Πάρνηθα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Η Πάρνηθα, αν και χειμώνα, ήταν στις ομορφιές της. Το καφέ και το πράσινο συνέθεταν άπειρους χρωματικούς συνδυασμούς, το χώμα ήταν νοτισμένο και υγρό, ο ουρανός άλλοτε μολυβί, άλλοτε γκρι, με τρύπες μπλε, και με σύννεφα που κυνηγούσαν το ένα το άλλο πλάθοντας φιγούρες παραμυθένιες, άλλοτε άγριες, άλλοτε αστείες, ενίοτε καυλωτικές.

-    «Κοίτα! Αυτό το σύννεφο έχει σχήμα πούτσου!», παρατήρησα δυνατά, σταματώντας απότομα την πεζοπορία, με αποτέλεσμα να πέσει ο Πρίαμος πάνω μου, ψάχνοντας να δει τι του έδειχνα...

 


-    «Χμμμ... δίκιο έχεις. Α να και τα αρχίδια!», πρόσθεσε, δείχνοντας κι αυτός.


-    «Ναι, ναι... το αριστερό. Ω, τι στρογγυλό που είναι! Το δεξί είναι πιο καχεκτικό. Αχ, Πρίαμε… πάνε κινούνται. Καλέ τα παίρνει ο αέρας. Έλα, κάνε κάτι. Καλέ ο πούτσος μου απομακρύνεται. Αχ θα τον καταπιεί αυτό το μεγάλο σύννεφο. Πρίαμε, Πρίαμε, θέλω τον πούτσο μου. Αχ πού πάει έτσι γρήγορα;»


-    «Πού πάει;», ρώτησε κι αυτός υπαινιχτικά.


Ταυτόχρονα πίεζε το γυριστό μου πάνω στο κωλαράκι μου, που, όπως είχα σταματήσει απότομα, είχε πέσει πάνω μου, και είχε μείνει εκεί, πιέζοντάς το με τον πούτσο του (όχι ότι δεν μ άρεσε, δηλαδή, ίσα, ίσα, τέντωνα διακριτικά το κωλαράκι μου προς τα πίσω, να τον νιώσω ακόμα πιο πολύ, έτσι όπως είχε κολλήσει πάνω μου.


-    «Ωχ!», βόγκηξε καθώς τριβόταν πάνω μου καυλωμένος και φουσκωμένος ο γυριστός μου.


-    «Μπέμπα!», μου είπε χουφτώνοντας προς τα μπροστά τα βυζιά μου, έτσι όπως είμαστε πισωκολλητά. «Μήπως κρυώνει το κωλαράκι σου; Δεν φοράς βρακί, και όσο και να ‘ναι, έχει κρύο εδώ πάνω. Μήπως να στο ζεστάνω λίγο;»


-    «Όχι, δεν κρυώνει. Καίει, καίει! Έλα, πάμε να περπατήσουμε. Η σήμανση λέει πως είμαστε στο σωστό μονοπάτι. Λες να βρούμε ελάφια Πρίαμε μου;»


-    «Τι θες τώρα μπέμπα;», αναστέναξε καυλωμένος ο Πρίαμος. «Ελάφια; Ελάφια ήρθαμε να δούμε εδώ πάνω; Μη μου πεις ότι θες να δούμε ελάφια; Έλα να σου ζεστάνω λίγο το κωλαράκι μην κρυώσεις…»


-    «Ναι, θέλω ελάφια, και μάλιστα να πετύχουμε ελάφια να κάνουν έρωτα. Γι’ αυτό μη φωνάζεις…», του είπα ναζιάρικα, και ξεκόλλησα, συνεχίζοντας την πεζοπορία μας.


-    «Ναι, ελάφια να κάνουν έρωτα. Τίποτα άλλο;», μου είπε με βραχνή φωνή, που δεν ήξερα αν ήταν από το λαχάνιασμα της πεζοπορίας ή από καύλα.


-    «Ναι, και κάτι άλλο: θέλω ένα κεράκι από αυτά πάνω στα έλατα Πρίαμε μου…», του είπα και σταμάτησα απότομα, καθώς το μονοπάτι χώριζε στα δύο, με αποτέλεσμα ο Πρίαμος να ξαναπέσει πάνω μου.


-    «Έλα εδώ και θα σου δώσω εγώ άλλο κεράκι!», μου είπε χουφτώνοντάς με ξανά.


