Η γυναίκα του φίλου μου ήταν καύλα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Γεια σας. Λέγομαι Μανώλης και η ιστορία που θα σας πω ξεκίνησε πριν από περίπου τρία χρόνια. Κατάγομαι από το Ηράκλειο της Κρήτης, είμαι είκοσι τεσσάρων ετών, έχω ύψος 1.84 και είμαι 80 κιλά.

Έχω γυμνασμένο σώμα μιας και παίζω ποδόσφαιρο σε ομάδα του νησιού.

Τις ελεύθερες μέρες μου, όταν δηλαδή δεν είχα κάποιο αγώνα, δούλευα ως dj σε ένα κλαμπάκι. Εκεί γνώρισα τον Γιώργο, τριάντα δυο χρονών και την Μαρίνα είκοσι χρονών. Ο Γιώργος γύρω στο 1.80 με λίγα περιττά κιλά και η Μαρίνα γύρω στο 1.70, κορμάρα. Στητό στήθος και τουρλωτό κωλαράκι για τρομερά πισωκολλητά.

Όποτε ερχόντουσαν στο μαγαζί η Μαρίνα είχε μανία να χορεύει μετά από κάποια ώρα οριεντάλ και ταυτόχρονα να προκαλεί. Όλος ο αρσενικός πληθυσμός του μαγαζιού να χαζεύει τον ρυθμό και τα κουνήματα της, κάτι το οποίο εξόργιζε βέβαια τον Γιώργο ο οποίος όμως δεν της έλεγε και ποτέ τίποτα.

Στην αρχή απλά σαν πελάτες του μαγαζιού είχαμε τυπικές σχέσεις. (γεια σου, τι κάνεις, άντε και καμιά παραγγελία). Περνώντας ο καιρός, και μιας και καθόντουσαν συνήθως κοντά στο σημείο που έπαιζα μουσική, αρχίσαμε να γνωριζόμαστε περισσότερο με τον Γιώργο, μιας και είχαμε και κοινό σημείο επαφής το ποδόσφαιρο αφού έπαιζε κι εκείνος σε μια άλλη ομάδα.

Με την Μαρίνα δεν είχα κάτι το ιδιαίτερο στην αρχή, δεν ήθελα να δώσω δικαίωμα ούτε στον δικό της αλλά και στην διεύθυνση του μαγαζιού να σχολιάζει διάφορα. Στην συνέχεια γνώρισα την Ανθή, μια φίλη της Μαρίνας με την οποία είχα σχέση για περίπου έξι μήνες. Εκεί λόγω της δουλειάς μου λόγω και του ότι βγαίναμε όλοι μαζί για καφέ ή για ποτό, αρχίσαμε να έχουμε περισσότερες επαφές σαν παρέα.

Μετά από κάποιο διάστημα και αφού είχα χωρίσει με την φίλη της Μαρίνας, αποφάσισε ο Γιώργος να δουλέψει ως μπάρμαν, για κάποια έξτρα χρήματα στο μπαράκι ενός ξαδέλφου του. Εκεί που είχαμε χαθεί και απλά είχαμε που και που καμιά τηλεφωνική επικοινωνία με τον Γιώργο, έρχεται ένα Σάββατο και σκάει μύτη στο μαγαζί η γυναίκα του η Μαρίνα.

Σάστισα. Δεν την περίμενα. Είχε έρθει μαζί με την κουμπάρα της και κάθισαν ακριβώς δίπλα μου. Τις χαιρετώ.

-    «Πώς κι από δω;» της λέω. «Πού χαθήκατε τόσο καιρό; Ο Γιώργος;»

-    «Είναι στη δουλειά», μου απαντά. «Πήρα την κουμπάρα μου και βγήκαμε για λίγο αλλού να αλλάξουμε παραστάσεις».

-    «Καλά, και πως και σε άφησε μόνη σου να βγεις;»

-    «Ψιλομουρμούρισε στην αρχή, αλλά όταν του είπα ότι θα βγω με την κουμπάρα μας και θα έρθουμε εδώ, ηρέμησε κάπως. Σου έχει εμπιστοσύνη βλέπεις…», μου λέει με ναζιάρικο ύφος.

Κατάλαβα πως κάπου ήθελε να το πάει, αλλά έκανα τον χαζό αφού δεν ήμουν και 100% σίγουρος και δεν είμαι και άτομο που γουστάρει να χαλάει σχέσεις φίλων του. Αυτό συνεχίστηκε για πολύ καιρό μέχρι που έφτασε στο σημείο να έρχεται και μόνη της. Έπινε αρκετά. Πολλές φορές ξέφευγε τελείως και μου κολλούσε ανοιχτά πια.

Μια μέρα ήρθε με την πρώην μου την Ανθή. Κάθισαν δίπλα μου. Κατά τις τρεις και μισή το πρωί, εκεί που γινόταν ο χαμός στο μαγαζί, γυρίζει στο αφτί και μου λέει:

-    «Ρώτησα την Ανθή και μου είπε ότι την έχεις μεγάλη. Ισχύει;»

Έμεινα κάγκελο αλλά και συνάμα καύλωσα την ώρα που μου μιλούσε.

-    «Μπα…», της κάνω. «Φήμες - φήμες».

-    «Για να δούμε…», μου λέει.

