοξενούσε η αρκετά μεγαλύτερη αδελφή της, η οποία είχε μια κόρη, την Χαρούλα.

Από την πρώτη κιόλας φορά, συμπάθησα πολύ την Χαρούλα που πήγαινε τότε στην Στ’ τάξη στο Δημοτικό. Ήταν ένα όμορφο και τετραπέρατο κορίτσι και έδειξε τον θαυμασμό του για μένα αμέσως. Η πρώτη καλόγουστη ατάκα που μου είπε ήταν:

-    «Εσένα πως θα σε αποκαλώ τώρα, θείο;»

Γέλασα και της απάντησα:

-    «Το όνομά μου είναι Κωνσταντίνος και θα μου άρεσε να με φωνάζεις έτσι».

Ήμουν λάτρης του σκι και είχα μυήσει και την Χαρούλα. Έτσι κάθε χρονιά συνδυάζαμε τις γιορτές και την απόλαυση του χιονοδρομικού κέντρου, που ήταν σχετικά κοντά στην πόλη τους.

Την δεύτερη χρονιά η Χαρούλα, νομίζοντας ότι είχε μάθει το σπορ, κόντεψε να τσακιστεί πάνω σ’ ένα έλατο. Ευτυχώς την είχα ακολουθήσει και την τελευταία στιγμή πρόλαβα να μπω μπροστά της και πέφτοντας επάνω μου κυλιστήκαμε μαζί για πολλά μέτρα, αποφεύγοντας τις απρόβλεπτες συνέπειες σύγκρουσης με κάποιο δέντρο.

Η Χαρούλα κατάχλωμη από το περιστατικό, έπεσε στην συνέχεια την αγκαλιά μου και με φιλούσε ασταμάτητα. Σε κάποια στιγμή μάλιστα, θες από την λαχτάρα, θες από κάποια επιθυμία με φίλησε στο στόμα, χωρίς βέβαια να υγράνουμε τα χείλη μας.

Επιστρέφοντας, μου ζήτησε όλα όσα έγιναν να τα κρατήσουμε μυστικά μεταξύ μας, όπως και έγινε. Από τότε η Χαρούλα με είχε «μη στάξει και μη βρέξει».

Τα επόμενα Χριστούγεννα που πήγαμε η Χαρούλα πήγαινε Γ΄ Λυκείου. Έτσι η κουνιάδα μου με παρακάλεσε να της κάνω ορισμένες ασκήσεις στα Μαθηματικά, αφού η ιδιότητά μου ήταν καθηγητής Μαθηματικών.

Μια μέρα έτυχε να ήμαστε μόνοι στο σπίτι και την ώρα που της έδειχνα κάποιες ασκήσεις, όπως καθόμουν δίπλα της, έβαλα το χέρι μου στα μπούτια της. Η Χαρούλα με κοίταξε χωρίς να πει τίποτα. Άρχισα να την χαϊδεύω απαλά, φτάνοντας το χέρι μου μέχρι το κιλοτάκι της.

Σε μια στιγμή η Χαρούλα άνοιξε τα πόδια της και το χέρι μου χούφτωσε το μουνάκι της πάνω από το εσώρουχο. Έκλεισε τα πόδια της παγιδεύοντας το χέρι μου. Τρελάθηκα από την καύλα.

Πριν όμως γίνει κάτι παραπάνω ακούστηκε η εξώπορτα. Είχαν επιστρέψει οι γυναίκες. Τράβηξα στα γρήγορα χέρι μου και συνεχίσαμε για λίγο το μάθημα. Στις επόμενες μέρες δεν έτυχε να γίνει κάτι ιδιαίτερο…

Το ερχόμενο καλοκαίρι είχαμε προγραμματίσει με την Έλενα να παντρευτούμε. Έτσι συμφωνήσαμε, να τους καλέσουμε τα επόμενα Χριστούγεννα να έρθουν στο σπίτι μας.
Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, σε μια επικοινωνία που είχε η Έλενα με την αδελφή της, της είπε ότι θα στείλει μόνο την Χαρούλα, που ήταν πλέον μια κοπελάρα να την θαυμάζεις σε όλα της.

