Με δύο πιπινάκια

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ήταν δευτέρα πρωί… Μετά από μια κυριακάτικη κραιπάλη χτυπάει το κουδούνι κατά τις εννέα το πρωί. Ήταν η Μαρία και η Άρτεμις, δύο φίλες της αδερφής μου.

-    «Μπορούμε να κάτσουμε μέχρι τις δύο να μπούμε στο ίντερνετ; Έχουμε ρωτήσει την Νάντια..», μου λένε.  (η Νάντια είναι η αδερφή μου).

Μόλις είδα τα μωρά (18 ετών) το μποξεράκι μου κόντεψε να σκιστεί από την καύλα.

-    «Καθίστε!», λέω.

Πάω στο δωμάτιο μου και ξαπλώνω να κοιμηθώ να ηρεμήσω από το θέαμα που αντίκρισα πρωινιάτικα. Δεν περνάνε δέκα λεπτά και έρχεται μέσα η Άρτεμις και με ρωτάει αν έχω κανένα ποτό.

-    «Πολύ δεν ξεπεταχτήκατε;», της λέω. «Πρωινιάτικα ποτό θα πιείτε; Φτιάχτε έναν καφέ».

Τότε έρχεται και κάθεται πάνω μου και μου λέει:

-    «Έλα μωρέ Νικολάκη, γιατί είσαι ξενέρωτος;»

Εντωμεταξύ φόραγε μια φορμούλα τόσο λεπτή που όταν κάθισε πάνω μου ο πούτσος μου εφάρμοσε τέλεια ανάμεσα στο κωλαράκι της.

-    «Τι κάνεις τώρα;», της λέω.

Και πριν προλάβω να τελειώσω, σπρώχνει με το χέρι της την πόρτα να κλείσει και σκύβει και μου δίνει ένα γλωσσόφιλο που με έκανε να αναστενάξω από την καύλα. Με φίλαγε για κάνα δεκάλεπτο ενώ εγώ είχα χουφτώσει για τα καλά το κωλαράκι του και έτριβα το μουνάκι του πάνω από την φόρμα.

-    «Κοίταξε να δεις…», της λέω. «Εγώ δεν είμαι πιτσιρίκι. Εγώ θα σε βάλω κάτω και θα σε σκίσω αν συνεχίσεις!»

Σταμάτησε για λίγο με κοιτάει με ένα πρόστυχο βλέμμα και με μια απότομη κίνηση βγάζει το μπουστάκι του πιάνοντας τα χέρια μου και βάζοντας τα πάνω στα λευκά μεγάλα και στρογγυλά βυζάκια της. Το κορίτσι ήταν τρέλα στην κυριολεξία, αν και να πω την αλήθεια εγώ την Μαρία είχα βάλει στο μάτι αλλά δεν τολμούσα να κάνω κίνηση (αυτή 18 κι εγώ 27).

Όπως καθόταν πάνω μου βάζω το χέρι μου από κάτω και το άλλο στον σβέρκο της, την σηκώνω και την γυρνάω ανάσκελα στο κρεβάτι. Βγάζω το μποξεράκι μου και όπως ήταν ανάσκελα, πάω από πάνω της και της δίνω το καυλί στο στόμα.

Έπαιζε τόσο ωραία με την γλώσσα της που θα την ζήλευε και η καλύτερη πουτάνα, ενώ όσο με έγλειφε είχε κατεβάσει και την φορμούλα της. Ήταν η πιο ωραία πίπα που μου είχαν κάνει.

Ήθελα να βγω να την σκίσω και δεν έλεγε να με αφήσει. Είχε χουφτώσει τα κωλομέρια μου και με έσπρωχνε με δύναμη μέσα στο στόμα της. Ήταν σκέτη τρέλα αυτό το αγγελικό προσωπάκι με τα κόκκινα μαλλάκια και τα σαρκώδη χειλάκια να έχει την ψωλάρα μου στο στόμα της.

Ενώ λοιπόν είχα αφεθεί στα χειλάκια του μωρού, ακούω την Μαρία να φωνάζει έξω από το δωμάτιο.

-    «Άρτεμις τι κάνεις;»

Τρελάθηκα, γιατί αν έμπαινε και μας έβλεπε θα γινόμουνα ρόμπα στην αδερφή μου αν έλεγε τίποτα. Τότε η Άρτεμις βγάζει για λίγο την ψωλή μου από το στοματάκι της και της λέει:

-    «Έλα να δεις…»

«Όλα για όλα Νίκο!», λέω μέσα μου. Μπαίνει μέσα και η Μαρία και αντικρίζοντας το θέαμα γούρλωσε τα καταπράσινα ματάκια της.

-    «Μαράκι…», της λέω. «Αν θες κάτσε να βλέπεις. Αν θες πάλι μπορείς να έρθεις κι εσύ στην παρέα. Μεταξύ μας θα μείνει…»

Ενώ όσο της μίλαγα κοίταγε την Άρτεμη που είχε πάρει την ψωλή στο στόμα και αφού ξεροκάταπιε, μου λέει με τρεμάμενη φωνή:

-    «Κι εγώ τι να κάνω τώρα;»

-    «Γδύσου!», της λέω.