Κάπως έτσι, καυλωμένη και με παιχνιδάκια ερωτικά, συνεχίσαμε τη βόλτα μας μέσα στο δάσος, με χουφτώματα και αγγίγματα πολλά... Ελάφι δεν είδαμε, είδαμε όμως μια νυφίτσα, πέρδικες, και κάτι λουλούδια, αγριοανεμώνες μάλλον, που ο Πρίαμος μου πέρασε στα μαλλιά, κι εγώ, παιδί των λουλουδιών, τον πείραζα γλυκά και καυλωμένα.


Κάποια στιγμή ανακαλύψαμε ένα υπέροχο ξέφωτο με ένα ποταμάκι που έρεε κάτω από τα έλατα και δεν ήξερα πια πιο είναι πιο υγρό, το τοπίο ή εγώ που με τόσα αγγίγματα είχα πεθάνει από την καύλα. Καθίσαμε σε ένα βράχο να ξεκουραστούμε, ακούγοντας το κελάρυσμα του ποταμού, ενώ ανταλλάζαμε πιπιλίσματα στις ρώγες μας και φιλιά, άλλοτε τρυφερά «Σσσςςςς... κοίτα ένα πουλί, θα φύγει», άλλοτε άγρια.


-    «Πρίαμε, ξυπνά μέσα μου το ζώο εδώ πέρα. Θέλω να σε ξεκοκαλίσω, να σε στραγγίξω! Φέρε μου το γυριστό μου, τα αρχίδια σου, και τα δύο. Τώρα!»


Είχα ξαπλώσει πάνω στο βράχο με το κεφάλι μου στην πόδια του και μου χάιδευε το στήθος, όταν είδα σε ένα έλατο εκεί κοντά ένα κεράκι, χαμηλά σχετικά...


-    «Κερί, Πρίαμε, κερί!», φώναξα.


-    «Έλα Πρίαμε. Για να δούμε, φαίνεται ωραίο αλλά δεν το θέλω μόνο του. Κολλάει, ένα κλαδάκι Πρίαμε. Έλα, σε παρακαλώ…»


Απρόθυμα ο Πρίαμος σηκώθηκε από την αγκαλιά μου και άρχισε να ισορροπεί πάνω στις πέτρες προσπαθώντας να φθάσει το έλατο... Ήμουν καυλωμένη τρελά και το παντελόνι μου ήταν μούσκεμα. Έπιασα τη μουνίτσα μου… υγρή που ήταν...! Ωχ το κωλαράκι μου είχε αρχίσει να παγώνει, ήθελε επειγόντως ζέσταμα.


Άκουσα τον Πρίαμο να σιχτιρίζει το έλατο τον τσιμπούσε. Χμ... γέλασα πονηρά, μπορεί να μην είδαμε ελάφια να κάνουν έρωτα (ούτε καν ελάφια, σε οποιαδήποτε στάση), όμως... Αχ! Μπορεί τα ελάφια να έβλεπαν εμάς...


Ο Πρίαμος με πλησίασε με το κλαδί, ζεσταμένος και εκνευρισμένος. Είχε ψιλοτσιμπηθεί.


-    «Πάρε το κλαδί σου!», μου είπε ελαφρώς τσατισμένα. «Ήρθαμε στην Πάρνηθα για να κόβουμε κλαδιά;»


Αγνόησα το κλαδί και στράφηκα προς το μέρος του.


-    «Ναι, πες μου τώρα ότι δεν το θες;», μου είπε.


Αγνοώντας το κρύο, έβγαλα εντελώς το πουλόβερ και το τζιν μου, μένοντας γυμνή, ολόγυμνη, μέσα στο χειμωνιάτικο πρωινό...


-    «Δεν θέλω το κλαδί, θέλω το κερί μου!», του είπα, και τον τράβηξα κοντά μου.


-    «Θα κρυώσεις!», μου είπε.


Μα ήταν φανερό ότι ήταν καυλωμένος. Ήδη το χέρι του βρισκόταν στο φερμουάρ του παντελονιού του...


-    «Ναι, ναι Πρίαμε μου. Κρυώνω, κρυώνω πολύ. Κρυώνω παντού!», του είπα ναζιάρικα. «Τρέμω Πρίαμε μου από το κρύο. Τρέμω, τρέμω…», του είπα και ένιωθα τις αντοχές μου να με εγκαταλείπουν.


Ορμές αρχέγονες με πλημμύρισαν. Τον ήθελα, τον ήθελα μέσα μου, βαθιά, να με γαμήσει, να με ξεσκίσει, να πλημμυρίσουμε την Πάρνηθα μαζί.


