Η έκπληξη της Αφέντρας μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Η Αφέντρα μου, μου έστειλε ένα μήνυμα στο κινητό μου να είμαι σπίτι της στις δέκα το βράδυ και να έχω ολόκληρο το κορμί μου ξυρισμένο. Έφτασα στην ώρα μου, αφού βέβαια... έκανα ότι με είχε διατάξει, και χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε ντυμένη με μια κοντή δερμάτινη φούστα, μια μεταξωτή μαύρη μπλούζα και μαύρες γόβες. Γονάτισα αμέσως και φίλησα ευλαβικά τις γόβες της. Χωρίς να μου μιλήσει, με άρπαξε απ’ τα μαλλιά και με τράβηξε μέσα κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Μου φόρεσε ένα κολάρο στο λαιμό μου και στον κρίκο που είχε πάνω του πέρασε μια αλυσίδα. Στη συνέχεια μου φόρεσε μια μάσκα δερμάτινη που μου έκλεινε τα μάτια, έτσι που πια τα πάντα τυλίχτηκαν σε απόλυτο σκοτάδι. Τότε με διέταξε να στηθώ στα τέσσερα και να την ακολουθήσω σαν καλό σκυλάκι, όπου κι αν με πήγαινε τραβώντας με απ’ την αλυσίδα. Απ’ την απόσταση που διανύσαμε μάλλον με πήγε σε κάποιο απ τα μέσα δωμάτια του σπιτιού της. Με διέταξε να σταματήσω και έσκυψε από πάνω μου και μου είπε στα αυτή σιγανά αλλά με ξεκάθαρη σκληρή φωνή:


-    «Ήσουν καλός σκλάβος όλο αυτό τον καιρό κι απόψε θα ανταμειφθείς. Θα σου μείνει αξέχαστο αυτό που θα γίνει. Ξέρω τα θέλω σου, τις ανάγκες σου, τις επιθυμίες σου, καλύτερα κι από σένα τον ίδιο».

Μου τράβηξε το μπλουζάκι και μου το έβγαλε. Στη συνέχεια με διέταξε να σηκωθώ και αφού μου έβγαλε τα παπούτσια, μου κατέβασε το παντελόνι μαζί με το εσώρουχο μου και με άφησε εντελώς γυμνό. Τότε άκουσα μια δεύτερη γυναικεία, εντελώς άγνωστη, φωνή να λέει πως δεν είχα άσχημο κορμί. Τρόμαξα αλλά ταυτόχρονα καύλωσα στη σκέψη πως στο δωμάτιο υπήρχε κάποια άλλη, άγνωστη και παρακολουθούσε την ταπείνωσή μου. Ο πούτσος μου τινάχτηκε όρθιος και μετά τα σχόλια επιδοκιμασίας της άγνωστης γυναίκας, ένα δάχτυλο, μάλλον της αφέντρας μου, μπήκε στον κώλο μου. Το άφησε για λίγο και το ξανάβγαλε και στη συνέχεια ένιωσα ένα σουτιέν να περνάει απ’ το κεφάλι μου, και να δένεται στο στήθος μου, κι αφού μου ανασήκωσε, κάποια απ’ τις δύο, πρώτα το ένα και μετά το άλλο πόδι ένα στενό κιλοτάκι ανέβηκε μέχρι πάνω και κάλυψε όσο μπορούσε το πρησμένο καυλί μου. Στη συνέχεια κάτι έδεσαν στη μέση μου αλλά ένιωσα κάλτσες να μπαίνουν στα πόδια μου και να ξετυλίγονται μέχρι πάνω. Τότε κατάλαβα πως μάλλον μου είχαν φορέσει ζαρτιέρες και τώρα θα έπιαναν με αυτές τις κάλτσες που μου φόραγαν. Έτσι κι έγινε.

-    «Και τώρα θα σου βγάλω τη μάσκα αλλά θα κρατήσεις κλειστά τα μάτια σου» με διέταξε η Αφέντρα μου.