Το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, η γυναίκα μου είπε ότι δεν θα πάει στο γραφείο, αφού είχε τακτοποιήσει όλες τις υποθέσεις που είχε. Η Έλενα ετοίμασε ένα ωραίο γιορτινό πρωινό και κατά τις εννέα πήγε και ξύπνησε την Χαρούλα. Μόλις ήρθε και πριν καθίσει στο τραπέζι με αγκάλιασε, μου έδωσε ένα φιλάκι και μου είπε:

-     «Χρόνια πολλά!»

Εγώ: «Τι είναι αυτό; Δεν θα μας πεις τα κάλαντα;»

Χαρούλα: «Έλα ρε Κωνσταντίνε, είμαι πλέον μεγάλη κοπέλα».

Έλενα: «Καλά σου λέει Κωνσταντίνε. Άντε δώσε στο παιδί τα χρήματα να πάρει το δωράκι του».

Εγώ: «Αφού είναι έτσι, θα βγούμε μετά μαζί να διαλέξουμε μαζί το δώρο».

Έλενα: «Εγώ έχω ραντεβού στο κομμωτήριο και μάλλον θα αργήσω. Πάτε μόνοι σας».

Κατά τις δέκα και μισή φύγαμε όλοι μαζί. Χωρίσαμε με την Έλενα μόλις φτάσαμε στο κομμωτήριο. Κάναμε μια βόλτα στην αγορά με την Χαρούλα, χαζεύοντας τις βιτρίνες. Της άρεσε να κρατιόμαστε χεράκι - χεράκι. Σε κάποια στιγμή γύρισε και μου είπε:

-    «Αισθάνομαι πολύ διαφορετικά σήμερα που με κρατάς, απ’ ότι τις προηγούμενες φορές που ερχόσουν σε μας».

-    «Η αίσθηση αυτή είναι καλύτερη ή χειρότερη;»

-    «Τι λες βρε; Είναι δυνατόν να αισθάνομαι χειρότερα μαζί σου;»

-    «Τότε θα σου πω ότι το ίδιο αισθάνομαι κι εγώ. Ίσως είναι η πολυκοσμία και η ανωνυμία της μεγαλούπολης».

Άφησε το χέρι μου και με αγκάλιασε από τη μέση. Έβαλα κι εγώ το χέρι μου στον ώμο της χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. Δεν είχα αποφασίσει τι δώρο θα της έπαιρνα. Σταμάτησα σε μια βιτρίνα με όμορφα λούτρινα κουκλάκια. Είδα ένα τεράστιο Tweety, που ήξερα ότι ήταν η αδυναμία της.

Δίπλα ακριβώς ήταν η βιτρίνα ενός κοσμηματοπωλείου, και πρόσεξα μια υπέροχη καρδούλα από λευκόχρυσο, που μου άρεσε πάρα πολύ.

Χωρίς να πω λέξη, την τράβηξα και μπήκαμε στο κοσμηματοπωλείο. Είπα στην κοπέλα που ήταν εκεί να μου βγάλει από την βιτρίνα την καρδούλα. Η τιμή της ήταν προσιτή και της ζήτησα να βγάλει και μια λεπτή αλυσίδα. Μόλις την ετοίμασε πήγε να την πακετάρει για δώρο και την σταμάτησα, ζητώντας να μου δώσει την καρδούλα με την αλυσίδα. Γύρισα προς την Χαρούλα που κοίταζε περίεργα και της είπα:

-    «Τι λες είναι ωραία;»

-    «Μου αρέσει πάρα πολύ! Θα τρελαθεί η Έλενα μόλις τη δει».

-    «Ωχ..»

-    «Τι έγινε και λες ωχ….;»

-    «Θυμάσαι που υποσχεθήκαμε να κρατάμε μυστικά;»

-    «Ναι και νομίζω ότι το κάνουμε μέχρι τώρα!»

-    «Δεν είναι για την Έλενα».

-    «Αλλά για ποια;»

Για να της κάνω πλάκα έσκυψα και της είπα σιγά στο αυτί της:

-    «Έχω μια γκόμενα και θα της την κάνω δώρο. Μη πεις τίποτα σε παρακαλώ, οκ;»

-    «Καλά τρελός είσαι; Τέτοιο δώρο θα της κάνεις;»

-    «Δηλαδή συμφωνείς για την γκόμενα, αλλά διαφωνείς για δώρο, αν κατάλαβα καλά;»

-    «Τι να σου πω ρε Κωνσταντίνε, κάνε ότι νομίζεις».