-    «Έλα, πάρε με, πάρε με…», μονολόγησα και του άνοιξα διάπλατα τα πόδια.


Του πέταξα τις ρώγες μου, αφέθηκα μπροστά του γυμνή, γήινη, καυλωμένη, με υγρά επιθυμίας να τρέχουν στο μουνάκι μου και να βρέχουν τα μπουτάκια μου...


-    «Πάρε με γαμιά μου, δεν αντέχω. Ξέσκισέ με. Πάρε με, βαθιά, βαθιά, αρχέγονα. Δάμασέ με, τιθάσευσέ με, γάμησέ με, λύτρωσέ με…»


Μετά δεν θυμάμαι τι έγινε. Τα επόμενα λεπτά έγινα ένα με τον άνεμο, με την καύλα, έγινα ρυάκι, έγινα καύλα, έγινα ηδονή… Οι κραυγές μου έσκισαν τον αέρα και τη σιωπή της φύσης, άγριες, καυλωμένες, αρχέγονες...


Δεν ξέρω αν υπήρχαν ελάφια στην Πάρνηθα, αν υπήρχαν μπορεί και να τρόμαξαν, τόσο έντονες ήταν οι φωνές της καύλας μου. Ελεύθερης, αδάμαστης, υγρής... Ή ίσως να καύλωσαν;


Χμ... ναι, αν υπήρχαν ελάφια εκεί κοντά, νομίζω πως θα καύλωναν και θα έκαναν έρωτα κι αυτά. Μόνο που δεν ήμουν πια σε θέση να τα δω... ήμουν, ήμασταν, ηδονή!

Και η Πάρνηθα, πιο άγρια, πιο μυστηριακή, πιο καυλωτική από ποτέ...!


Χαλαρώναμε αγκαλιά και πλάι - πλάι, και ο κόσμος είχε αρχίσει πάλι να παίρνει μορφή μέσα από τις ανάσες μας… τα δένδρα, το ρυάκι, ο βράχος, εμείς. Ο Πρίαμος με βοήθησε να ντυθώ και με σκέπασε με το σώμα του και είχαμε αρχίσει λίγο να πεινάμε, όταν ξαφνικά το σύμπαν σκοτείνιασε…


Σκούρα σύννεφα (μεγάλα, που δεν έμοιαζαν αυτή τη φορά με πούτσο και δεν ήταν και τόσο παιχνιδιάρικα, μάλλον απειλητικά και βαριά ήταν!), έκρυψαν τις λίγες ηλιόλουστες τρύπες του ουρανού. Χονδρές σταγόνες άρχισαν να πέφτουν και ένας παγωμένος αέρας άρχισε να σηκώνει σκόνη, φύλλα και κλαδιά.


-    «Πάμε, κάνει καταιγίδα!», φώναξε ο Πρίαμος.


Μα ο δυνατός αέρας πήρε τη φωνή του, που ακούστηκε σαν ψίθυρος, και, χέρι - χέρι, αρχίσαμε να τρέχουμε, κυνηγημένοι θαρρείς από την επερχόμενη καταιγίδα. Το βουνό όλο, πριν τόσο όμορφο, έμοιαζε ένας σκούρος λαβύρινθος και εντελώς ξαφνικά, θαρρείς από το πουθενά, πυκνή ομίχλη σκέπασε την πλάση όλη.


Με τον αέρα να λυσσομανάει περπατούσαμε χέρι - χέρι χωρίς να μιλάμε. Βαδίζαμε πλέον στα τυφλά, με τον αέρα να μαστιγώνει τα πρόσωπά μας, και νομίζω ότι κάναμε κύκλους. Όλα τα μονοπάτια έμοιαζαν ίδια μέσα στην ομίχλη. Τα πόδια μου έμοιαζαν πια σαν μολύβι και κρύωνα πολύ, μα ακολουθούσα τον Πρίαμο, που μη με αφήνοντας λεπτό από το χέρι, πάσχιζε να βγάλει άκρη μέσα από τα ομιχλώδη μονοπάτια.


Είχα σχεδόν απελπιστεί. Πρέπει να περπατούσαμε πάνω από μία ώρα μέσα στη βροχή, σε μια αγωνία που νιώθαμε και οι δύο μα κανείς μας δεν ήθελε να μεταδώσει στον άλλο, και ήμασταν μούσκεμα από τη βροχή, όταν, σε ένα ξέφωτο, κάτω από τα σύννεφα, είδαμε κρεμασμένη σε μια κορυφή ένα από τα καταφύγια της Πάρνηθας.


