Μαρία

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

-    «Χαίρεσαι που θα πάμε διακοπές μαζί;», είπε η Μαίρη.

-    «Χαίρομαι που θα πηδηχτούμε σε λίγο και θα χύσω μέσα σου, επιτέλους», απάντησε ο Δημήτρης...

-    «Καλά, αν τα κωλοχάπια με πειράξουν έστω και λίγο τα σταματάω. Να το ξέρεις»

 

-    «Φυσικά. Μπορείς ταυτόχρονα να κόψεις και το τσιγάρο, τη μαλακισμένη τη φίλη σου την Ελένη και τις κλεψιές από το σουπερμάρκετ».

Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Τράβηξε μια τζούρα και ανέκφραστη έσβησε το τσιγάρο της στο πουκάμισό του στη διπλανή καρέκλα.

-    «Εκατό ευρώ», της είπε.

-    «Το να προσβάλλεις τη φίλη μου και να μου τα χώνεις για ένα πρόβλημα που σαν μαλάκας σου εκμυστηρεύτηκα, αξία ανεκτίμητη», απάντησε.

Η γκαρσονιέρα της Μαίρης στον Παράδεισο Αμαρουσίου έβλεπε στην Κηφισίας. Δεν είχε πολύ κίνηση για Παρασκευή βράδυ. Σούφρωσε τα χείλη της και πήρε εκείνο το βλέμμα που ο Δημήτρης είχε ονομάσει «βαριέμαι και θέλω να τα κάνω πουτάνα». Το είδε. Του άρεσε πολύ το μπαλκόνι της.

-    «Λοιπόν, χαλάρωσε Μαίρη. Θα πάμε διακοπές σε δυο μέρες. Δεν έχω καμία όρεξη για…»

-    «Σκάσε. Περίμενε. Σκέφτομαι…»

-    «Καλά, χέσε με. Πάω να πάρω καμιά μπίρα απ’ το περίπτερο. Θέλεις κάτι;»

-    «Μην ξαναγυρίσεις!»

-    «Τι λες μωρέ;»

-    «Αυτό που άκουσες. Μην ξαναγυρίσεις!»

-    «Μαιρούλα, σύνερθε. Πάω για μπίρες, θέλεις κάτι;».

Σηκώθηκε έτοιμος να φύγει. Αυτή, ανακάθισε στην ξαπλώστρα και τον αγκάλιασε με δύναμη, βάζοντας τα χέρια της στις τσέπες του τζιν του. Του άρεσε πολύ το μπαλκόνι της. Ειδικά όταν πηδιόντουσαν σ’ αυτό. Πλησίασε προς το πρόσωπό της, κατέβασε το φερμουάρ.

-    «Ρούφα το μωρό μου και υπόσχομαι ότι δεν θα ξαναγυρίσω αν το κάνεις τέλεια…»

-    «Το ξέρεις ότι το κάνω τέλεια», του απάντησε.

Το έκανε, όντως, τέλεια.

-    «Θες να σου πω τι σκέφτηκα;», του είπε ενώ σκούπιζε με χαρτομάντιλα το πρόσωπό της.

-    «Εντάξει, πες…»

Ανέβασε το παντελόνι του και άναψε ένα τσιγάρο.

-    «Γαμώτο, μου άρεσε αυτό το πουκάμισο».

-    «Άκου. Θα πάμε διακοπές στο ίδιο μέρος αλλά χωριστά. Θα…»

Του εξήγησε τις λεπτομέρειες. Συμφώνησε. Εκείνη σιγουρεύτηκε ότι δεν θα αλλάξει γνώμη παίρνοντας του ακόμα μια πίπα και καταπίνοντάς τα αυτή τη φορά. «Το μισώ το γαμημένο το χάπι!», σκέφτηκε πριν πέσει στα τέσσερα και κατευθύνει το καυλί του στην τρίτη πιο σημαντική της τρύπα, μετά το μουνί και το στόμα της.

Ξύπνησε απότομα στις τρεις το πρωί. «Σε έξι άτοκες δόσεις των 35 ευρώ», άκουσε το τηλεμάρκετινγκ. Έψαξε στα τυφλά το τηλεκοντρόλ, έσβησε την τηλεόραση και άναψε τη λάμπα του κομοδίνου. Από το ανοιχτό παράθυρο άκουγε τριζόνια. Βγήκε στο μπαλκόνι (άξιζε τα ενενήντα ευρώ τη βραδιά μόνο και μόνο για τη θέα) και άναψε τσιγάρο. Η θάλασσα, στα διακόσια περίπου μέτρα, δέντρα στο ενδιάμεσο, αριστερά και δεξιά πλαστικά ψηλά χωρίσματα για τα άλλα δωμάτια του ξενοδοχείου.