-    «Εσένα σου άρεσε σαν δώρο;»

-    «Είναι υπέροχο σου είπα».

-    «Για κάτσε να τη δω επάνω σου».

Της φόρεσα την αλυσίδα με την καρδούλα και την κοιτούσα. Ζήτησα από την κοπέλα του καταστήματος το κουτάκι και ένα χαρτί για περιτύλιγμα, πλήρωσα και είπα την Χαρούλα να φύγουμε.

-    «Πού θα πάμε καλέ; Δεν θα τυλίξει το δωράκι;»

-    «Όχι, θα πάμε σπίτι τώρα. Μέχρι εκεί μπορείς να την φοράς!»

Φύγαμε από το κοσμηματοπωλείο και για να μη καταλάβει κάτι, μπήκαμε στο διπλανό κατάστημα με τα παιχνίδια, και της πήρα τον τεράστιο Tweety. Τρελάθηκε από την χαρά της.

Προχωρώντας μέχρι να φτάσουμε στο αυτοκίνητο δεν έβγαλε λέξη από το στόμα της. Με κρατούσε μόνο από την μέση σφιχτά. Μόλις ξεκινήσαμε μου είπε:

-    «Καλά βρε είσαι τρελός; Αν είναι εκεί η Έλενα τι θα της πούμε;»

-    «Δεν θα έχει γυρίσει από το κομμωτήριο. Ξέρω, θα αργήσει».

-    «Πότε θα δώσεις την καρδούλα στο κορίτσι σου;»

-    «Χμ… έλα πρώτα να σου δώσω ένα φιλάκι, που δέχτηκες αυτό που σου είπα».

-    «Το ποιο δηλαδή;»

-    «Το ότι έχω γκόμενα!!!»

-    «Τι να σου πω ρε Κωνσταντίνε…»

Στο φανάρι που σταμάτησα την τράβηξα λίγο κοντά μου και της έδωσα ένα απαλό φιλί στα χείλη, λέγοντας:

-    «Σ’ ευχαριστώ για την κατανόηση…»

-    «Μπα δεν κάνει τίποτα. Να προσέχεις όμως ρε Κωνσταντίνε…»

-    «Ναι το ξέρω, αλλά είναι ένα πλάσμα υπέροχο……»

-    «Πότε θα της δώσεις το δώρο;»

-    «Τώρα που θα πάμε σπίτι συνεννοηθήκαμε από εχθές να με περιμένει εκεί κοντά».

-    «Μα θα δει και μένα, τι θα της πεις;»

-    «Από εδώ η άλλη γκόμενά μου η Χαρούλα. Χαχαχαχα!»

-    «Καλά είσαι θεότρελος. Πόσο χρονών είναι ρε συ;»

-    «Περίπου σαν εσένα. Είναι μαθήτριά μου».

-    «Καλά λέω ότι είσαι θεότρελος. Έχετε ολοκληρωμένες σχέσεις;»

-    «Μπα ξέρεις κι από αυτά;»

-    «Γιατί εγώ είμαι από άλλο πλανήτη;»

-    «Όπα, το κοριτσάκι μου μεγάλωσε…!!!»

-    «Αυτό στο είπα. Δεν ξέρω τι βλέπουν… Τα μάτια σου!»

Φτάσαμε σπίτι. Έκανα ότι ψάχνω τριγύρω για να δω αν περιμένει κάπου η υποτιθέμενη γκόμενα, και σε λίγο είπα να μπούμε μέσα. Μόλις βγάλαμε τα τζάκετ της είπα να πάει να βγάλει την μπλούζα που φορούσε και να βάλει ένα πουκάμισο για να δω την καρδούλα πως θα είναι πάνω στον λαιμό.

Σε λίγο γύρισε και η καρδούλα κρεμόταν πάνω στο λαιμό της, φαντάζοντας υπέροχα. Την έφερα κοντά μου και της έδωσα πάλι ένα φιλάκι στα χείλη λέγοντας:

-    «Πραγματικά μεγάλωσες. Σου πάει περίφημα. Ήξερα τι διάλεξα για την πανέμορφη κοπέλα μου!!!»

