Έρωτας για τη βαφτισιμιά μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

"Σκριιικ!". Το βαρύ μεταλλικό κάλυμμα της πόρτας του μαγαζιού έκανε το γνωστό καθημερινό του θόρυβο που πάντα με ανατρίχιαζε και μ' έκανε να βρίζω. Άλλη μια μέρα άρχιζε.

Μπήκα στο μαγαζί με βαριά καρδιά. Δεν υπήρχε σήμερα καμία εκκρεμότητα για να τακτοποιηθεί. Δεν υπήρχε όμως και καμιά δουλειά να γίνει. Μετά το απαραίτητο σκούπισμα και σφουγγάρισμα μήπως και μπει κανένας πελάτης κάθισα στο γραφείο μου και άνοιξα την τηλεόραση για να περάσει η ώρα.

"Ντριιιιννννν!" Ο ήχος του τηλεφώνου αν και ήταν γνώριμος με ξάφνιασε. Ποιος να ήταν τόσο πρωί; Οι πελάτες μου δεν έπαιρναν τηλέφωνο πριν τις έντεκα το πρωί κι αμέσως σκέφτηκα με προσμονή: «Καινούργιος πελάτης!». Σήκωσα το τηλέφωνο με το γνωστό:

-    «Παρακαλώ;»

-    «Τι κάνεις κουμπάρε;»

Η φωνή στην άλλη πλευρά του καλωδίου μου ήταν παντελώς άγνωστη. Δύο κουμπάρους είχα. Ο ένας που τον είχα παντρέψει δεν ακουγόταν έτσι. Τον δεύτερο που του είχα βαφτίσει την κόρη πριν είκοσι χρόνια δεν περίμενα ποτέ να τον ακούσω, καθώς ήταν απλά μια υποχρέωση της μάνας μου που ξεχρέωσα και δεν είχα καμία περαιτέρω επαφή και ούτε περίμενα ποτέ να έχω.

-    «Καλά! Ποιος είναι;»

-    «Ο κουμπάρος σου ο .... ο πατέρας της .... που βάφτισες!»

«Δεν είμαστε καλά!» σκέφτηκα. «Που με βρήκε;». Η απάντηση ήρθε από τον ίδιο:

-    «Πήρα τη μητέρα σου τηλέφωνο και μου έδωσε το νούμερο του μαγαζιού».

Οκ! Απορία λύθηκε! Για πάμε και στο παρασύνθημα:

-    «Καλημέρα σας! Καλά είστε; Δεν σας γνώρισα».

Πήρα κι εγώ το επίσημο μου ύφος σαν καλός επαγγελματίας. Για να μην τα πολυλογώ ήθελε τις υπηρεσίες μου ως επαγγελματία τεχνικού υπολογιστών για τον υπολογιστή που αγόρασε στην κόρη του και βαφτιστήρα μου. Συμφωνήσαμε να πάω σπίτι τους να δω το πρόβλημα και να κάνω ότι έπρεπε. Την βαφτιστήρα μου δεν την είχα δει είκοσι χρόνια. Και ούτε με ενδιέφερε να τη δω. Έτσι κι αλλιώς γι’ αυτήν ήμουν ένας άγνωστος. Και το πιο πιθανό και μετά την επίσκεψη έτσι θα παρέμεναν τα πράγματα.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας πήρα την τσάντα με τα σύνεργα της δουλειάς και πήγα στη διεύθυνση που μου είχε δώσει. Χτύπησα το κουδούνι με την ίδια βαριεστημένη έκφραση που είχα όταν πήγαινα σε κάθε πελάτη. Μου άνοιξαν και ανέβηκα στο διαμέρισμα. Με υποδέχτηκαν ο κουμπάρος μου και η γυναίκα του. Η μνήμη του ελέφαντα που διαθέτω με βοήθησε και τους αναγνώρισα. Δεν είχαν αλλάξει και πολύ από τότε που τους είχα δει. Η γνωστή συζήτηση πρωτοκόλλου και οι χαιρετούρες με την φτιαχτή εγκαρδιότητα ακολούθησαν.

-    «Τι κάνετε νονέ μου;

Η φωνή ήρθε από πίσω μου. Ναζιάρικη. Χαμηλή. Καυλιάρα. Ότι πρέπει για εταιρείες τηλεφωνικού σεξ. Γύρισα απότομα.