Και με μια κίνηση μου αρπάζει την πούτσα έξω από το παντελόνι και την χαϊδεύει. Η καύλα μου στα ύψη! Τραβιέμαι όμως γρήγορα για να μην μας δει κανείς. Λίγο πριν σχολάσω, κατά τις έξι το πρωί πήγα στην τουαλέτα. Μόλις βγαίνω με περίμενε από έξω. Μου ορμάει και αρχίζει να με φιλάει. Ενέδωσα κι εγώ και για ένα λεπτό περίπου φιλιόμασταν με πάθος. Την είχα κολλήσει στον τοίχο. Την χούφτωνα και τριβόμουν πάνω της.

Όταν όμως συνειδητοποίησα τι κάναμε, το σταμάτησα και βγήκα γρήγορα έξω. Μετρούσα πλέον αντίστροφα. Ήθελα να την γαμήσω αλλά έκανα πίσω προσπαθώντας να το αποφύγω. Ήξερα ότι ήταν λάθος. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως φτάσαμε ως εκεί.

Μετά από τρεις μέρες είχε η αδελφή της Μαρίνας γενέθλια. Τα έκανε στο μαγαζί που δουλεύω, αν κι εγώ είχα ρεπό εκείνη την ημέρα. Ήταν η Μαρίνα, η αδελφή της η Όλγα, η κουμπάρα της Μαρίνας με τον άντρα της και ένα ζευγάρι ακόμα φίλων. Δεν μιλήσαμε με την Μαρίνα καθόλου για εκείνο το περιστατικό που είχε συμβεί το Σάββατο. Περνούσαμε καλά, χορεύαμε, είχαμε πιει και λίγο παραπάνω… Εγώ σε φυσιολογικά πλαίσια, η Μαρίνα είχε πιει λίγο παραπάνω.

Κατά τις τρεις το πρωί, πετάγεται η Όλγα και δίνει ιδέα να συνεχιστεί το γλέντι στα μπουζούκια. Συμφωνούν όλοι εκτός από μένα. Ήμουν κουρασμένος και προτιμούσα να πάω σπίτι. Συμφώνησα όμως να βοηθήσω στην μετακίνηση μιας και υπήρχαν μόνο δυο αυτοκίνητα. Πήρε το ζευγάρι, τον άντρα και την κουμπάρα της Μαρίνας, κι εγώ την Μαρίνα και την αδελφή της. Κάθισε μπροστά. Μόλις φτάσαμε λέει στην αδελφή της:

-    «Πήγαινε μέσα Όλγα, θα έρθω σε πέντε λεπτά. Θέλω να με χτυπήσει λίγο ο αέρας».

-    «Εντάξει!», λέει εκείνη. «Θα σε περιμένουμε μέσα».

Μόλις απομακρύνεται λίγο αρχίζουμε τα γλωσσόφιλα. Έβαλα το χέρι μου κατευθείαν μέσα στο μουνί της και άρχισα να της βάζω δάχτυλο. Βογκούσε από την καύλα. Ήταν μούσκεμα.

-    «Αχ Μανώλη!!!», φώναζε. «Μωρό μου δεν αντέχω άλλο…»

Συνέχισα να την τρίβω για κανένα πεντάλεπτο περίπου. Το ένα δάχτυλο έγιναν δύο και η ένταση μεγαλύτερη. Είχα καυλώσει άσχημα, κόντευα να σκάσω. Δεν σκεφτόμουν τίποτα πια. Τελειώνει δύο φορές. Το χέρι μου μέσα στα χύσια της. Μόλις ηρεμεί λίγο, γυρίζει και μου λέει:

-    «Τώρα θα 'θελα να σ' αφήσω να σκάσεις από καύλα και να μην σου κάνω τίποτα. Να δεις τι τραβούσα τόσο καιρό…»

-    «Μην μου κάνεις τέτοια μωρό και είμαι αγοράκι… και δεν κάνει να μένω έτσι», της λέω.

Με κοιτάει με νάζι και κατεβαίνει προς την πούτσα μου. Ξεκουμπώνει το παντελόνι μου και μου πετάει την πούτσα έξω. Αρχίζει να μου την παίζει σιγά - σιγά. Με απαλές κινήσεις παίρνει τον πουτσοκέφαλο μου μες στο στόμα και αρχίζει μια μαγευτική πραγματικά πίπα. Ήξερε η καριόλα να καυλώνει έναν άντρα.

Εκεί που κόντευα να χύσω σταματούσε και με κοιτούσε στα μάτια. Το καθυστερούσε. Το έκανε τρεις φορές. Είχα γίνει κόκκινος από την καύλα. Είχαν σφίξει τα αρχίδια και ο πουτσοκέφαλος είχε πρηστεί και με πονούσε. Όταν πια ήρθε η ώρα να εκραγώ δεν άντεξα…

-    «Μην σταματάς μωρό μου!», της λέω. «Χύνω! Με έχεις τρελάνει. Χύνωωωωωω!!!»

Τα πήρε όλα μέσα στο στόμα της. Δεν άφησε τίποτα. Σκουπίζεται με μερικά χαρτομάντιλα και φεύγοντας από το αμάξι για να πάει μέσα στο μαγαζί, με φιλάει και μου λέει:

-    «Αυτό ήταν μόνο η αρχή…»

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")