Μου έβγαλε τη μάσκα κι εγώ υπάκουσα στη διαταγή της. Έμεινα εκεί μπροστά τους με κλειστά μάτια, όταν τις ένιωσα και τις δύο πολύ κοντά μου και κάτι να κάνουν στο πρόσωπό μου. Με βάφανε. Ένιωθα πολύ ξεκάθαρα το κραγιόν που ακουμπούσε στα χείλη μου, ένα πολύ απαλό πινέλο να μου χαϊδεύει το μάγουλο, κάποιο μολύβι γύρω απ’ τα μάτια μου. Αφού τελείωσαν, μου ξαναφόρεσαν τη μάσκα και άρχισαν να ασχολούνται με τα μαλλιά μου. Στη συνέχεια μου φόρεσαν ένα πουκάμισο, μια κοντή φούστα κι ένα ζευγάρι γόβες με χαμηλό τακούνι γιατί όπως σχολίασε η Αφέντρα μου στην άλλη, ήμουν άμαθη ακόμη στις γόβες. Η Αφέντρα μου κάποια στιγμή ρώτησε την άγνωστη αν είναι έτοιμη κι αφού εκείνη απάντησε καταφατικά, ένα τράβηγμα στην αλυσίδα μου με ξάφνιασε.

-    «Ωραία, πάμε!» διέταξε η Αφέντρα μου.

Όρθιος αυτή τη φορά, ακολουθούσα το χέρι που τράβαγε την αλυσίδα, όταν ένιωσα καθαρό κρύο αέρα να αγγίζει το σχεδόν ολόγυμνο κορμί μου. Με έβγαζαν έξω. Ευτυχώς η Αφέντρα μου μένει σε απομακρυσμένο προάστιο με χωράφια και δέντρα γύρω απ’ το σπίτι της. Με οδήγησαν σε κάποιο αυτοκίνητο και με έσπρωξαν στο πίσω κάθισμα κι εκείνες κάθισαν μπροστά. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε ενώ το μόνο που ακουγόταν ήταν η μουσική του κασετοφώνου.

-    «Άκου προσεκτικά σκλάβα…» ακούστηκε η φωνή της Αφέντρας μου μετά από λίγο κι ενώ ακόμη οδηγούσε. «Αυτοί είναι οι κανόνες σου για απόψε:
1. Θα είσαι απόλυτα υπάκουη  ότι κι αν γίνει.
2. Θα μιλάς μόνο σε μένα και μόνο όταν σου δίνω εγώ την άδεια.
3. Θα ακολουθείς τις διαταγές μου κατά γράμμα».

Αποδέχτηκα με ένα: «Μάλιστα αφέντρα» τα όσα με είχε διατάξει ανάμεσα στα γέλια της άγνωστης και στη σιωπή της Αφέντρας μου. Ταξιδέψαμε αρκετά ακόμη και κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε. Άκουσα τις πόρτες να ανοίγουν κι ένα χέρι, μάλλον της άγνωστης, να με τραβάει έξω. Τότε μου έβγαλαν το περιλαίμιο και τη μάσκα και σχεδόν τυφλώθηκα απ’ τα έντονα φώτα και τα μάτια μου που ήταν τόση ώρα στο σκοτάδι, προσπαθούσαν να προσαρμοστούν μέσα στα φώτα του δρόμου, των μαγαζιών και της κίνησης. Κοιτάχτηκα και είδα πως μου είχαν φορέσει ένα σχεδόν διάφανο πουκαμισάκι και μια μαύρη κοντή φούστα. Από μέσα διαγραφόταν ένα μαύρο δαντελένιο σουτιέν, ενώ κάτω κάλτσες μαύρες με ραφή στόλιζαν τα πόδια μου κι ένα ζευγάρι μαύρες γόβες. Η Αφέντρα μου με οδήγησε στη βιτρίνα ενός μαγαζιού και είδα πως μου είχαν χτενίσει τα μαλλιά μου και με είχαν βάψει με έντονο μακιγιάζ, σαν πουτάνα. Σχεδόν ακόμη κι εγώ δυσκολεύτηκα να αναγνωρίσω την τσουλίτσα που έβλεπα στον καθρέφτη.