Κατευθυνθήκαμε προς τα εκεί (έμοιαζε κοντά μα ήταν τουλάχιστον μισή ώρα δρόμος!). Φθάσαμε ταλαιπωρημένοι και μούσκεμα. Ένας άνδρας μας άνοιξε και βλέποντας το πόσο ήμασταν βρεγμένοι, μας είπε ότι μιας και υπήρχε ένα κενό δωμάτιο μπορούσαμε να πάμε για μια ώρα, να αλλάξουμε και να κάνουμε ένα ζεστό μπάνιο και μετά να πάμε στο εστιατόριο για φαγητό.


Το δωμάτιο ήταν απλό και όμορφο με μια μεγάλη φλοκάτη, με ξυλόσομπα και με ένα μεγάλο παράθυρο με θέα στο φαράγγι και στην απέναντι πλαγιά, γεμάτη έλατα, που έμοιαζαν γκρίζα καθώς η καταιγίδα τα σάρωνε άγρια, δυνατά. Στην αρχή ήμουνα τόσο παγωμένη, που χρειάστηκε ο Πρίαμος να με γδύσει ολόκληρη...


Μου έδωσε ελαφριά μπατσάκια στο κωλαράκι που είχε παγώσει μούσκεμα και χωρίς βρακί, και στη συνέχεια με έσυρε μέχρι το μπάνιο, όπου το ζεστό νερό έδωσε πάλι παλμό στο αίμα μου, το δέρμα μου άρχισε να κοκκινίζει, και οι ρωγούλες υψώθηκαν πάλι, ευχαριστημένες από τη ζεστή, απρόβλεπτη κατάληξη της όλης περιπέτειας.


Η κούραση εξανεμίστηκε μέσα στους υδρατμούς του ζεστού μπάνιου κι ούτε που κατάλαβα για πότε ο Πρίαμος μπήκε στο στενό μπάνιο μαζί μου... Μου έπλυνε την κωλοτρυπίδα, το μουνάκι και τις ρωγούλες κι εγώ του έτριψα με το σαπούνι το γυριστούλη, που είχε αρχίσει να μεγαλώνει και πάλι με ραγδαίους ρυθμούς, και τα αρχίδια, που παρά την ταλαιπωρία στην καταιγίδα, ήταν φουσκωμένα και λαχταριστά...


Κάποια στιγμή το σαπούνι γλίστρησε από τα χέρια μου και καθώς έσκυψα να το πιάσω, ο Πρίαμος με άρπαξε και χώθηκε μέσα μου πισωκολλητά, στριμώχνοντάς με στο στενό μπάνιο... Το ντους μας έπεσε από το χέρι, πιτσιλώντας ζεστά νερά παντού, μα εμείς πια δεν παίρναμε είδηση…


Γιορτάζαμε τη ζεστασιά των κορμιών μας ξανά και ξανά, με την καταιγίδα έξω να μαίνεται, και πίδακες ζεστού νερού να πετάγονται μέσα στο μπάνιο από το ντους που μας είχε γλιστρήσει, πνίγοντας τα βογκητά της ηδονής μας, καθώς ο Πρίαμος, αδάμαστος, σαν καταιγίδα, ξέσχιζε μουνάκι και κωλοτρυπίδα με μεγάλο μένος, ξανά και ξανά…


Μέχρι που χύσαμε μαζί, γαντζωμένοι ο ένας από τον άλλο στο στενό μπάνιο, που κόντευε πια να πλημμυρίσει, στο καταφύγιο της Πάρνηθας…


Βγήκα από το μπάνιο πρώτη και μην έχοντας τι να βάλω στεγνό πάνω μου, έκανα να πάρω τηλέφωνο τη ρεσεψιόν, να μας φέρουν κάτι να φάμε στο δωμάτιο. Μα το μικρό καταφύγιο δεν είχε ρεσεψιόν και έτσι με την πετσέτα στη μέση και τη βρεγμένη μπλούζα, βγήκα δισταχτικά έξω, προς αναζήτηση κάποιου υπεύθυνου.