Ωραία, και τώρα τι κάνουμε; Ήξερε ότι δεν θα ξανακοιμηθεί, όπως όλες εκείνες τις φορές που ξυπνούσε άθελά του. Αυτή τη φορά όμως, δεν τον ένοιαζε. Ντύθηκε στα γρήγορα και βγήκε. «Θα τα πιω στο πρώτο μπαράκι που θα βρω μπροστά μου», υποσχέθηκε στον εαυτό του. Η προοπτική του να γίνει λιώμα του φάνηκε αρκετά αισιόδοξη. Εξάλλου, το ελάχιστο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας σαράντα παρά κάτι που πήγε μόνος του διακοπές, είναι να πιει. Σωστά;

«Χρήστο, ο οργανισμός σου σε προειδοποιεί με τις αϋπνίες. Αν δεν τον ακούσεις, θα σε χτυπήσει με έλκος και δεν ξέρω κι’ εγώ τι άλλο. Ξεκουράσου λίγο και πρόσεχε τον εαυτό σου παραπάνω. Διασκέδασε, ζήσε», του είχε πει πριν από δυο μήνες ο γιατρός.

Διασκέδασε… Ζήσε… Μάλιστα.

Έκλεισε το γραφείο (νομικός με ειδίκευση στα ναυτιλιακά, έτοιμη πελατεία από τον πατέρα), έδωσε τρεις εβδομάδες άδεια στον εαυτό του και στους πέντε υπαλλήλους του και την έκανε. Μόνος. Χωρίς καν κινητό (μάνα, σταμάτα, θα σε παίρνω εγώ κάθε μέρα). Χίλιες φορές καλύτερα χωρίς κινητό. Ο πειρασμός να πάρει τη Μαρία πάλι και να γίνει χάλια, θα ήταν μικρότερος. Ή έτσι νόμιζε, τουλάχιστον.

Περπάτησε δυο - τρία λεπτά προς το λιμάνι και έστριψε στο πρώτο στενό που άκουσε τη μεγαλύτερη φασαρία. Μπίρες χωρίς ποτήρι, βερμούδες, παρεό, γέλια, φωνές. Κουνιστή μουσική (το τελευταίο της Beyonce άρεσε πολύ στη Μαρία), μια ελεύθερη γωνιακή θέση στο μπαρ.

Παρατήρησε τα σημαιάκια από διάφορες ποδοσφαιρικές ομάδες, οι περισσότερες του εξωτερικού, στον απέναντι τοίχο, την ευχάριστη υφή της ξύλινης μπάρας που είχε το σωστό ύψος για να ακουμπάς τους αγκώνες σου χωρίς να καμπουριάζεις και την γύρω στα τριάντα κοκκινομάλλα, δυο μέτρα παραπέρα. Φορούσε κόκκινο, στενό φόρεμα, χρυσά πέδιλα και ένα χαμόγελο που τον έκανε να αισθανθεί άσχημα που δεν είχε έρθει νωρίτερα. Η κοκκινομάλλα μιμήθηκε τον τρόπο που καθόταν, σαν να του έλεγε «έλα να παίξουμε, θέλω να παίξουμε».

Διασκέδασε… Ζήσε… Αυτό ακριβώς θα έκανε.

-    «Χρήστος. Δεν ενοχλώ; Φαντάζομαι…»

-    «Πάμε κάπου πιο ήσυχα;», είπε ο Δημήτρης και έσφιξε πιο δυνατά τη μέση της ξανθιάς.


-    «Να τελειώσω το ποτό και φεύγουμε».

Δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη. Σεξουαλική, σίγουρα. Τα χρυσά πέδιλά της ήταν σχεδόν ίδια με της Μαίρης και αυτό τον έκανε να θυμηθεί τον κολλητό του, το Νίκο. Ο Νίκος είχε αναπτύξει την περίφημη θεωρία του δεν υπάρχουν πολλές γυναίκες, αλλά μία που ξαναγυρίζει ξανά και ξανά. Ο τρόπος του για να ξεπεράσει το φτύσιμο που του έριξε η Άννα, βλέπεις.
Είχε γράψει και ποίημα ο μαλάκας και το μουρμούριζε κάθε φορά που έκανε κανέναν τσιγάρο ή έπινε παραπάνω και τη θυμόταν.

