Μια μέρα στη Ρόδο

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ο Αύγουστος έμπαινε κιόλας στο δεύτερο 10ήμερό του, και η διάθεσή μου ήταν μέτρια, παρά το γεγονός ότι σε δυο μέρες (ή, πιο σωστά, νύχτες) έφευγα για Κρήτη. Η κούραση και το στρες μηνών έγγραφε ακόμα στο κορμί μου και η Κρήτη, δεδομένου του ότι με περίμεναν υποχρεώσεις όχι και τόσο ευχάριστες, σηματοδοτούσε μεν μια απόδραση αλλά όχι δα και τόσο ξένοιαστη.

Έτσι, όταν η Στέλλα με πήρε τηλέφωνο να πάμε για μπάνιο, χάρηκα μεν (τελευταία δούλευε από νησί σε νησί, και αν και μιλούσαμε σχεδόν κάθε δύο μέρες είχαμε να βρεθούμε πάνω από δύο εβδομάδες, όταν την πήγα με το αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο για Ρόδο), αλλά δεν είπα και αμέσως το ναι. Ωστόσο, η Στέλλα ήταν ανένδοτη.

-    «Θα έρθεις, δεν έχει όχι. Βάλε μαγιό, αντηλιακό και τέτοια έχω εγώ. Θα είναι και ένας φίλος μου, θα περάσουμε καλά. Έχουμε ομπρέλα, μπάλα, ρακέτες, θα δεις!».

Σίφουνας η Στέλλα! Έβαλα το λοιπόν το μαγιό μου, γυαλιά ηλίου, πετσέτα, και ξεκίνησα…

Στην παραλία η διάθεσή μου έφτιαξε αρκετά. Η Στέλλα είχε δίκιο, το μικρό λιμανάκι στο Καβούρι ήταν σχεδόν άδειο (δεν το είχε ανακαλύψει πολύς κόσμος ή η επιστροφή στην Αθήνα δεν είχε αρχίσει ακόμα), η θάλασσα ήταν καθαρή, φυσούσε ένα ελαφρύ αεράκι και τα δεντράκια πάνω στα χαμηλά βράχια πρόσφεραν γενναιόδωρα τη σκιά τους.

Η παρέα ήταν καλή, τόσο η Στέλλα όσο και ο φίλος της ήταν γελαστοί. Με πείραζαν και έκαναν ότι μπορούσαν για να χαλαρώσω και να διασκεδάσω, και όντως χαλάρωσα αρκετά, αν και η σκέψη του εραστή μου, του Πρίαμου, που είχε φύγει για διακοπές κακοκαρδισμένος και θυμωμένος μαζί μου, τέλη Ιουλίου, ερχόταν συχνά στο μυαλό μου.

Μου έλειπε… Είχε το δίκιο του, δεν λέω, δεν το κατάλαβα πως με πείραξε το κρασί τη νύχτα εκείνη. Με έπιασε μετά ντροπή και φόβος, και τα έκανα χειρότερα πιέζοντάς τον. Αλλά… δεν υπήρχε αλλά, το θέμα ήταν ότι μου έλειπε. Θυμήθηκα το γαλάζιο στενό μαγιό του, που διέγραφε τον γυριστό του πούτσο, και ξαφνικά ένιωσα δονήσεις καύλας και επιθυμίας να με ταράζουν, οι ρώγες μου έγιναν πέτρα και το μουνάκι μου γέμισε υγρά.

Η Στέλλα και ο φίλος της ο Φοίβος με φώναξαν να παίξουμε αλλά ήμουν τόσο καυλωμένη και τόσο έκαιγα, ξαφνικά, που προτίμησα να πάω προς ανακάλυψη καντίνας, για κρύα νεράκια και καφέδες.