"Μπααααααααααμμμμμμμμμμ!!!" Ο ήχος από το σαγόνι μου που χτύπησε στο πάτωμα μαζί με τα χαστούκια που έφαγα συγχρόνως και στα δύο μάγουλα, τη γροθιά στο στομάχι και την κλωτσιά στα αρχίδια θα πρέπει να ακούστηκε πολύ μακριά!

180 λαχταριστά εκατοστά κατάλευκου γυναικείου κορμιού με τις ιδανικές αναλογίες για ακατάπαυστο τρελό σεξ. Πυρόξανθο μακρύ σπαστό μαλλί λες και ήξερε ότι ακριβώς αυτό το μαλλί με τρελαίνει απίστευτα. Δυο τρομακτικά πράσινα ματάκια που με κοίταζαν ορθάνοικτα και αθώα. Ντυμένη με λευκό μεταξωτό πουκάμισο δεμένο μπροστά και ανοικτά τα τρία πάνω κουμπιά ώστε να φαίνεται η γραμμή ανάμεσα στα βυζιά της τα οποία ήταν ακριβώς στο μέγεθος που μου άρεσε. Όχι πολύ μεγάλα, λίγο μεγαλύτερα από τη γροθιά μου και απόλυτα στητά. Έλεος!

Ο «συμπολεμιστής» μου (ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε κηρύξει γενική απεργία επ’ αόριστο μετά την τελευταία μου με πολύ τραγικό τέλος σχέση), άρχισε να παλεύει με το εσώρουχο, και το παντελόνι μου θέλοντας να βγει έξω για να απολαύσει κι αυτός το θέαμα. Ευτυχώς που φορούσα μαύρο παντελόνι και κάπως έκρυβε την κατάσταση, ειδάλλως θα είχα γίνει επί τόπου ρεζίλι των σκυλιών. Με τα χίλια ζόρια κατάφερα να βρω την αυτοκυριαρχία μου και να πω προσπαθώντας να κάνω λίγο χιούμορ:

-    «Όλοι εμείς μιας και αναφέρεστε δεσποινίς μου στο άτομο μας στον πληθυντικό είμαστε καλά και το αυτό ηλπίζουμε και δι εσάς».

Χαμογέλασε σκύβοντας το κεφάλι προς τα κάτω κι εγώ είπα ότι θα χύσω ξερά. Ουράνια οπτασία! Είδα το Χριστό φαντάρο και τον Σατανά λοχία. Συνέχισα προσπαθώντας να κρύψω τη γλώσσα του μπουλντόγκ που μόλις έχει δει το πιο λαχταριστό λουκάνικο της ζωής του:

-    «Ο ασθενής που βρίσκεται;»

Εννοώντας φυσικά τον λόγο για τον οποίο είχα πάει. Βέβαια πλέον δεν υπήρχε μυαλό για τη δουλειά. Θα γινόμουν ρεζίλι. Με πήγε στο δωμάτιο της και μου έδειξε τον υπολογιστή.

-    «Εδώ είναι ο ασθενής. Θα σου πει ο αδερφός μου τι ακριβώς παρουσιάζει γιατί εγώ πρέπει να φύγω για μάθημα».

«Οχι! Μη! Γιατί! Αργκ…!» Οι αντιδράσεις παραλίγο να μου ξεφύγουν. Με χαιρέτησε και έφυγε. «Ποιος με έδειρε και γιατί τόσο πολύ;» η μοναδική σκέψη καθώς είχα την αίσθηση ότι μόλις είχα φάει όλο το εργοστάσιο της Ρικομέξ στο κεφάλι μαζί με ένα κρύο ντους για το ξενέρωμα. Με βαριά καρδιά ξεκίνησα τη δουλειά και την έφερα εις πέρας σχεδόν με δάκρυα στα μάτια. Και τότε έγινε το θαύμα!

-    «Θα μπορούσες να αναλάβεις να της διδάξεις κάποια πράγματα στους υπολογιστές;»

Ναι! Ναι! Ναι! Φυσικά! Οτιδήποτε! Για να μην ξεκαρφωθούμε όμως η απάντηση ήταν ψύχραιμα επαγγελματική:

-    «Βεβαίως. Ότι χρειάζεται.