Γύρισες ξανά, μ’ άλλη μορφή,
Έσκυψες και μου χάρισες λουλούδια.
Στα χείλη σου ζωγραφισμένο ένα φιλί,
Καθίσαμε και θυμηθήκαμε τραγούδια.
Σε ρώτησα πού πήγες, αν ήσουν μοναχή,
Χαμογέλασες και μου ‘πιασες το χέρι,
Φοβάμαι ότι αν φύγεις ένα πρωί,
Θα μείνει τ’ άρωμά σου κρασί μέσα στ’ αγέρι.

Γλυκανάλατος μαλάκας, ναι. Κάνανε όμως παρέα από το δημοτικό. Ήταν σαν να τον συμπλήρωνε, το αντίθετό του.

-    «Τι σκέφτεσαι κούκλε;», του ψιθύρισε στ’ αφτί η ξανθιά.

-    «Τίποτα μωρό μου. Πάμε;», απάντησε ο Δημήτρης δαγκώνοντας το λαιμό της.

-    «Βιάζεσαι ε; Μ’ αρέσεις. Κι’ εγώ βιάζομαι. Πάμε».

-    «Μισό λεπτό να πάω τουαλέτα. Πλήρωσε εσύ κι’ έρχομαι».

Της έδωσε ένα κατοστάευρω και άρχισε να κάνει χώρο ανάμεσα στον κόσμο. Έκλεισε την πόρτα και έβγαλε το κινητό.

-    «Μωρό μου, σε λίγο φεύγουμε. Εσύ πώς πας; Όλα ok;»

-    «Έλα Μαρία μου. Ναι, μια χαρά. Σε ένα κλαμπ είμαι με παρέα. Πολύ καλή παρέα», απάντησε η Μαίρη και άρχισε να χαϊδεύει το πόδι του Χρήστο, από το γόνατο μέχρι και πριν λίγο τον πούτσο του.

-    «Εντάξει. Κοντά είμαστε…»

Η σκέψη της Μαρίας ενόχλησε ξανά το Χρήστο. Τουλάχιστον, αυτή τη φορά, δεν τον πόνεσε. Ή έτσι νόμιζε, τουλάχιστον. «Κοίτα να δεις συμπτώσεις σήμερα», σκέφτηκε ο Δημήτρης. «Και την ξανθιά Μαρία τη λένε».

Η διαδρομή για την πανσιόν δεν ήταν πάνω από πέντε λεπτά με τα πόδια. Η Μαίρη και ο Χρήστος την έκαναν ένα τέταρτο. «Δεν κρατιέται με τίποτα ο αγάμητος», σκέφτηκε.

Ο Χρήστος δεν κρατιόταν με τίποτα πράγματι. Είχε καιρό να γουστάρει έτσι μια γυναίκα. Είχε καιρό να χαμουρευτεί με γυναίκα. Είχε ιδρώσει από την καύλα, το ποτό τον έκανε πιο τολμηρό απ’ ότι συνήθως. Την άγγιζε παντού, στο στήθος, τον κώλο, ειδικά στο σημείο - φετίχ του, το μέρος πίσω από τα γόνατά της.

«Θα πάμε στο δικό μου δωμάτιο», του είχε πει. «Θα αισθάνομαι πιο άνετα εκεί. Δεν σε πειράζει, ε;». Δεν τον πείραζε καθόλου.

Με το που μπήκαν στο δωμάτιο, έβαλε το χέρι του κάτω από το φόρεμά της και της τράβηξε με δύναμη το στρινγκ της. Αισθανόταν σαν το μικρό παιδί που βιάζεται ν’ ανοίξει το δώρο που του έκαναν τα Χριστούγεννα.

-     «Περίμενε, περίμενε. Θα το βγάλω εγώ…»

Ισορρόπησε στο ένα της πόδι και το έβγαλε. Τα λίγα δευτερόλεπτα που έμεινε με το ένα πόδι σηκωμένο, σκέφτηκε ότι το να κάνεις σεξ με κάποιον που δεν γουστάρεις καθόλου είναι πολύ άσχημη τιμωρία.

-    «Μην βγάλεις τίποτα άλλο», είπε ο Χρήστος.

-    «Σωστή επιλογή», απάντησε.

Έπεσαν στο κρεβάτι. Σήκωσε τη φούστα της. Άρχισε να τη γλύφει. Έσφιξε τα πόδια της γύρω από το λαιμό του και έχωσε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Αναρωτήθηκε αν Δημήτρης θα προλάβαινε.