Περπάταγα σχεδόν μισή ώρα κάτω από τον καυτό ήλιο και επέστρεφα κουβαλώντας τα νεράκια και τους καφέδες (που από κρύα μέχρι να φθάσω θα ήταν σίγουρα βραστά), όταν διέκρινα μια φιγούρα με γαλάζιο μαγιό να λιάζεται μπρούμυτα σε ένα βραχάκι κάτω από τον ήλιο…

«Δεν φθάνει που μου λείπει, πρέπει να βλέπω και γαλάζια μαγιό!» μονολόγησα συγχυσμένη, όταν κάτι με έκανε να σταματήσω και… δεν ήταν δυνατόν! Ή είχα παραισθήσεις ή… ο Πρίαμος! Μονολόγησα και, ναι, ήταν αυτός. Χαλαρός και ξαπλωμένος πάνω στον σκιερό βράχο.

Ρυάκι καύλας κύλησε στο μουνί μου και οι ρώγες μου εκτοξεύθηκαν σε σημείο που να με πονάνε, και η πρώτη μου αντίδραση ήταν να τρέξω πάνω του, όπως είναι μπρούμυτα, να τριφτώ, να αγγίξω τις ρώγες, τον γυριστό…

Έριξα μια ματιά γύρω. Μόνος φαινόταν, μα…. δίστασα. Αν θύμωνε; Αν δεν τον καύλωνα πια; Στεκόμουν καυλωμένη κάτω από τον ήλιο, και δεν ήξερα τι να κάνω, ήθελα τόσο να τον καυλώσω πολύ, να του προσφέρω έκπληξη και ηδονή, αλλά από την άλλη δεν ήθελα να τον πιέσω και να τον φέρω σε δύσκολη θέση, δεδομένου του ότι είχε φύγει για τις διακοπές του θυμωμένος.

Ο ήχος από τις ρακέτες που έπαιζαν λίγο πιο εκεί δύο νεαροί ήχησε μέσα μου σαν την θεία -καύλα- φώτιση. Θα του χάριζα τη φαντασίωσή του, ήταν μοναδική ευκαιρία! Θα του χάριζα τη φαντασίωσή του, αλλά διακριτικά. Εγώ θα τα έδινα όλα για όλα, και, αν έδειχνε ενοχλημένος, θα έκανα πίσω δίχως παράπονο, αλλά τουλάχιστον η ζωή, η στιγμή, μου έδινε την ευκαιρία να κάνω κάτι από τη φαντασίωσή του πραγματικότητα, ακόμα κι αν δεν έβγαινε σε καλό για μένα, ακόμα κι αν θύμωνε, δεν μπορούσα να του στερήσω την ευκαιρία αυτή!

Καυλωμένη με τη σκέψη έτρεξα στη Στέλλα, και, λαχανιασμένη, την φώναξα κοντά μου.

-    «Τι έγινε;», με ρώτησε. «Μοιάζεις λες και είδες φάντασμα. Θα σε χτύπησε ο ήλιος. Έλα, κάτσε στη σκιά».

-    «Όχι, όχι, φάντασμα Στέλλα μου. Τον Πρίαμο είδα!»

-    «Τον Πρίαμο; Μα δεν είναι διακοπές;»

-    «Ήταν. Φαίνεται γύρισε… αφού τον είδα. Να, έχω την αίσθηση ότι είναι λίγο τσατισμένος. Είχαμε μια παρεξηγησούλα λίγο πριν φύγει. Δεν στο είπα, αλλά τώρα είναι εδώ. Δηλαδή λίγο πιο εκεί, σε ένα βραχάκι και λιάζεται…»

-    «Ωραία! Φώναξέ τον μαζί μας Αννούλα!»

-    «Όχι, Στελλίτσα, σε παρακαλώ… Είναι ευκαιρία. Να… είναι μια φαντασίωση που έχουμε χρόνια τώρα. Και τώρα…»

-    «Πες μου Αννούλα…»

-    «Αχ Στέλλα, σε παρακαλώ. Πάμε προς το μέρος του, και κάνε ότι σου πω. Δεν προλαβαίνω να σου εξηγήσω τώρα. Έλα Στελλίτσα μου, σε παρακαλώ. Πρέπει να τον προλάβουμε πριν ξυπνήσει».