Και κλείσαμε λοιπόν για δυο φορές την εβδομάδα μάθημα. Ο Θεός να το κάνει μάθημα! Σιγά μην είχα εγώ μυαλό να διδάξω. Έφυγα με την προοπτική της «θερμής» επανασύνδεσης με την βαφτιστήρα μου.

Τις επόμενες εβδομάδες πήγαινα μήπως και τη βρω κάποια φορά μόνη της αλλά δυστυχώς πάντα ήταν εκεί είτε η μάνα της είτε ο πατέρας της είτε ο αδερφός της. Κάναμε το μάθημα μας και μετά έφευγα πάντα με βαριά καρδιά και με την προσμονή. Την ήθελα. Την ήθελα πολύ! Έπρεπε να την ξεμοναχιάσω. Και η φαεινή ιδέα δεν άργησε να κατέβει…

Όπως προδίδει το όνομα μου παίζω μπάσο σε ροκ μπάντα. Κάποια μέρα τη ρώτησα τι μουσική ακούει για να ακούσω την απάντηση – μελωδία: «Κλασσικό ροκ»! Πανηγυρισμοί λες και έπεσε την ίδια μέρα η Πόλη, πήραμε το Champions League, και κέρδισα 50.000.000 Ευρώ στο Joker! Χωρίς να χάσω λεπτό της πρότεινα να έρθει κάποιο Σάββατο βράδυ εκεί που έπαιζα να με δει. Μόλις είπε το «ναι» θα ήταν δύσκολο να προσγειωθώ στην γη ακόμη και με τις τρεις άγκυρες του Βίσμαρκ κρεμασμένες στο λαιμό μου μαζί με το ίδιο το Βίσμαρκ. Και μάλιστα παρακαλώ θα ερχόταν στο show την παραμονή των γενεθλίων της.

Φρόντισα λοιπόν και έμαθα (ας είναι καλά ο αδελφούλης της) ποια τραγούδια είναι τα αγαπημένα της, ποια λουλούδια της αρέσουν, ποια τούρτα της αρέσει, το δώρο θα ήθελε το οποίο δεν θα της έπαιρναν ποτέ οι δικοί της, κοινώς τα πάντα. Και έβαλα το διαβολικό μου σχέδιο σε εφαρμογή. Αρκετά από τα τραγούδια ήταν ήδη μέσα στο ρεπερτόριο της μπάντας αλλά το απόλυτα αγαπημένο της τραγούδι δεν ήταν. Ευτυχώς όμως μπορούσε να παιχτεί μόνο με πιάνο χωρίς να είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Ευλόγησα τα εννέα χρόνια που έκανα πιάνο πριν γυρίσω το κύριο όργανο σε μπάσο.
Περιττό να πω ότι έκατσα και το έμαθα και το έπαιζα ξανά και ξανά μέχρι να μου γίνει δεύτερη φύση. Επίσης ευτυχώς που είχαμε μάθει με την μπάντα το γνωστό τραγουδάκι που όλοι μας λέμε στα γενέθλια ενός ανθρώπου, οπότε τους είπα ότι εκείνο το Σάββατο θα το παίζαμε για χάρη της βαφτισιμιάς μου και ότι θα προσθέταμε και ένα ακόμη κομμάτι στο πρόγραμμα το οποίο θα έπαιζα μόνος μου. Δεν είχε κανείς αντίρρηση.

Όταν έφτασε η μεγάλη μέρα μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ λες και ήταν η πρώτη μου φορά με γυναίκα! Ξέχασα να σας πω ότι τότε ήμουν ένα τριάντα οκτώ χρονών γαϊδούρι που έκανε σαν δεκαεξαράκι κοκοράκι! Επίσης φυσικά και ήταν αδύνατο να ηρεμήσω. Γύρω στο μεσημέρι χτύπησε το τηλέφωνο. Από τον αριθμό αναγνώρισα ότι με καλούσε εκείνη! Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας. Έχει γούστο να θέλει να ακυρώσει και να μην έρθει; Όχι! Δεν θα το επιτρέψω αυτό! Με καμία δύναμη! Με τρεμάμενο χέρι σήκωσα το ακουστικό:

-    «Έλα...» πλέον φυσικά μου μίλαγε στον ενικό.

