Μπαρμπούτσαλοι

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ο κόσμος στην παραλία αραίωνε. Περπατούσα μόνος ακούγοντας μουσική στο mp3. Προσπαθούσα να πηγαίνω παράλληλα με την γραμμή των ποδηλάτων, όχι από την επιθυμία μου να ακολουθώ μια γραμμή, αλλά γιατί μ' άρεσε η ιδέα ν' αγοράσω ένα ποδήλατο.

Χάζευα λοιπόν με την ελπίδα να δω ένα πωλητήριο πάνω σε καμιά ρόδα, να σταματήσω τον ποδηλάτη και ν' αρχίσω τα παζάρια. Έκανε κρύο και χρειαζόταν να περπατώ λίγο πιο γρήγορα απ' το κανονικό. Είχα και κάτι πράγματα στο μυαλό μου που με βάραιναν, κάτι ιντερνετικές παρεξηγήσεις κι έναν ανόητο καυγά στο τηλέφωνο με την κοπέλα μου.

 

Ίσως γι' αυτό να έπεσα πάνω της έτσι αδέξια. Μπορεί και να έφταιγε που κι εκείνη σταμάτησε ξαφνικά μπροστά μου και δεν μου άφησε χώρο για να την αποφύγω.

Θα ορκιζόμουν ότι εκείνη τη στιγμή πήγαινε ν' ανοίξει τα χέρια της δοκιμάζοντας μια χορευτική κίνηση. Το σίγουρο είναι ότι έπεσα πάνω της και τρόμαξα, γιατί ούτε που το είχα καταλάβει πως σκόνταψα πάνω σε άνθρωπο. Και είπα, «Μπαρμπούτσαλοι». Την αγκάλιασα από πίσω προκειμένου να ελέγξω την ορμή μου. Εκείνη δεν με είχε δει καν. Πρέπει να τρόμαξε πολύ, γιατί είπε: «Γαμώτο». Την παρέσυρα για δύο μόλις βήματα. Θα μπορούσαμε να είχαμε πέσει και οι δύο στο πεζοδρόμιο, αλλά ευτυχώς κατάφερε να ισορροπήσει.

Πέρασε μια στιγμή που μείναμε παγωμένοι κάτω απ' το αχνό φως της νέας παραλίας. Θυμάμαι ότι την κρατούσα σφιχτά σε μια ερωτική λαβή. Το ένα μου χέρι είχε σταθεί στον ώμο της ενώ το άλλο, το πιο τυχερό, είχε την παλάμη ακουμπισμένη στο στήθος της. Όχι ότι καταλάβαινα και τίποτα σπουδαίο, είχα τον φόβο ότι οι άλλοι περαστικοί μας κοιτάζουν. Πώς να δικαιολογήσω ότι παραλίγο να ρίξω μια κοπέλα κάτω, έτσι από αφηρημάδα;

Με μια αποφασιστική κίνηση έφυγε από κοντά μου και γύρισε να με κοιτάξει. Είχα τουλάχιστον τη διαύγεια να βγάλω τ' ακουστικά με τον Δεληβοριά («...τη ρωτάω τι γίνεται; μου λέει απλώς πηγαίνω στη σχολή μου ―»). Περίμενα από στιγμή σε στιγμή να πει κάτι. Είχε χλομιάσει και τα μάγουλά της κοκκίνιζαν ελαφρά. Ήθελα να το βάλω στα πόδια απ' την αμηχανία.

-    «Τι έγινε;», είπε.

-    «Συγνώμη. Αλλά...», μου κόπηκε η φωνή.

Δεν ήξερα τι να πω. Δεν είχα καταλάβει τίποτα, πώς να το εξηγήσω; Απόμεινα με το στόμα ανοιχτό. Με κοίταξε εξεταστικά. Τότε κατάφερα κι εγώ να την προσέξω. Ανάμεσα σε ‘κείνες τις δυο στιγμές της σιωπής της, τόλμησα να παρατηρήσω μικρές - μικρές λεπτομέρειες. Ένα μικρό σκίσιμο στο μαύρο φουστάνι, αριστερά στη γάμπα. Μαύρα παπούτσια με λουράκι. Μια ελιά στο αριστερό μάγουλο. Μαλλιά μακριά και ίσια, πιασμένα σε κότσο. Ένα κόκκινο κασκόλ πάνω σε μαύρο πλεχτό. Τα μάτια της είχαν κάτι από μια ώριμη γυναίκα, σε αντίθεση με το κοριτσίστικο πρόσωπο.