Την τραβάω από το ένα χέρι, ενώ με το άλλο πιάνω τις ρακέτες, ευγνωμονώντας την από μέσα μου που είχε την έμπνευση για παιχνίδια στην παραλία.

Οι δύο νεαροί που έπαιζαν ρακέτες έχουν φύγει, ο Πρίαμος έχει γυρίσει ανάσκελα, αλλά δείχνει να λαγοκοιμάται, ευτυχώς. Δίνω στη Στέλλα τη μία ρακέτα, η οποία με κοιτάζει έκπληκτη.

-    «Καλά, δεν θα του μιλήσεις Αννούλα;»

-    «Όχι, όχι. Κοίτα Στέλλα, δεν μπορώ τώρα να σου εξηγήσω, αλλά θέλω να παίξουμε λίγο ρακέτες και μετά, εσύ που ξέρεις καλές ρακέτες, να τον σημαδέψεις. Στο… ξέρεις που, στα αρχίδια του τέλος πάντων. Όχι πολύ δυνατά, αλλά θέλω να ρίξεις το μπαλάκι εκεί!»

-    «Άννα, τι έπαθες; Λογικέψου Αννούλα. Να πάω να του μιλήσω, θες;»

-    «Όχι!!! Σε παρακαλώ Στέλλα! Θέλω να ρίξεις το μπαλάκι στα αρχίδια του, όχι με μεγάλη δύναμη. Με το που θα γυρίσει, θέλω να τρέξεις πλάι του και να αρχίσεις να τον χαϊδεύεις, ρωτώντας τον αν χτύπησε πολύ. Θα είναι ζαλισμένος. Πριν μιλήσει πες του ότι είσαι η Ολένα και ότι θα τον κάνεις καλά. Και μετά θα ‘ρθω κι εγώ».

-    «Αννούλα, τι λες;»

-    «Στέλλα, εμπιστεύσου με σε παρακαλώ. Κάνε αυτό που σου λέω!»

-    «Μα, Άννα…»

-    «Αυτό που σου λέω, Στέλλα. Τώρα, πριν ξυπνήσει και μας δει να στεκόμαστε έτσι!»

Χωρίς να της αφήσω περιθώριο, στέκομαι απέναντί της, παίρνω τη ρακέτα και της πετάω το μπαλάκι. Παίζουμε δυο τρεις μπαλιές, και, βλέποντάς τη να διστάζει, της φωνάζω:

-    «Τώρα!»

Η καρδιά μου πάει να σπάσει (και οι ρώγες μου από την καύλα και τον πόνο) καθώς το μπαλάκι εκσφενδονίζεται προς το μέρος του και, έπειτα από μια ανοδική κυκλική πορεία, σκάει στα χαλαρωμένα αρχίδια του.

-    «Ωωωωχ!», ακούω το βογκητό του!

Η φωνή του! Θέλω να τρέξω να τον αγκαλιάσω και να τον πάρω στο στόμα μου, αλλά όχι! Αφού το άρχισα θα του χαρίσω τη φαντασίωση! (αν δεν σηκωθεί να φύγει, βέβαια). Ενώ ο Πρίαμος ανασηκώνεται και κοιτά γύρω ζαλισμένος πιάνοντας τον πονεμένο του πούτσο-αρχίδι, σπρώχνω τη Στέλλα προς το μέρος του.

-    «Πήγαινε, Ολένα!»

