Τρεις φίλοι του πατέρα μου γάμησαν την μάνα μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)

Το e-mail μου είναι το:

Ο πατέρας μου είναι διαφημιστής και έχει πολλούς γνωστούς. Μια μέρα είπε στην μάνα μου πως το απόγευμα θα ερχόντουσαν τρεις φίλοι του από Ορεστιάδα και να ετοιμάσει φαγητό...

Είπε ακόμη πως θα κοιμόντουσαν σπίτι. Δεν ήθελε να πάνε σε ξενοδοχείο μιας και έχουμε μεγάλο σπίτι και από την άλλη, όσες φορές πήγαινε εκεί ο πατέρας μου τον φιλοξενούσαν αυτοί.

Κατά τις οκτώ το βράδυ, ήρθαν οι φίλοι του πατέρα μου. Κάθισαν στο σαλόνι και έλεγαν διάφορα για δουλειές. Ο ένας ήταν γεροδεμένος γύρω στα πενήντα. Οι άλλοι δυο γύρω στα σαράντα με σαράντα πέντε. Η μάνα μου φορούσε ένα μπλουζάκι διάφανο χωρίς σουτιέν και ένα καυτό σορτσάκι που όταν περπατούσε φαινόντουσαν τα κωλομάγουλα.

Η μάνα μου είναι σαράντα χρονών, 1.65 ύψος. Και οι τρεις, την κοιτούσαν από πάνω μέχρι κάτω. Πέρασαν στο τραπέζι. Έτρωγαν και έπιναν κρασί. Ήπιαν πολύ γιατί μετά όλο μαλακίες έλεγαν και γελούσαν δυνατά. Ακόμη και η μάνα μου που δεν έπινε άλλες φορές, είχε ζαλιστεί.

Κάποια στιγμή αργά ο πατέρας μου είπε:

-    «Πάω για ύπνο, είμαι τύφλα. Θα σας δείξει η Σοφία τα δωμάτια σας».

Και πήγε για ύπνο. Οι άλλοι έμειναν στο τραπέζι με τη μάνα μου. Έλεγαν διάφορα και σχεδόν της την έπεφταν. Ο ένας είπε:

-    «Ρε μαλάκες, τι μουνάρα γαμάει ο φίλος μας; Κοιτάτε βυζάκια! Και αυτή η κωλάρα… θάνατος!»

Η μάνα μου ζαλισμένη γελούσε. Είχε κοκκινίσει και τους είπε να σταματήσουν. Μάζεψε το τραπέζι και τους είπε:

-    «Ελάτε να σας δείξω τα δωμάτια».

Όταν μπήκαν στο πρώτο που ήταν και δίπλα από το δικό μου, γι’ αυτό είδα και την συνέχεια, μπήκαν και οι τρεις πίσω της και η μάνα μου είπε:

-    «Όποιος θέλει ας κοιμηθεί εδώ».

Τότε ένας την άρπαξε, την κόλλησε πάνω του και της είπε:

-    «Τι θα έλεγες να κοιμόμασταν και οι τέσσερις εδώ μουνάρα μου;»

-    «Τι λες; Είναι ο άντρας μου εδώ! Τι θέλετε από μένα; Δεν είναι σωστό. Εγώ δεν έχω κερατώσει τον άντρα μου καμία φορά και εσείς είστε φίλοι του!» του είπε η μάνα μου.

Τότε πήγε και ο άλλος πίσω της και της είπε:

-    «Έλα πουτανίτσα, καλά θα περάσουμε…» και χούφτωσε τα βυζιά της.

Η μάνα μου στην αρχή αντιστάθηκε αλλά αφού δεν μπορούσε να ξεφύγει, έκανε ότι της έλεγαν. Άρχισαν να γδύνονται. Έβγαλαν έξω τις πούτσες τους που ήταν πολύ μεγάλες. Και οι τρεις είχαν καυλώσει πολύ και της είπαν:

-    «Γονάτισε να μας πάρεις πίπα!»