-    «Καλώς την!» Προσπάθησα να φανώ χαρωπός.

-    «Τι ώρα θα ξεκινήσετε για να κανονίσω τι ώρα θα έρθω και να πω και στον μπαμπά τι ώρα θα επιστρέψω;»

Νννννννννννααααααααααιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι! Θα έρθει!!! Γιούπι!!!

-    «Έντεκα. Πες του μπαμπά σου να μην ανησυχεί και θα σε φέρω εγώ πίσω».

Το σατανικό σχέδιο είχε μπει πλέον σε πλήρη εφαρμογή. Με το που κλείσαμε πλέον έβαλα και τα τελευταία κομμάτια του παζλ στη θέση τους. Πήγα και πήρα το δώρο της, είπα στους ανθρώπους του κέντρου που παίζαμε, τι τούρτα, και τι λουλούδια ήθελα, και ήταν όλα στη θέση τους έτοιμα.

Ήρθε ακριβώς την ώρα που είχαμε πει και το δεύτερο «Μπαμ» που με χτύπησε κατακούτελα δεν ήξερα από που μου ήρθε! Αν δεν είχα λουρί στο μπάσο θα μου είχε πέσει από τα χέρια! Η εμφάνιση της κόλαζε και τον μεγαλύτερο άγγελο του παραδείσου! Super sexy μπουστάκι χωρίς σουτιέν με δερμάτινη κοντή φούστα και δερμάτινο μπουφάν. Απαλό βάψιμο και make up που τόνιζε τα μάτια και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Είχα μείνει άφωνος! Ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω όλα και να την βουτήξω επί τόπου. Επειδή όμως μια ουτοπία κάτι πρέπει να τη χαλάσει, η αγριοφωνάρα του τραγουδιστή της μπάντας με επανέφερε στην πραγματικότητα:

-    «Δεν θα μας συστήσεις κύριε .....;»

«Μόλις τελειώσουμε θα φας τέτοια κλωτσιά που θα σε στείλω απέναντι να κολλήσεις στον τοίχο!» σκέφτηκα. Είχε όμως δίκιο. Ήταν αγένεια από μέρους μου. Σύστησα όλη την μπάντα στη βαφτισιμιά μου και μετά την έβαλα να κάτσει στο τραπέζι που είχα συμφωνήσει με τα παιδιά του κέντρου τα οποία επίσης και σύστησα.

Όλη την υπόλοιπη βραδιά επάνω στη σκηνή έπαιζα μόνο για εκείνη. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο στο μυαλό μου. Μόνο εκείνη. Και έφτασε η στιγμή που το σχέδιο μου θα έμπαινε σε εφαρμογή.

Αφού ανακοίνωσα από το μικρόφωνο σε όλον τον κόσμο ότι ήταν τα γενέθλια της και τα παιδιά του κέντρου της έφεραν την τούρτα με το ανάλογο τραγουδάκι, την έβαλα (την τράβηξα με το ζόρι γιατί δεν ήθελε να ανέβει!) στη σκηνή και την έβαλα να καθίσει όρθια δίπλα στο πιάνο όπου έκατσα και φυσικά έπαιξα το τραγούδι που προετοίμαζα μια ολόκληρη εβδομάδα. Όλη την ώρα παρακολουθούσα τις αντιδράσεις της. Κόντευε να βάλει τα κλάματα, αλλά έλαμπε από χαρά. Και βέβαια μετά ακολούθησαν και τα λουλούδια οπότε πλέον και δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυα της και με αγκάλιασε λέγοντας μου στο αφτί:

-    «Είσαι εντελώς τρελός αλλά σ’ ευχαριστώ! Κανείς δεν το έκανε αυτό ποτέ για μένα!»

«Και που να δεις και τα υπόλοιπα!» σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή.
Το υπόλοιπο πρόγραμμα πέρασε πάρα πολύ γρήγορα και παράτησα τους πάντες και τα πάντα και πήγα κοντά της. Φύγαμε από το κέντρο αγκαλιασμένοι. Πήγαμε στο αυτοκίνητο της όπου ήρθε και το κερασάκι της βραδιάς αφού της έδωσα το δώρο της. Από εκείνη τη στιγμή και μετά τα πράγματα εξελίχθηκαν τόσο γρήγορα που κάθε έλεγχος χάθηκε.