Η Στέλλα με κοιτάζει σαν να είμαι τρελή, και για μια στιγμή φοβάμαι ότι η φιλενάδα μου θα σηκωθεί να φύγει διαολοστέλνοντάς μας και τους δύο και μετά θα αντιμετωπίσω έναν έξαλλο Πρίαμο. Το πόδια μου κόβονται στην ιδέα και για μια στιγμή νομίζω ότι θα λιποθυμήσω (και χωρίς ίχνος ποτού, αφού ούτε νερό δεν έχω πιει!). Ωστόσο η Στέλλα μου σφίγγει το μπράτσο…

-    «Δεν καταλαβαίνω, αλλά δεν θα στο χαλάσω Αννούλα…», μου ψιθυρίζει, και τρέχει προς τον πονεμένο μου Πρίαμο.

Πριν προλάβει εκείνος να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, η Στέλλα σκύβει πάνω του (ωραία γυναίκα, η άτιμη, έχει πραγματικά ένα κώλο σε σχήμα αχλαδιού που τόσο του αρέσει) και του μουρμουρίζει:

-    «Γεια! Είμαι η Ολένα. Παίζαμε με τη φίλη μου την Άννα και σε χτυπήσαμε. Για να δω λίγο… Πονάς πολύ;»

Παρακολουθώ τη σκηνή από απόσταση. Κρίσιμο το σημείο. Κι αν σηκωθεί να φύγει; Τρέμω από καύλα αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην τον πιέσω, να του χαρίσω τη φαντασίωση, και αν θέλει, ας τη ζήσει, αν όχι, έχει το δικαίωμα να φύγει.

Δεν τον κοιτάω καν αλλά νιώθω το βλέμμα του πάνω μου, καθώς πιάνω το μπαλάκι που, αφού έπεσε πάνω στον κοιμισμένο του πούτσο, κατρακυλάει προς τη μεριά μου. Για μια στιγμή πιάνω τον εαυτό μου να θέλει να είναι άλλη, να είμαι η Νατάσσα της φαντασίωσής του, ξανθιά και ξένη, αλλά αμέσως μετά θυμώνω με τον εαυτό μου.

«Η Άννα είμαι!» μουρμουρίζω μέσα από τα δόντια μου, «και είμαι καυλωμένη». «Αυτή είμαι, κι αν με θέλει, είμαι εδώ».

-    «Ποια Ολένα και πρασινάλογα;», ακούω τη φωνή του.

Ωχ! Του γυρίζω την πλάτη και λύνω το πάνω μέρος του μαγιό, προσπαθώντας να θυμηθώ αν στη φαντασίωση η Νατάσσα φορούσε το σουτιέν του μαγιό. Νομίζω πως όχι, δεν θυμάμαι αλλά δεν το ψάχνω για πολύ. «Η Άννα θέλει τις ρώγες της ελεύθερες και αυτό θα κάνει!» λέω στον εαυτό μου. Είμαι μούσκεμα από καύλα αλλά δεν γυρίζω, περιμένω το επόμενο στάδιο.

-    «Άννα, έλα εδώ. Έλα να δούμε, χτυπήσαμε τον κύριο εδώ. Πρέπει να δούμε αν είναι καλά…»

Εδώ λοιπόν, Πρίαμε! Σκέφτομαι. Αν φύγεις, δεν θα αντιδράσω. Αλλά ω, πόσο καυλωμένη είμαι!!!

-    «Έρχομαι Ολένα μου. Τι έπαθε ο κύριος; Πω πω, εμείς τον χτυπήσαμε; Στα αρχίδια του;»

Χωρίς να τον κοιτάξω γονατίζω δίπλα στην Στέλλα-Ολένα, η οποία έχει βάλει το χέρι της μέσα στο μαγιό του και τον μαλάζει απαλά. Σκύβω δίπλα της. Ο Πρίαμος είναι σφιγμένος, το νιώθω, όμως ο γυριστός, αν και «χτυπημένος» είναι ημίσκληρος, πράγμα που σημαίνει ότι… αχ καυλώνει!

Αντιστέκομαι με όση δύναμη μου μένει στην παρόρμηση να τον ρουφήξω στο στόμα μου και να τον «αναστήσω» εκεί, και λέω στην Ολένα που ανταποκρίνεται μεν, αλλά περιμένει τις υποδείξεις μου.