Η αμηχανία μετρούσε τα δευτερόλεπτα ανάμεσά μας.

-    «Συγνώμη», είπα ξανά.

-    «Δεν πειράζει... Δεν έγινε και τίποτα» είπε, «απλά τρόμαξα». Και χαμογέλασε.

Η αντίδρασή της με ξύπνησε από τον λήθαργο της ενοχής. Χαμογέλασα δειλά.
Τότε απρόσμενα γύρισε να φύγει. Προχώρησε βιαστικά μπροστά σαν να μην υπήρχα πια. Ακούμπησα τα μάγουλά μου και διαπίστωσα ότι έκαιγαν.
Δεν είμαι τολμηρός με τις γυναίκες. Το αντίθετο. Όμως την ακολούθησα. Δεν μπορούσα να θυμηθώ το πρόσωπό της, στη μνήμη μου είχα κρατήσει μόνο το κόκκινο κραγιόν και μια ελιά στο αριστερό μάγουλο. Το χέρι μου μουδιασμένο θυμόταν το ζεστό κορμί κάτω απ' το πλεχτό.

Μ' άρεσε ο τρόπος που περπατούσε. Με μικρά βήματα. Με τα ψηλά τακούνια να χτυπάνε αποφασιστικά στον πεζόδρομο. Ήταν αδύνατη και μικροκαμωμένη. Ίσως γι' αυτό δεν την είδα. Ξανάφερα στο μυαλό μου την εικόνα της άτσαλης επαφής μας: Μια τεράστια αρκούδα, σηκωμένη στα πίσω της πόδια να επιτίθεται σε ένα αμέριμνο ελάφι. Μ' άρεσε που έστω στη φαντασία μου αναλάμβανα το ρόλο του αρπακτικού. Έπειτα από είκοσι τριάντα βήματα, την κατάλαβα να επιβραδύνει. Σταμάτησα διστακτικά. Τι θα μπορούσα να της απαντήσω αν με ρωτούσε; Εκείνη απλά σταύρωσε τα χέρια της πίσω απ' τη μέση και συνέχισε. Το βήμα της ήταν αργό και σταθερό στο ρυθμό. Με την επιδεξιότητα χορεύτριας. Δεν μπορούσα να περιμένω. Επιτάχυνα μέχρι που βρέθηκα να περπατώ δίπλα της. Με πρόσεξε.

-    «Με ακολουθείτε;», είπε χωρίς να με κοιτάξει.

-    «Νομίζω πως ναι».

-    «Πρώτα πέφτετε πάνω μου και ύστερα μ' ακολουθείτε... Αυτό δεν μου φαίνεται καθόλου σωστό…»

-    «Εμένα πάλι δεν μου φαίνεται σωστό αυτό που κάνετε εσείς…»

Σταμάτησε και γύρισε να με κοιτάξει. Σταμάτησα κι εγώ. Μ' άρεσε ο τρόπος που με κοίταζε. Χωρίς να ψάχνει για κάτι. Χαμογέλασε ξανά.

-    «Τι εννοείτε;»

-    «Πρώτα σταματάτε μπροστά μου απότομα με αποτέλεσμα να βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να απολογούμαι. Κ' ύστερα φεύγετε, προτού καν μου δώσετε την ευκαιρία να επανορθώσω.»

-    «Να επανορθώσετε;»

-    «Ναι!»

-    «Μα πώς;»

-    «Να, σας επιτρέπω να μου την πέσετε…»

Το αστείο μου έπεσε στο κενό. Γύρισε μπροστά και ξανάρχισε να περπατά, απότομα όπως πριν. Την ακολούθησα με δέκα γραμμάρια λιγότερη ελπίδα.