Όρμησε επάνω μου και μου έσκασε ένα τρελό γλωσσόφιλο. Τέτοια γλύκα δεν είχα ξανανιώσει ποτέ. Έμεινα εκεί κοκαλωμένος ανήμπορος να κουνήσω έστω και το μικρό μου δακτυλάκι. Την κοίταζα με γουρλωμένα μάτια ενώ τα αυτιά μου άκουγαν καμπανάκια.

-    «Ξέρω ότι με γουστάρεις από την πρώτη μέρα που συναντηθήκαμε».

Τόσο πολύ είχα καρφωθεί!

-    «Αυτό που δεν ξέρεις όμως είναι ότι εδώ και λίγο καιρό σε γουστάρω κι εγώ…»

Και λέγοντας αυτό έβαλε το χέρι της στο παντελόνι μου και χάιδεψε τον «συμπολεμιστή» μου ο οποίος αμέσως στάθηκε σε στάση προσοχής και παρουσιάστε! Αυτό ήταν! Δεν υπήρχε λόγος πλέον για οποιαδήποτε είδους αυτοσυγκράτηση. Η γενική απεργία έληξε πανηγυρικά καθώς μου τον έκανε τελείως κάγκελο. Σε τέτοια κατάσταση δεν ήταν ποτέ και με καμία. Αφέθηκα εντελώς παραδομένος στα χάδια της και τα φιλιά της. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε.

Έσκυψε πάνω από το κάθισμα και τον πήρε στο στόμα της. Έτσι όπως ήμουν εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι δεν θα κράταγα πολύ. Θα τα πέταγα πάρα πολύ γρήγορα σ’ αυτό το υπέροχο στόμα όπως και έγινε. Εκείνη τα κατάπιε όλα και συνέχισε ακάθεκτη. Εκεί όμως έπρεπε να αναλάβω κι εγώ πρωτοβουλίες.

Την σταμάτησα για να της βγάλω τα ρούχα και να της ανταποδώσω την ηδονή που μόλις μου είχε χαρίσει απλόχερα. Άρχισα να παίζω με τις ρώγες της στα δάκτυλα μου κι αναρίγησε. Τις πήρα στο στόμα και τα βογκητά της άρχισαν να γεμίζουν το αυτοκίνητο. Σιγά-σιγά κατέβηκα προς τα κάτω και βγάζοντας της το κιλοτάκι έφαγα και την τελευταία φλασιά καθώς το μουνάκι της ήταν εντελώς ξυρισμένο. Άρχισα να παίζω με τη γλώσσα και τα χείλια μου τη κλειτορίδα της. Διπλώθηκε και μου άρπαξε το κεφάλι για να το κρατήσει στη θέση του. Συνέχισα με τη γλώσσα να παίζω με το μουνάκι της και να την ψιλοταλαιπωρώ μέχρι που της έβαλα δύο δάκτυλα στο μουνάκι και της πιπίλισα την κλειτορίδα. Το ουρλιαχτό της θα πρέπει να ακούστηκε σ’ όλο το parking!

-    «Χύνω!!! Πάρτα όλα μωρό μου!!!»

Το χέρι μου γέμισε με τα υγρά της και οι συσπάσεις του κορμιού της ήταν τέτοιες που έπρεπε να τραβήξω το χέρι μου πριν της κάνω καμιά ζημιά. Σιγά-σιγά οι συσπάσεις κόπασαν και η ανάσα της άρχισε να ηρεμεί. Αγκαλιαστήκαμε και τα χείλη μας ενώθηκαν σ’ ένα παθιασμένο φιλί που κράτησε αρκετή ώρα. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και μου είπε:

-    «Δεν θέλω να πηδηχτούμε απλά. Θέλω να κάνουμε έρωτα. Σαν ένα ερωτευμένο ζευγαράκι που απολαμβάνει τον έρωτα του…»

-    «Πάμε σπίτι μου τότε».