Η κοπέλα στο καφέ τα έχασε όταν με είδε να κυκλοφορώ ξυπόλητη, στάζοντας, και έσπευσε προς το μέρος μου. Δειλά της εξήγησα ότι μας είχε πιάσει η καταιγίδα και μου είπε να την ακολουθήσω. Δεν είχε να μας δώσει πέρα από ένα μπουρνούζι και ένα πουλόβερ δικό της, μα και αυτό ήταν κάτι.


Καθώς έσκυψα να τα πάρω, η πετσέτα έπεσε από πάνω μου, αποκαλύπτοντας την υγρή μου μουνίτσα κόκκινη, κόκκινη, ενώ η μπλούζα είχε κολλήσει πάνω μου, αποκαλύπτοντας τις ρώγες μου, που διαγράφονταν καθαρά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο μουνάκι και μετά στις ρώγες μου, και τούμπαλιν και αν και αμέσως μετά έσκυψε διακριτικά το κεφάλι, οι ματιές μας είχαν συναντηθεί - αμήχανες λίγο, μα καυτές.


Πήρα τα ρούχα, με βοήθησε να ξαναστρώσω την πετσέτα πάνω μου (άραγε ήταν τυχαίο το άγγιγμα στις ρώγες μου;) και μου υποσχέθηκε να μας φέρει ζεστή σούπα και κάτι πρόχειρο στο δωμάτιο, μιας και ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαμε να βγούμε έτσι στο εστιατόριο. Άπλωσε το χέρι της στον ώμο μου καθησυχαστικά (ή μήπως ήταν κάτι παραπάνω;), και προχωρήσαμε αγκαλιά προς το δωμάτιο.


Ο Πρίαμος είχε βγει στο διάδρομο, με την πετσέτα κι αυτός, και με έψαχνε. Μας είδε να ερχόμαστε, αγκαλιασμένες, εγώ προσπαθώντας να συγκρατήσω την πετσέτα, και την κοπέλα να κρατάει το μπουρνούζι και το πουλόβερ. Απορώ πού τις βρίσκει τόσες αντοχές αυτός ο άνθρωπος; Ήμουνα σίγουρη ότι είδα κάτι κάτω από την πετσέτα του Πρίαμου να ανορθώνεται...


-    «Ελάτε κορίτσια!», είπε.


Η κοπέλα έκανε να μου δώσει τα ρούχα και να φύγει, μα την τράβηξα ντροπαλά προς το δωμάτιο.


-    «Έλα, τόσο καλό έκανες με τα ρούχα. Αν μπορούσες να πάρεις τα βρεγμένα ρούχα κάτω στο τζάκι να στεγνώσουν… Είναι ήδη τέσσερις κι εμείς πρέπει να φύγουμε σε μια δυο ώρες. Ο Πρίαμος πρέπει να είναι σπίτι του στη Γλυφάδα, στις έξι. Θα μας έκανες μεγάλη χάρη…»


Η πόρτα έκλεισε απαλά πίσω της. Κοιτάχτηκα με τον Πρίαμο, το βλέμμα ήταν ενθαρρυντικό, προχώρα, μου έλεγε. Ήθελα πολύ να προχωρήσω, μα κρύωνα πάλι, και ξαφνικά ένιωθα τόσο κουρασμένη... Η κοπέλα, από μόνη της, άρχισε να μαζεύει τα βρεγμένα ρούχα μας.


-    «Μα καλά, βρακί δεν φορούσε κανείς από τους δυο σας;», παρατήρησε με ένα γελάκι.


-    «Είστε ξεχωριστό ζευγάρι εσείς».


-    «Είμαστε», απάντησε ο Πρίαμος κοιτάζοντάς την πονηρά.


Η κοπέλα στάθηκε μπροστά μου κοιτώντας τη βρεγμένη μπλούζα μου.


-    «Έλα μπέμπα, βγάλε τη μπλούζα σου να την πάει η κοπέλα στη φωτιά, θα κρυώσεις».


Έριξα την πετσέτα και έβγαλα τη μουσκεμένη μπλούζα… Ένα κύμα υγρασίας με συντάραξε και ασυναίσθητα, ρίγησα.


-    «Θα κρυώσεις!», μου είπε η κοπέλα και με βοήθησε να βάλω το μπουρνούζι.


Να το μισοβάλω δηλαδή γιατί δεν κατάλαβα πως, μα ξαφνικά βρεθήκαμε και οι τρεις ένα κουβάρι, αγκαλιά, ο ένας να πιπιλάει τον άλλο και προσγειωθήκαμε και οι τρεις στο στενό κρεβάτι. Έχασα κάθε αίσθηση… μόνο αγγίγματα και χάδια, και φιλιά, ατέλειωτα φιλιά στις ρώγες μου... Ξαφνικά βρέθηκα να φιλιέμαι με την κοπέλα στόμα με στόμα, να τρίβουμε τα βυζιά μας (είχε γδυθεί κι αυτή), και τα μουνάκια μας, και βογκούσαμε και οι τρεις.