Βγάζει το τζιν μπουφανάκι της, βγάζει το μπλουζάκι της και μένει με το εφαρμοστό τζιν παντελονάκι της και τα βυζάκια της (τι βυζάκια δηλαδή, που τέτοια βυζιά θα τα ζήλευε και η Πετρουλάκη).

Χωρίς να χάσω χρόνο τα χουφτώνω με το ένα χέρι (αφού με το άλλο στηριζόμουνα), και την διατάζω να βγάλει και το παντελονάκι της με κλειστά μάτια και κατεβάζει το παντελονάκι του καυτό κιλοτάκι του.

Όσο η Άρτεμις μου είχε κάνει την ψωλή κάγκελο από το γλείψιμο, εγώ έπαιξα με το μουνάκι της Μαρίας που είχε γίνει μούσκεμα από την καύλα.

-    «Δεν το χω ξανακάνει αυτό…», μου λέει.

-    «Θες να με γλύψεις κι εσύ;», της λέω.

-    «Δεν το χω ξανακάνει…», μου λέει. «Και δεν ξέρω αν θα σου αρέσει…»

-    «Κάντο όσο πιο τρυφερά μπορείς…», της λέω.

Σηκώνομαι, ξαπλώνω ανάσκελα, βάζω την Άρτεμις να κάτσει με το κωλαράκι της πάνω στο στόμα μου και αρχίζει να με γλείφει η Μαρία βασανιστικά… Από τα πόδια μέχρι να φτάσει στο καυλί μου, κόντεψα να μείνω από καρδιά.

Δεν το πίστευα αυτό που γινότανε. Κάθε τόσο ανασήκωνα λίγο την Άρτεμις για να μπορώ να βλέπω την Μαρία στημένη στα τέσσερα να γλείφει το καυλί μου και τα βυζάκια της να φαίνονται διπλάσια όπως ήταν κρεμασμένα και τριβόντουσαν πάνω στα μπούτια μου.

Δεν άντεχα άλλο… ήθελα να γαμήσω το κωλαράκι της Μαρίας που από καιρό είχα βάλει στο μάτι. Έτσι λοιπόν σηκώνομαι όπως ήταν στα τέσσερα, πάω από πίσω της και αρχίζω να της γλείφω το μουνάκι και το κωλαράκι. Την είχα γεμίσει σάλια.

Η Άρτεμις της χάιδευε τα μαλλιά με το ένα χέρι και με το άλλο την πλάτη και η Μαρία είχε σφιχτεί με τα χεράκια της τα σεντόνια και δάγκωνε τα χειλάκια της από την καύλα.

-    «Πώς θέλετε να σας πάρω μωρά μου;», τις ρωτάω. «Τρυφερά ή θέλετε άγριες καταστάσεις;»

-    «Αν ήθελα τρυφερά θα πήγαινα με το αγόρι μου!», απαντάει Άρτεμις ενώ η Μαρία δεν απάντησε.

-    «Κατάλαβα…», λέω.

Και με μια κίνηση καρφώνω τον πούτσο μου στο μουνάκι της Μαρίας τόσο δυνατά που της κόπηκε η ανάσα από τον πόνο.

-    «Έτσι θες πουτανάκι;», της λέω τραβώντας της τα μαλλιά.

Ήταν τόσο ντροπαλή που με τρέλαινε. Την γαμούσα με δύναμη από πίσω ενώ με το άλλο χέρι της χτύπαγα το κωλαράκι.

-    «Φώναξε μωρό μου, μην ντρέπεσαι…», της λέω.

-    «Πονάω, σταμάτα!», μου έλεγε με λυγμούς.

-    «Σκάσε τσουλάκι!»

Η Άρτεμις με κοίταγε στα μάτια με απορία. Δεν με είχε ξαναδεί έτσι και ήταν και η πρώτη φορά που θα έκανε σκληρό σεξ.

-    «Έλα από πίσω και γλείψε μου τα κωλομέρια τώρα!», της λέω.

Όπως ήταν στα τέσσερα η Μαρία, την βάζω τελείως μπρούμυτα και εφαρμόζω το καυλί μου μέσα βάζοντας την να κουνιέται, όπως και έκανε, ενώ η Άρτεμις μου είχε γεμίσει τα κωλομέρια με σάλια.

Σε κάποια στιγμή, νιώθω την γλώσσα της να γαργαλάει την κωλοτρυπίδα μου. Είχα ανατριχιάσει ολόκληρος… είχα μείνει ακίνητος και απολάμβανα…

Δεν άντεχα άλλο… θα έχυνα μέσα στη Μαρία. Σηκώνομαι όρθιος και τις βάζω να με γλείψουν και οι δύο…

Μέχρι που έφτασα στο αμήν και καρφώνω το καυλί μου στο στόμα της Μαρίας γεμίζοντας το με σπέρμα (πάντα ήθελα να το κάνω), ενώ όσο κατάπινε με κοίταγε στα μάτια.

-    «Καύλαααααα! Άρτεμις, εσύ έμεινες παραπονεμένη…», της λέω.

-    «Δεν πειράζει, δεν θα χαθούμε….» μου λέει.

Ενώ η Μαρία είχε ξαπλώσει κοιτώντας το ταβάνι σαν να είχε μετανιώσει γι’ αυτό που έγινε, μου λέει η Άρτεμις να βγούμε το βράδυ…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")