-    «Αν τον χτυπήσαμε, Ολένα μου, πρέπει να τον θεραπεύσουμε…»

Κάτω απ το βλέμμα του Πρίαμου, η Στέλλα με κοιτάζει, προσπαθώντας να καταλάβει μέχρι που θέλω να προχωρήσει, τι να κάνει. Σε μια αυθόρμητη παρόρμηση, δίνω στη Στέλλα ένα βαθύ γλωσσόφιλο που την αφήνει -το νιώθω- έκπληκτη, κι εκείνη και τον Πρίαμο, κι εμένα την ίδια, εδώ που τα λέμε, και την σπρώχνω απαλά προς τον γυριστό του πούτσο, που τώρα πια έχει σκληρύνει για τα καλά.

-    «Έλα Ολένα. Έλα να τον εξετάσουμε…»

Η Στέλλα-Ολένα αφήνει πια τους ενδοιασμούς και αρχίζει να παίζει τη γλώσσα της στο κεφάλι του πούτσου του, ενώ εγώ σκύβω να εξετάσω τα αρχίδια, που, αχ, πόσο πολύ μου είχαν λείψει!

Απολαμβάνω την αίσθηση της γλώσσας μου πάνω τους, γλείφοντας καυλωμένη κάθε σπιθαμή τους, κάθε τριχούλα, κάθε επιφάνεια. Το ίδιο κάνει και η Στέλλα-Ολένα με τον πούτσο του, και, όταν φθάνει στη ρίζα του, οι γλώσσες μας συναντιόνται, ω τι καύλα είναι αυτή.

Ο Πρίαμος ριγεί και εμείς γλείφουμε, γλείφουμε, γλείφουμε… Στήνομαι στα τέσσερα και σκύβω πιο χαμηλά, ανοίγοντας με τη γλώσσα μου δίοδο προς την κωλοτρυπίδα του, κάτι που ξέρω (και νιώθω!) ότι του αρέσει πολύ, ενώ πια η Στέλλα τον τσιμπουκώνει για τα καλά. Ακούω καθαρά το μπλοπ-μπλοπ από το τσιμπούκι της.

-    «Ωωωωω! Θα χύσω, μη, μη! Ολένα, Άννα, πουτάνες!»

Ο Πρίαμος έχει χαλαρώσει και παραμιλάει από καύλα ενώ εμείς, σαν συνεννοημένες, κόβουμε λίγο το τσιμπούκι (ε, μη χύσει από τώρα!) γλείφοντάς τον όμως συνέχεια και γαργαλιστικά και ανταλλάζοντας στα διαλείμματα που παίρνουμε ανάσα μεταξύ μας βαθιά γλωσσόφιλα.

Η καύλα διαπερνάει σαν ρεύμα και τους τρεις μας. Ο Πρίαμος, καυλωμένος και με τον γυριστό του πούτσο κατακόκκινο και γυαλιστερό, είναι πλέον σε έκσταση και απαντάει στο γλείψιμο μας με καυλόλογα δαγκωνιές και μπατσάκια που πονάνε. Όμως εμείς δεν τον αφήνουμε από τη γλώσσα μας, τον τσιμπουκώνουμε εναλλάξ, μία τρυφερά και μία δυνατά και γρήγορα.

-    «Πουτάνες μου! Εσείς ξέρετε τι θέλετε!», φωνάζει καυλωμένος.

Με τις γλώσσες μας τον τρελαίνουμε, με τα χέρια μας χαϊδευόμαστε και του τσιμπάμε τις ρώγες.

-    «Όμως εγώ θα πάρω αυτό που θέλω εγώ!» συνεχίζει…

Και με τα δυνατά του χέρια σηκώνει τη Στέλλα ιππαστί πάνω του, ανοίγοντας στη συνέχεια τα κωλομάγουλά της, και διεισδύοντας στο αχλαδόσχημο κωλαράκι της. Η Στέλλα-Ολένα αφήνει ένα βογκητό και εγώ, απολαμβάνοντας την καύλα του, σκύβω στα τέσσερα γλείφοντας τους στο σημείο διείσδυσης, δηλαδή γλείφοντας μία τα κωλομάγουλα της Στέλλας, μία τον γυριστούλη που την σκίζει με μανία.