-    «Το ξέρω ότι θ' ακουστεί επίσης χαζό», της λέω, «αλλά μ' αρέσει ο τρόπος με τον οποίο περπατάτε. Μου θυμίζει χορό. Το κάθε σας βήμα έχει έναν ρυθμό και είναι σαν όλο το σώμα ν' ακολουθεί. Ο τρόπος με τον οποίο περπατάτε κάνει τους άντρες να σας ονειρεύονται…»

-    «Το λέτε αυτό εσείς, που πέσατε πάνω μου σαν να μην υπήρχα καν;»

Τότε σταμάτησα και την κοίταξα. Φαντάζομαι ότι κάτι στη στάση μου την εξέπληξε, επειδή αναγκάστηκε να σταματήσει κι εκείνη. Την κοίταξα στα μάτια με όλη την απόφαση κι όλο το θάρρος ενός αρπαχτικού που επιτίθεται.

-    «Δεν ξέρω καν το όνομά σας», είπα, «κι όμως, είμαι έτοιμος να χάσω τα πάντα για έναν περίπατο κοντά σας…»

Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Στο στόμα της κατάλαβα την αμφιθυμία να τρεμοπαίζει. Μια στιγμή μόνο τη χώριζε από το να πάρει μια απόφαση. Ακούμπησα την παλάμη μου στο μάγουλό της και προτού καν προφτάσει ν' αντιδράσει την φίλησα αριστερά στη γωνία των χειλιών. Πήγε να πει κάτι κι εγώ της ψιθύρισα στο αφτί το ξόρκι των εραστών:

-    «Είσαι τόσο όμορφη. Άσε με να έρθω μαζί σου.»

Δεν το πίστευα ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε. Μου ήταν τόσο παράξενη αυτή η επαφή. Κι όμως ολάκερος εγώ ήμουν εκεί, αγκαλιάζοντας μια ξένη, που είχε το βάδισμα των χορευτών. Φαντάστηκα τον κόσμο να μας κοιτάζει με ζήλια. Οι άλλοι θα έβλεπαν απλώς ένα ζευγάρι να παίζει με το φιλί. Η αμφιθυμία, έφυγε από το στόμα της και την ακολούθησα στο ένα της πλευρό. Αν της έδινα έστω μια στιγμή μέχρι ν' αποφασίσει, όλο το παιχνίδι θα είχε χαθεί.

Έπαιζα με όλες τις πιθανότητες εναντίον μου, αλλά τουλάχιστον, εξακολουθούσα να έχω τον ρόλο του αρπαχτικού. Με το χέρι μου περασμένο στη μέση, την τράβηξα πιο κοντά έτσι ώστε η λεκάνη της ν' ακουμπά πάνω μου. Το χέρι της ακούμπησε στο στέρνο μου. Τ' ακροδάχτυλά της ακούμπησαν το λακκάκι στο λαιμό, σαν ένα κοπάδι πουλιά που αναζητούν απάγκιο στο σκοτάδι. Κοίταξε τριγύρω. Υπήρχε κόσμος. Πήρε το χέρι μου και με ένα νεύμα μου ζήτησε να την ακολουθήσω. Μπορούσα ν' αφουγκραστώ σχεδόν τη λαχανιασμένη της ανάσα. Το στόμα της παρέμεινε μισάνοιχτο, σαν να υποσχόταν τη συνέχεια ενός φιλιού.

Σταθήκαμε μετά από λίγο κάτω από μια κακοφωτισμένη σκάλα. Θα χρειαζόταν προσπάθεια για να μας προσέξει κανείς. Ακούμπησε πίσω, στον τσιμεντένιο τοίχο και με κοίταξε. Τα δάχτυλά μου πλέχτηκαν στο σβέρκο της. Η γλώσσα μου άρχισε να γεύεται με περιέργεια την άκρη του λαιμού της. Θα ορκιζόμουν ότι είχε τη γεύση της βανίλιας. Κι απρόσμενα μου ψιθύρισε:

-    «Μα πώς τολμάτε; Μη! Μη...»

Κι όμως ο ψίθυρός της ήταν γεμάτος πόθο. Ήτανε η πιο ερεθιστική πρόσκληση. Αναζήτησα με τη γλώσσα μου το στόμα της. Λαχάνιαζε ολοένα.

-    «Μη!», είπε ξανά.