-    «Δεν κατάλαβα... Κωνσταντίνε»

-    «Είναι το δώρο μου για σένα κούκλα μου. Ο Tweety είναι το δώρο για την μικρή Χαρούλα!»

-    «Και η γκόμενα…;»

-    «Σου είπα είναι σαν και σένα. Άρα, εσύ είσαι αυτή».

-    «Κωνσταντίνεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε».

Όρμησε επάνω μου και άρχισε να με φιλά. Έδεσε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου και σχεδόν κρεμάστηκε. Την αγκάλιασα από την μέση και την σήκωσα. Το πρόσωπό της ήταν κοντά στο δικό μου και κόλλησε τα χείλια της στα δικά μου. Για πρώτη φορά ψάξαμε τις γλώσσες μας μέσα στα στόματά μας.

Κάθισα στον καναπέ και την έβαλα στην αγκαλιά μου. Το παιχνίδι με το φιλί συνεχίστηκε. Είχε κολλήσει τόσο δυνατά επάνω μου, που αισθανόμουν τα μικρά και σφικτά βυζάκια της να με πιέζουν. Ο πούτσος μου φούσκωσε και πιεζόταν από το κωλαράκι της. Νομίζω ότι το κατάλαβε γιατί έκανε μερικές κινήσεις επάνω μου πιέζοντας περισσότερο τον πούτσο μου. Φοβήθηκα ότι θα χάσω τον έλεγχό μου και είπα:

-    «Τι λες σηκωνόμαστε να κάνουμε καμιά δουλίτσα;»

-    «Ωραία είναι εδώ. Μου αρέσει να κάθομαι στην αγκαλιά ενός γοητευτικού γκόμενου».

-    «Εγώ είμαι αυτός;»

-    «Εσύ δεν είπες ότι μου έκανες το δώρο επειδή είμαι η γκόμενά σου;»

Η ώρα είχε περάσει και δεν ήξερα πότε θα μπορούσε να εμφανισθεί η Έλενα. Μέσα στην απέραντη καύλα που αισθανόμουν εκείνη την στιγμή, προσπάθησα να ανασυντάξω την ψυχραιμία μου, και το πέτυχα λέγοντας:

-    «Έλα, πέρασε η ώρα και μπορεί από στιγμή σε στιγμή να έρθει η Έλενα. Δεν νομίζω ότι πρέπει να μας δει έτσι... Είναι κουτό να προδώσουμε το πιο ωραίο μας μυστικό!»

-    «Έχεις δίκιο. Έχουμε μέρες μπροστά μας!»

Την φίλησα απαλά και σηκωθήκαμε. Όταν ήρθε η Έλενα έτρεξε αμέσως στην αγκαλιά της και της έδειξε με καμάρι το δώρο μου. Το βράδυ είχαμε κανονίσει να πάμε μ’ ένα φιλικό ζευγάρι σε κάποιο Χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν. Η Χαρούλα δεν ξεκόλλησε από δίπλα μου. Περάσαμε πολύ ωραία και γυρίσαμε στο σπίτι ξημερώματα.

Τόσο η επόμενη μέρα των Χριστουγέννων όσο και η δεύτερη μέρα, ήταν εξίσου έντονες από διασκέδαση. Ανήμερα είχαμε φωνάξει στο σπίτι μας τους κουμπάρους μας και την επομένη πήγαμε στο δικό τους, συνεχίζοντας την διασκέδαση μέχρι τις πρωινές ώρες, σε ένα άλλο κέντρο που είχε ρεβεγιόν.

Το πρωί της τρίτης ημέρας η Έλενα έπρεπε να πάει στο γραφείο. Φεύγοντας μου είπε, όταν ξυπνήσει η μικρή, να ξεκινήσω να της κάνω κάποιες ασκήσεις.

Ήταν εννέα η ώρα όταν έφυγε η Έλενα. Θα ομολογήσω ότι με έπιασε μια περίεργη αγωνία. Σκεφτόμουν τι θα έκανε η Χαρούλα όταν ξυπνούσε. Ήταν η πρώτη φορά που θα ήμασταν μόνοι για αρκετές ώρες και ήδη είχαμε προετοιμάσει καλά το έδαφος.