Μετά εγώ και εκείνη παραλάβαμε τα αρχίδια του Πρίαμου και δεν ξέρω πως έγινε, μα σε μια στιγμή ο Πρίαμος την πήρε από πίσω ενώ εκείνη έγλυφε το μουνάκι μου. Κάτι έγινε και η καταιγίδα έγινε σεισμός και χύσαμε… χύσαμε και οι τρεις μαζί… μα δεν τον αφήσαμε τον Πρίαμο να ξαναβραχεί στο πλημμυρισμένο μπάνιο. Του πλύναμε μαζί τον πούτσο με τις γλωσσίτσες μας, εξαντλημένοι όλοι και αγκαλιά.


Η ζεστή σούπα μας φάνηκε το καλύτερο φαγητό στον κόσμο. Ο Πρίαμος εξαντλημένος, ήπιε δυο πιάτα κι εγώ ένα, όλο όμως, και παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν μ’ άρεσαν ιδιαίτερα οι σούπες. Τα ρούχα μας δεν είχαν στεγνώσει ακόμα εντελώς όταν φύγαμε, ειδικά το μάλλινο πουλόβερ μου, που ήταν βαρύ και αργούσε να στεγνώσει, μα η κοπέλα επέμενε να πάρω το δικό της. Ήταν κρίμα να αρρωστήσω.


Το φόρεσα και της υποσχέθηκα να της το δώσω στην πρώτη ευκαιρία, μιας και θα ξαναπερνούσαμε σύντομα από το καταφύγιο, τώρα που το μάθαμε κιόλας. Η κοπέλα μας είπε πώς να κόψουμε δρόμο για να φτάσουμε στο αυτοκίνητο. Ευτυχώς είχε σταματήσει να βρέχει και ένα υπέρλαμπρο ουράνιο τόξο στεφάνωνε το δάσος, το υγρό, καθαρό μετά τη βροχή χειμερινό τοπίο.


Την αποχαιρέτησα με ένα φιλί στο στόμα και όπως φεύγαμε, θυμήθηκα πως δεν είχα ρωτήσει καν το όνομά της. Άφησα για ένα λεπτό το χέρι του Πρίαμου και ξαναγύρισα προς το μέρος της.


-    «Αλήθεια, πως σε λένε;», τη ρώτησα. «Εγώ είμαι η Άννα».


-    «Ελένη», απάντησε γλυκά. «Για τους φίλους, Λένα».


Ο Πρίαμος με κοίταξε ξαφνιασμένος, μα εγώ σχεδόν το περίμενα.


-    «Άννα!», ήταν η φωνή της Λένας, που με γύρισε πίσω αυτή τη φορά.


Με κοίταξε λίγο αμήχανα.


-    «Τίποτα. Να… νιώθω σαν να γνωριζόμαστε, μα παίρνω όρκο πως δεν έχουμε γνωριστεί…», μου είπε ντροπαλά. «Άντε, μη σας καθυστερώ, καλό δρόμο», είπε γλυκά.


-    «Λένα, πιστεύεις στα όνειρα;», τη ρώτησα.


-    «Ναι, πιστεύω!», μου είπε και χαμογέλασε.


Ο Πρίαμος παρακολουθούσε χαμογελαστά τη συνομιλία μας, κλείνοντάς μου το μάτι. Μετά έβαλε το χέρι του στον ώμο μου, χαιρετήσαμε τη Λένα και αγκαλιασμένοι, προχωρήσαμε προς το αυτοκίνητο. Καθώς φτάναμε Αθήνα, και είχα χαλαρώσει πάνω του χαϊδεύοντας τον απαλά, έξυσε απαλά τα αρχίδια του.


-    «Πρίαμε!». αναφώνησα ξαφνιασμένη!


-    «Κουράστηκες μπέμπα σήμερα. Μήπως θα ήθελες λίγο γαλατάκι, έτσι, για βραδινό; Ότι έχει μείνει δηλαδή…»


Τον φίλησα υγρή και ενθουσιασμένη, έσπευσα να πιω το γαλατάκι που μου πρόσφερε!

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")