-    «Ω, καλά περνάτε εσείς εδώ!»

Ο Φοίβος, που είχε έρθει προς αναζήτησή μας, στέκεται πίσω μας…

-    «Αννούλα; Τι κωλαράκι, τι μουνάκι είναι αυτό; Λαχταριστό όπως το έχεις στημένο και γλείφεις! Τι κάνει μόνο του, χωρίς πούτσο κανένα;»

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει τη φράση του και τον νιώθω μέσα μου. Γαμιέμαι μα γλείφω… Η γλώσσα μου στη Στέλλα-Ολένα και στον Πρίαμο, το μουνί μου καύλα, η γλώσσα μου καύλα, οι ρώγες μου καύλα…

Πρώτη έχυσε η Στέλλα, με τον Πρίαμο στον αχλαδόσχημο κώλο της και τη γλώσσα μου να απαλύνει τη σχισμένη της κωλοτρυπίδα και αμέσως μετά ο Φοίβος, ο οποίος βγήκε από μέσα μου και μου τον έχωσε στο στόμα (αχ τι μανία να χύνουν γρήγορα αυτοί οι άνδρες!).

Ζαλισμένη, έκανα να ξαπλώσω δίπλα στη Στέλλα-Ολένα που έτρεμε από το γαμήσι, μα η Στέλλα γύρισε πάνω μου και άρχισε να πιπιλάει τη ρώγα μου, ενώ ο Πρίαμος, που τόση ώρα με «τιμωρούσε» με αποχή από το μουνάκι μου, βόγκηξε καυλωμένος:

-    «Μη νομίζεις πως τελείωσες έτσι απλά, Νατάσσα-Αννούλα πουτάνα μου!»

Το μουνί μου πόνεσε για να δεχθεί τον γυριστό και υπερδιογκωμένο από καύλα πούτσο του και βόγκηξα από καύλα και πόνο, ενώ με το που με κάρφωσε στον ρυθμό του παρέλυσα και άρχισα να χύνωωωω!

-    «Χύνεις πουτανίτσα μου, ε; Χύσε να δεις τι χάνεις όταν θυμώνεις τον γαμιά σου, χύσε!»

Ο Πρίαμος με γαμούσε δυνατά ώρα πολλή και η Στέλλα με το Φοίβο έπαιζαν συνέχεια με τις ρώγες μου κι εγώ έχυνα, έχυνα μέχρι που ένιωσα πως δεν θα άντεχα άλλο, πως θα εξαϋλωνόμουν από καύλα και γαμήσι…

Όμως άντεχα και καύλωνα και έχυνα και όταν ο Πρίαμος έχυσε μέσα μου, νόμιζα ότι έγινε σεισμός, τόσο δυνατά έτρεμα. Όμως ήταν τόσο καυλωτικός αυτός ο σεισμός που δεν σηκώθηκα να τρέξω, ήταν ο σεισμός που με έσωζε, ω καύλα, ω γυναίκα, κι έτσι έμεινα εκεί, να συσπάμαι μέχρι που το μουνάκι μου χαλάρωσε, και με πήρε ο ύπνος ανάμεσα στη Στέλλα-Ολένα και στον Πρίαμο.

Όταν άνοιξα τα μάτια, οι τρεις τους κοιμόντουσαν ακόμα, και το σκοτάδι μόλις είχε πέσει, το φεγγάρι ήταν ακόμα χαμηλά…

Ευτυχισμένη και γεμάτη ηδονή, μετά από καιρό, ξαναξάπλωσα στην αγκαλιά τους κι έκλεισα πάλι τα μάτια…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")