Όπως καθόμουν στο τραπέζι της κουζίνας πίνοντας τις τελευταίες γουλιές του καφέ μου, δεν πρόλαβα να τελειώσω την σκέψη μου και ξαφνικά βλέπω μπροστά μου την Χαρούλα. Φορούσε ακόμα τις πιζάμες της. Ήρθε κοντά μου με αγκάλιασε και μου έδωσε ένα απαλό φιλί.

-    «Καλημέρα Κωνσταντίνε!»

-    «Καλημέρα Χαρούλα. Γιατί ξύπνησες τόσο νωρίς;»

-    «Γιατί μπόρεσα να κοιμηθώ μήπως όλη νύχτα;»

-    «Μα ήπιες αρκετά εχθές το βράδυ».

-    «Όχι, δεν είναι από αυτό».

-    «Τότε τι έπαθες;»

-    «Έλα ρε πλάκα μου κάνεις;»

Γέλασα.

-    «Έλα κάτσε και πες μου τι έπαθες».

-    «Πού να καθίσω; Τράβα λίγο την καρέκλα σου».

Τράβηξα την καρέκλα μου, άνοιξε τα πόδια της και καβάλησε τα γόνατά μου. Τρία από τα επάνω κουμπιά από την πιζάμα της ήταν ανοιχτά. Η καρδούλα φάνταζε κάτω από τον λαιμό της και φαινόταν λίγο τα βυζάκια της που ήταν γυμνά. Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε:

-    «Καλά δεν μπορείς να πεις στην γυναίκα σου να είναι λίγο πιο ήρεμη;»

-    «Τι σου έκανε η καημένη; Μόλις έφυγε και προσπάθησε να μην κάνει φασαρία για να κοιμηθείς».

-    «Δεν λέω για σήμερα. Την άκουσα που έφυγε και ήρθα!»

-    «Τότε για πότε λες;»

-    «Για εχθές το βράδυ..»

-    «Τι σου έκανε βρε η καημενούλα;»

-    «Τι ήθελες δηλαδή να κάνει ακόμα; Με τάραξε με τα βογκητά της όλο το βράδυ!!!»

Μ’ έπιασαν τα γέλια. Έβαλα τα χέρια μου γύρω από την μέση της και την χάιδεψα λέγοντας:

-    «Καλά δεν έπρεπε να κάνουμε και λίγο… σεξ;»

-    «Αυτό δεν ήταν λίγο, ούτε σεξ. Αυτό ήταν όργιο!!!»

-    «Καλά θα της το πω…»

-    «Έτσι είναι ρε Κωνσταντίνε, κι εμείς ψυχή έχουμε».

-    «Έλα τώρα, πλάκα μου κάνεις;»

-    «Τι πλάκα ρε συ;»

-    «Μη μου πεις ότι έχεις κάνει σεξ!!!»

-    «Γιατί λίγη σου φαίνομαι;»

Άρχισα πάλι να ερεθίζομαι. Η μικρή ήταν και πάλι πολύ προκλητική. Όταν αισθάνθηκε το φούσκωμα του πούτσου μου, να ενοχλεί την κοιλιά της, άρχισε αυτή την φορά να τρίβεται επάνω του.

Την κοίταξα στα μάτια και έβαλα τα χέρια μου μέσα από την πιζάμα της. Τα έφερα μπροστά στην κοιλιά της που ζεματούσε και άρχισα πολύ αργά να ξεκουμπώνω τα άλλα κουμπιά της από κάτω προς τα πάνω. Τα ακροδάχτυλα μου ακούμπησαν τα στήθη της. Σταμάτησα. Τα μάτια μας εξακολουθούσαν να είναι καρφωμένα μεταξύ τους. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει.

Όπως με κρατούσε από τον σβέρκο, άρχισε σιγά - σιγά να με τραβά. Τα χείλη μας απείχαν ορισμένα χιλιοστά. Πριν κολλήσουν μεταξύ τους, της τράβηξα την πιζάμα και την πέταξα. Με έσπρωξε λίγο και τεντώθηκε προς τα πίσω για να δω τα βυζάκια της λέγοντας:

-    «Εγώ όταν με γαμάει το αγόρι μου δεν ουρλιάζω. Θα μου δείξεις τι της κάνεις και βογκάει τόσο;»

Με τράβηξε με δύναμη επάνω στα βυζάκια της. Τα έβαλα στο στόμα μου και άρχισα να τα γλείφω. Την σήκωσα και της έβγαλα το παντελόνι της πιζάμας και το μπικινάκι της. Ένα υπέροχο μουνάκι ήταν μπροστά μου. Την πήρα αγκαλιά και την πήγα στον καναπέ. Άνοιξα τα πόδια της και βύθισα το πρόσωπό μου.