Η μάνα μου γονάτισε και τους είπε:

-    «Κλείστε την πόρτα».

Τότε ο ένας την έπιασε από τα μαλλιά και της είπε:

-    «Τι φοβάσαι; Δεν ακούς ο άντρας σου πως ροχαλίζει; Ούτε με κανόνι δεν ξυπνάει!» και της τον έβαλε στο στόμα.

Τους έπαιρνε και τους τρεις εναλλάξ και μετά έβαλαν δυο πούτσους στο στόμα της.

-    «Ρούφα ξεκωλιάρα! Έτσι, μέχρι πάτο!» έλεγαν και πίεζαν το κεφάλι της πάνω στα καυλιά τους.

Την έπνιγαν και δάκρυσε. Μετά από λίγο τους έβγαλαν. Η μάνα μου τότε τους είπε:

-    «Μέχρι εδώ! Παρτούζα ούτε έχω κάνει, ούτε θα κάνω!»

Αυτοί γέλασαν.

-    «Πουτανάκι! Μας καύλωσες με το στοματάκι σου και τώρα θες να φύγεις; Αν δεν σε ξεσκίσουμε δεν φεύγεις!» είπαν και την πέταξαν στο κρεβάτι.

Έπεσε ο ένας πάνω της, της άνοιξε τα πόδια και μπήκε με τη μία μέσα της. Η μάνα μου βογκούσε και για να μην ακούγεται, ο άλλος έβαλε τον πούτσο του στο στόμα της. Τη γαμούσαν ρυθμικά και ο άλλος δίπλα έπαιζε το παλούκι του κι έλεγε:

-    «Κοιτάτε το καριολάκι πως γαμιέται!»

Ο ένας έλεγε:

-    «Έχεις πολύ ζεστό μουνάκι καυλιάρα μου!» και την κάρφωνε με δύναμη.

Τα αρχίδια του χτυπούσαν στα μουνόχειλα της. Η μάνα μου τώρα γαμιόταν σαν πουτάνα. Το απολάμβανε μέχρι την στιγμή που ο ένας κάθισε από κάτω, έβαλε την μάνα μου να καθίσει πάνω του, ο άλλος της τον έδωσε στο στόμα, και ο τρίτος πήγε πίσω της και τον έβαλε με δύναμη στον κώλο της.

Η μάνα μου ήταν παρθένα από πίσω, έτσι είπε μετά γιατί όταν μπήκε αυτός από πίσω σχεδόν λιποθύμησε έτσι όπως ήταν και ξέγνοιαστη. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα που συνήρθε, ούρλιαξε:

-    «Σταμάτααααααααα! Πονάωωωωωωωω! Βγες τώρααααααα! Αααααχχχ! Μηηηηη! Σε παρακαλώωωωωω… με πονάς! Δεν το έχω ξανακάνει από πίσωωωωωω! Βγεεεεεες!»

Έκλαιγε από πόνο και ούρλιαζε δυνατά. Αυτή δεν σταμάτησαν, συνέχισαν να τη γαμάνε δυνατά. Αυτός από πίσω έλεγε:

-    «Τι κωλαράκι γαμάω σήμερα ο πούστης!» και άρχισε να τη γαμάει πολύ γρήγορα.

Η μάνα μου του έλεγε:

-    «Σταμάταααααααααααα! Δεν αντέχωωωωωω! Σταμάταααα!!!»

Αλλά αυτοί δεν σταματούσαν, ήθελαν να την ξεφτιλίσουν. Την έβριζαν και την γαμούσαν ασταμάτητα. Μετά από λίγο ο ένας φώναξε:

-    «Χύνωωωωωω!!!» και άδειασε το ψωλόχυμα του στο στόμα της.

Πίεσε το κεφάλι της να μην φύγει ούτε σταγόνα και η μάνα μου τα κατάπιε όλα. Οι άλλοι δύο μετά από λίγο ήταν έτοιμοι να χύσουν και αυτοί. Ο ένας είπε:

-    «Χύνω την κωλάρα σου ξεφτιλισμένη πόρνη!!!» και έχυσε μέσα στον κώλο της.