Το χέρι της μπήκε μέσα στο πουκάμισό μου κι άρχισε να χαϊδεύει τις τρίχες στο στέρνο. Καταλάβαινα τη λεκάνη της να τρίβεται ρυθμικά πάνω μου. Το φιλί μας δεν μπορούσε να διακοπεί. Η ιδέα και μόνο ότι φιλούσα μιαν άγνωστη με άναβε και με προκαλούσε να συνεχίσω. Το παντελόνι μου με στένευε ήδη αρκετά. Με το χέρι με ξεκούμπωσε και με χούφτωσε.

Ντράπηκα και τραβήχτηκα. Την είδα τρομαγμένη και γεμάτη πόθο να βαριανασαίνει. Μπορούσα να διακρίνω τις θηλές της μέσα απ' το πλεχτό, σκληρές και τεράστιες. Κοίταξα προς το μέρος της παραλίας, δεν μας έβλεπε κανείς. Ξανάσκυψα πάνω της και τη φίλησα απ' την αρχή, ξεκινώντας από την αριστερή γωνιά των χειλιών. Το χέρι μου προχώρησε κάτω απ' την μπλούζα άπληστο για πόθο. Ξανάρχισε να με χαϊδεύει χαμηλά.

Δεν μπορούσα να διατηρήσω τον έλεγχο. Όλες μου οι αισθήσεις μ' έσπρωχναν να χυθώ μέσα στη χούφτα της. Η ανάσα της βάραινε. Η μέση της έκανε συσπάσεις ρυθμικά, σαν να ήταν έτοιμη να διπλωθεί στο έδαφος. Κατάλαβα το άλλο της χέρι να είναι χωμένο βαθιά μέσα στο βρακάκι της και να τρίβεται. Μικρά βογγητά άρχισαν να με πνίγουν πάνω στο υγρό της φιλί. Με δάγκωνε πια, όλο και πιο απρόσεκτα. Στα χείλη μου κατάλαβα τη γεύση απ' το αίμα.

Ο πόνος μ' έσπρωχνε ολοένα σε μια κορυφή μέχρι που το μουγκρητό της, άγριο και σπαρακτικό με συνεπήρε. Εκσπερμάτισα στη χούφτα της με τη σκέψη ότι εκείνη η υπέροχη άγνωστη, με την περήφανη περπατησιά, έχυνε μπροστά μου ξεδιάντροπα, ανάμεσα στις σκιές της νέας παραλίας. Έσκυψα ξανά στο αφτί της και της ψιθύρισα:

-    «Είσαι τόσο όμορφη. Άσε με να έρθω μαζί σου…»

Εκείνη κατάπιε ξέπνοη. Με κοίταξε με μια απέραντη γλύκα και είπε:

-    «Δεν γίνεται…»

-    «Γιατί;», είπα με το παράπονο μικρού παιδιού που μόλις του πήραν το παιχνίδι απ' τα χέρια.

Σαν να είχα ξεχάσει την προηγούμενη ζωή μου με μια άλλη γυναίκα, σε μια άλλη άκρη της πόλης. Κατάλαβα την ενοχή να με δαγκώνει. Αλλά δεν υπήρχε χρόνος.

-    «Γιατί;», είπα ξανά, με το θράσος που μόνο η αφέλεια δικαιολογεί.

Δεν γνώριζα ούτε τ' όνομά της κι όμως ήμουνα έτοιμος να απαιτήσω από ‘κείνη τα πάντα.
Ίσιωσε τα ρούχα και ξανάφτιαξε την κοτσίδα της.

-    «Έχω αργήσει», είπε και χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια, έκανε να φύγει.

-    «Πες μου τουλάχιστον τ' όνομά σου…»

-    «Ελίνα…»

Ήμουν σίγουρος ότι το όνομά της ήταν αλλιώς. Κάτι στη φωνή της με έκανε να το καταλάβω. Η βεβαιότητα ότι δεν θα την ξαναδώ με πλημμύρισε σαν ένα εκτυφλωτικό φως.

-    «Καληνύχτα Ελίνα», της είπα. «Αντίο…»

Και την παρατηρούσα ν' απομακρύνεται, προσπαθώντας να συγκρατήσω στη μνήμη τουλάχιστον εκείνον τον χορευτικό βηματισμό ανάμεσα στις σκιές...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")