Την έγλυφα όλο της το μουνάκι της που ήταν μουσκεμένο, και πιπίλιζα την κλειτορίδα της. Άνοιξα με τα δάχτυλά μου τα μουνόχειλα της και πίεσα την γλώσσα μου μέσα της. Καμιά λέξη, κανένα επιφώνημα, δεν είχε βγει από το στόμα της.

Σηκώθηκα και πέταξα το παντελόνι και το μποξεράκι μου. Ο πούτσος μου ήταν τόσο φουσκωμένος, που νόμιζα ότι θα σπάσει.. Τον πλησίασα στο πρόσωπο και απλώνοντας τα χέρια τον χούφτωσε και άρχισε να τον παίζει. Τον ακουμπούσε λίγο στα χείλη της αλλά δεν άνοιγε το στόμα. Σε κάποια στιγμή είπε:

-    «Τώρα καταλαβαίνω γιατί βογκά έτσι η θεία μου…»

-    «Άνοιξε το στόμα σου λίγο…»

-    «Όχι. Θέλω να γαμήσεις με αυτόν τον χοντρό πούτσο το μουνάκι μου. Θέλω να με κάνεις να βογκήξω. Τώρα, τώρα!»

Έγειρε από τον καναπέ και έπεσε πάνω στο χαλί. Άνοιξε διάπλατα τα πόδια της λέγοντας.

-    «Θέλω να μπει πολύ βαθιά αυτός ο πούτσος μέσα μου. Το λαχταρούσα πολύ!»

Γονάτισα από πάνω της, έδεσε τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου, κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου λέγοντας, με φωνή που έτρεμε:

-    «Κωνσταντίνε τώρα!!! Γάμησέ με δυνατά!»

Πίεσα τον πούτσο μου στο μουνάκι της και μια στριγκλιά πετάχτηκε από μέσα της λέγοντας:
«Μανούλα μου τι ψωλάρα είναι αυτή που με γαμά. Κωνσταντίνε πονάω πολύ. Πονάω!!! Πάτα τον πιο βαθιά αγόρι μου».

Σε λίγο ήμουν έτοιμος να χύσω. Σταμάτησα για λίγο και της είπα:

-    «Κοπελάρα μου θα χύσω, δεν αντέχω άλλο…»

Άρχισε να κλαίει.

-    «Πάτα τον δυνατά και χύσε μέσα μου αγόρι μου. Γάμησε με πολύ δυνατά να πονέσω. Θα χύσω κι εγώ μαζί σου!»

Έκανα μερικές αργές κινήσεις μπαίνοντας όσο πιο βαθιά μπορούσα μέσα της. Την ώρα που χύναμε έκλεγε με λυγμούς και τσίριζε από την μεγάλη καύλα της.

Μείναμε αγκαλιασμένοι για να ηρεμήσουμε λίγο και συνεχίσαμε με ένα υπέροχο τσιμπούκι και όταν ήμουν έτοιμος να χύσω, ήρθε από πάνω μου και κάθισε με δύναμη βαθιά τεντώνοντας το κορμί της προς τα πίσω και πιέζοντας όσο πιο δυνατά μπορούσε.

Σηκωθήκαμε και καθίσαμε στο γραφείο λύνοντας κάποιες ασκήσεις. Την είχα δοκιμάσει και παλαιότερα και γνώριζα ότι είναι πολύ καλή και στα Μαθηματικά.

Μέχρι την μέρα που έφυγε η Χαρούλα κάθε πρωί ξεσκιζόμασταν στην κυριολεξία.
Όταν την πήγαμε στο ΚΤΕΛ και μας χαιρετούσε, η Χαρούλα είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια:

-    «Δεν πιστεύω να περιμένετε τα επόμενα Χριστούγεννα!! Ελάτε το Πάσχα. Θα είναι πολύ ωραία σε μας!»

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")