Όταν βγήκε έτρεχαν χύσια από τον κώλο της και ο άλλος είπε:

-    «Εγώ θα χύσω μέσα στο μουνάκι σου πόρνη μου!»

Η μάνα μου του είπε:

-    «Σε παρακαλώ… όχι μέσααα!» αλλά αυτός άδειασε μέσα της.

Έπεσαν και οι τέσσερις στο κρεβάτι με τη μάνα μου στην μέση ξεθεωμένη και τους είπε:

-    «Δεν το έχω ξανακάνει από πίσω και πονάω πολύ. Με ξέσκισες! Δεν μπορώ να περπατήσω…»

-    «Και που είσαι ακόμα πόρνη μου… ακόμη δεν τελειώσαμε!» της είπε ο ένας.

-    «Τι εννοείς;» τον ρώτησε η μάνα μου.

-    «Τώρα θα βάλουμε δυο πούτσους μέσα στην κωλάρα σου!» της απάντησε.

Η μάνα μου πήγε να φύγει λέγοντάς τους:

-    «Ούτε να το σκέφτεστε αυτό! Με τίποτα!»

Τότε την άρπαξε ο ένας από το χέρι και την έριξε στο κρεβάτι.

-    «Αν δεν θες να ξυπνήσουμε τον άντρα σου να δει τι πουτάνα γυναίκα έχει, πάρε μας πάλι μια πίπα!» της είπε.

Η μάνα μου φοβήθηκε και υπάκουσε. Άρχισε να γλύφει πάλι τους πούτσους τους μέχρι που ξανά καύλωσαν καλά. Ο ένας είπε:

-    «Ήρθε η ώρα σου πουτανίτσα μου. Έλα, κάτσε πάνω».

Η μάνα μου σηκώθηκε και πήγε πάνω. Αυτός ακούμπησε την πούτσα του στον κώλο της και της είπε:

-    «Κάτσε μουνάρα μου».

Άρχισε να μπαίνει μέσα της. Καθόταν σιγά-σιγά να μην πονάει αλλά αυτός σήκωσε την λεκάνη του πάνω, και μπήκε όλος μέσα της. Η μάνα μου βογκούσε. Πονούσε πολύ αλλά δεν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αυτό που την περίμενε. Πάει και ο άλλος από πίσω της. αυτός που ήταν από κάτω είχε σταματήσει να κουνιέται και άνοιξε τα κωλομέρια της, έβαλε λίγο σάλιο στον πούτσο του, και τον ακούμπησε κι αυτός στον κώλο της. Με λίγη δυσκολία έσπρωξε και μπήκε και αυτός μέσα της. Η μάνα μου έχασε την ανάσα της. άρχισε να φωνάζει:

-    «Αααααααααααα! Βγείτεεεεεεεεεεεε! Πονάωωωωωωωωωω!!! Βγείτεεεεεεεεεε!! Ααααααααχχχχχ!»

Αυτοί τη γαμούσαν γρήγορα και μετά από λίγο έχυσαν πάλι μέσα της. Έπεσαν στο κρεβάτι και η μάνα μου με τα χίλια ζόρια πήγε έκανε ένα μπάνιο και κοιμήθηκε.

Την άλλη μέρα δεν μπορούσε να περπατήσει ούτε να κάτσει και όλο βογκούσε. Την ξέσκισαν. Το μεσημέρι οι τύποι έφυγαν αλλά από εκείνη τη μέρα ανά τρεις με τέσσερις μέρες έρχονται σπίτι -και καλά για δουλειές- και την ξεσκίζουν. Ο πατέρας μου δεν έχει καταλάβει τίποτα ούτε ακούει όταν την ξεκωλιάζουν από το κρασί που πίνει.

Εγώ όμως που βλέπω την μάνα μου να την ξεσκίζουν τι να κάνω; Όποιος θέλει ας μου πει τη γνώμη του.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")