Έμενα μόνος μου οπότε δεν υπήρχε πρόβλημα. Ήξερε που έμενα και οδήγησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Σ’ όλη τη διαδρομή αγκιζόμασταν, χαϊδευόμασταν, φιλιόμασταν κι όταν πλέον φτάσαμε ήμασταν έτοιμοι για τη συνέχεια. Από τη βιασύνη να ξεκλειδώσω την πόρτα μου έπεσαν δύο φορές τα κλειδιά από τα χέρια! Μόλις έκλεισα την πόρτα με κόλλησε στον τοίχο και φιληθήκαμε ξανά. Την πήρα στα χέρια και την πήγα στο κρεβάτι μου. Τα ρούχα έφυγαν από πάνω μας σε χρόνο ντετέ.

Με ξαναπήρε στο στόμα και πολύ σύντομα ήμουν έτοιμος για τον δεύτερο γύρο. Την γύρισα ανάσκελα και οδήγησα το κεφάλι στην είσοδο του μουνιού της. Όσο πιο απαλά μπορούσα μπήκα μέσα της κι όλος ο κόσμος μου άρχισε να περιστρέφεται στ’ αστέρια από τη ζεστασιά του κόλπου της. Άρχισα με αργό ρυθμό και εκείνη έβαλε τα χέρια της στη μέση μου και άρχισε να με τραβάει λες και προσπαθούσε να με βάλει όσο πιο βαθιά μπορούσε μέσα της. Σιγά-σιγά επιταχύναμε το ρυθμό μας. Άρχισε να κουνάει τη μέση της απαιτητικά. Παθιάρικα. Όλο και πιο δυνατά. Όλο και πιο γρήγορα.

-    «Ναι μωρό μου. Έτσι, πάρε με! Είμαι όλη δική σου πια!»

Η κορύφωση πλησίαζε όλο και πιο γρήγορα. Οι κινήσεις μας συγχρονισμένες και όλο και πιο βίαιες. Δεν ήθελα όμως να τελειώσει γρήγορα. Έτσι επιβράδυνα τον ρυθμό μου για να κρατήσει λίγο παραπάνω η τελειότητα που ζούσα. Εκεί άναψε και το κόκκινο λαμπάκι στο βάθος του μυαλού μου. Το λαμπάκι που έλεγε ότι δεν είχα πάρει καμία προφύλαξη. Την κοίταξα. Το κατάλαβε.

-    «Μην ανησυχείς. Φοράω διάφραγμα».

Αυτό ήταν και το τέλος για όλα τα κόκκινα λαμπάκια του μυαλού μου. Ξαναεπιταχύναμε τον ρυθμό μας και αυτή τη φορά δεν σταματήσαμε μέχρι το τέλος. Τα τελευταία σπρωξίματα ήταν τόσο δυνατά που αν υπήρχε οτιδήποτε ανάμεσα θα είχε ισοπεδωθεί! Νιώθοντας το σπέρμα να ανεβαίνει φώναξα:

-    «Όλα δικά σου μανάρι μου! Όλα για πάρτη σου!»

-    «Χύνω κι εγώ μωρό μου!»

Το φορτίο μου έφυγε με δύναμη την ίδια στιγμή που τα υγρά της έτρεχαν έξω από το μουνί της. Είχαμε τελειώσει μαζί. Λαχανιασμένοι πέσαμε πίσω στο κρεβάτι. Αγκαλιαστήκαμε και ξέραμε. Ξέραμε ότι από εκείνη τη μέρα και μετά θα ήμασταν ζευγάρι. Δυστυχώς όμως με ημερομηνία λήξης.

Κάναμε άλλες δύο φορές έρωτα εκείνο το βράδυ. Δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε όμως μαζί. Έπρεπε να την πάω πίσω σπίτι της όπως είχα υποσχεθεί στον κουμπάρο μου.

Για ενάμιση χρόνο από εκείνη την ημέρα και μετά με όσες δικαιολογίες μπορούσαμε να σκεφτούμε βρισκόμασταν όσο πιο συχνά ήταν δυνατό. Η σχέση κράτησε μέχρι την ημέρα που πέρασε στο πανεπιστήμιο στις Η.Π.Α. που ήθελε και αναχώρησε. Θα λείψει τέσσερα χρόνια. Έχουν περάσει τα δύο. Τη μία φορά που ήρθε ήταν κάθε δευτερόλεπτο περικυκλωμένη από συγγενείς και φίλους. Ελπίζω όταν γυρίσει να ξαναθερμάνουμε τη σχέση μας.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")