Ο Χρήστος το μόνο που άκουγε ήταν ο ήχος των βογκητών της και τα τριζόνια από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Έβγαλε το παντελόνι του χωρίς να σταματήσει να τη γλύφει και μπήκε μέσα της. Μόλις άνοιξε το δώρο του και αισθανόταν υπέροχα.

-    «Τι πούτσος είναι αυτός μωρό μου;», είπε η Μαρία όσο χούφτωνε τον Δημήτρη στο δρόμο.

-    «Κρατήσου, φτάνουμε!»

Σε δύο λεπτά έφτασαν στο δωμάτιό του. Τη σήκωσε στα χέρια του και την έριξε στο κρεβάτι. Άνοιξε το συρτάρι του κομοδίνου και έβγαλε δύο τηλεκοντρόλ. Το ένα άνοιξε το air condition. Ο Χρήστος πήδαγε τη Μαίρη με τον ίδιο τρόπο που είχε πηδήξει εκείνη την πουτάνα, μετά από τρεις μήνες μέσα στο στρατόπεδο. Με μίσος, σχεδόν.

-    «Ναι, έτσι καύλα μου. Αχ, με τρελαίνεις!», άκουσε μια φωνή.

Όχι μόνο φωνή. Βογκητά. Βαριές ανάσες. Δεν ήταν της Μαίρης. Ακουγόντουσαν σαν να έρχονταν από ψηλά και δεξιά. Ακουγόντουσαν σαν να ερχόντουσαν από ηχείο.

-    «Τι στο…», σκέφτηκε φωναχτά. «Άνοιξες την τηλεόραση, τι είναι αυτό;»

-    «Συνέχισε, μη δίνεις σημασία», του είπε η Μαίρη και έσφιξε περισσότερο τα πόδια της.

-    «Σ’ αρέσει να σε σκίζω μωρή πουτάνα;», κι’ άλλη φωνή, αντρική αυτή τη φορά.

-    «Ναι, μ’ αρέσει. Έτσι, τέλεια μωρό μου. Συνέχισε. Αχ πώς με σκίζεις…»

-     «Μαρίαααααααααααααααα», ούρλιαξε ο Γιάνης.

-    «Μαρίααααααααααααααααα».

-    «Τι έπαθες; Ποια Μαρία;»

-    «Σκάσε μωρή. Πού είναι η Μαρία; Από πού έρχονται αυτές οι φωνές;»

Σηκώθηκε και έβγαλε τη ζώνη από το παντελόνι του.

-    «Μίλα!», τη χτύπησε στο δεξί πόδι.

-    «Είσαι τρελός; Τι κάνεις; Μη…»

-    «Μίλαααααααααα».

Αυτή τη φορά η ζώνη τη βρήκε στο πρόσωπο. Μάτωσε η μύτη της. Έτρεξε αίμα στο σεντόνι.

-    «Μίλαααααααααααααα!!!»

Τη βρήκε με την αγκράφα στο ύψος του στήθους της. Η Μαίρη πήγε να σηκωθεί.

-    «Δημήτρη!», φώναξε με όση δύναμη της επέτρεπε ο φόβος της.

-    «Σκάσε και πες μου που είναι η Μαρία. Μίλα!»

Έβαλε τα χέρια του στο λαιμό της και άρχισε να τη σφίγγει.

-    «Αχ ναι, θα χύσω μωρό μου. Ναι. Συνέχισε…»

-    «Μαρίααααααααα!!!»

Έσφιξε το λαιμό της Μαίρης με όλη του τη δύναμη σχεδόν. Λίγο αίμα κύλησε στο δεξί του χέρι.

-    «Σ’ αρέσει μωρή ξεκωλιάρα; Ε;»

Του μιλούσε μόνο με το βλέμμα.

-    «Σταμάτα! Θα σου εξηγήσω…», τον ικέτευε.

Δεν την άκουγε, φυσικά. Δεν την κατάλαβε, φυσικά. Δεν τον ένοιαζε.

-    «Μαρίαααααααααα!!!»

-    «Ναι, με τρελαίνεις. Ναι. Έλα καυλιάρη μου να χύσουμε μαζί…»

Η Μαίρη άφησε την τελευταία της πνοή την ίδια στιγμή που η Μαρία έχυσε. Σε λίγο έχυσε και ο Δημήτρης.

Ο Χρήστος έχυσε τα πρώτα του δάκρυα λίγα δευτερόλεπτα μετά. Είχε να δακρύσει από τότε που η Μαρία του είπε να μην την ξαναενοχλήσει. Το μόνο που άκουγε, ήταν τα τριζόνια. Τα γαμημένα τα τριζόνια…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")