Γύρισα στο πλάι και είδα τη φίλη της. Μια σαραντάρα με έκφυλα χαρακτηριστικά και προκλητικά ντυμένη. Αν ήμουν σε διαφορετική θέση θα της την έπεφτα οπωσδήποτε. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, μπαινόβγαινε σε μαγαζιά και τότε αναγνώρισα την περιοχή. Ήμασταν σε μια περιοχή της Αθήνας με πολλά κλαμπ, γνωστή για τα γκέι μπαρ και για διάφορα άλλα με λεσβίες και γενικά είχε τα πάντα για όλους. Η Αφέντρα μου κι η φίλη της άρχισαν να περπατάνε μπροστά κι εγώ τις ακολουθούσα και έτρεμα μήπως πέσω σε κανένα γνωστό, μην με αναγνωρίσει κανείς. Όσο προχωράγαμε έβλεπα πως δε με πολυκοίταζε ο κόσμος που μπαινόβγαινε από μαγαζί σε μαγαζί και χάρηκα που έκαναν τόσο καλή δουλειά με το ντύσιμο και το βάψιμο μου.

Μπήκαν σε κάποιο κλαμπ και τις ακολούθησα. Ο πορτιέρης μας είδε τρεις γυναίκες και μας καλησπέρισε κάνοντάς μας χώρο να περάσουμε χωρίς να πει τίποτε περισσότερο. Μπαίνοντας μέσα και προχωρώντας ανάμεσα στον κόσμο, έβλεπα μόνο γυναίκες. Παρέες, μόνες, ζευγαράκια, να χαϊδεύονται, να αγκαλιάζονται, να φιλιούνται, να χορεύουν. Ακόμη και το προσωπικό του μαγαζιού ήταν μόνο γυναίκες. Καθίσαμε σε ένα τραπέζι σε μια γωνιά του μαγαζιού και παραγγείλαμε ποτά. Στη συνέχεια η Αφέντρα μου πήρε τη φίλη της και σηκώθηκαν να χορέψουν στην πίστα που ήταν γεμάτη γυναίκες. Έμεινα μόνος μου στο τραπέζι, ντυμένος γυναικεία μέσα σ’ ένα μαγαζί γεμάτο γυναίκες.

Δεν πέρασαν δυο λεπτά κι έγινε το κακό. Μια άγνωστη γύρω στα σαράντα ήρθε και κάθισε στο τραπέζι μας. Με κοίταξε λάγνα κι αφού με καλησπέρισε και μου είπε πως ήμουν κούκλα, το χέρι της άγγιξε ελαφρά το γόνατό μου λίγο πιο κάτω απ’ το τελείωμα της φούστας κι άρχισε να με χαϊδεύει. Της χαμογέλασα κι εγώ αμήχανα, χωρίς βέβαια να πω κουβέντα, όταν στη συνέχεια και παίρνοντας τη σιωπή μου μάλλον για αποδοχή, μου ζήτησε να χορέψουμε. Δεν ήξερα τι να κάνω αλλά η Αφέντρα μου με έβγαλε απ’ τη δύσκολη θέση μου. Ήρθε στο τραπέζι μας και είπε στην άγνωστη πως η κοπέλα, εγώ δηλαδή, συνοδευόταν, οπότε η άλλη έφυγε. Ένα τεράστιο βάρος έφυγε από μέσα μου. Επέστρεψε και η φίλη της στο τραπέζι και παραγγείλαμε από ένα ποτό ακόμη. Τότε ζήτησα την άδεια να πάω στην τουαλέτα αλλά εκείνες ήρθαν μαζί μου για να φρεσκαριστούν. Πριν μπω στην τουαλέτα η Αφέντρα μου κράτησε την πόρτα ανοιχτή και παρά τις διαμαρτυρίες μου, επέμενε να με δει εκείνη και η φίλη της πως θα χρησιμοποιούσα τη λεκάνη για να κατουρήσω. Κατέβασα το κιλοτάκι ως τα γόνατα μου, σήκωσα την κοντή φούστα ως τη μέση μου και κάθισα στη λεκάνη όπως κάθονται οι γυναίκες, κι άρχισα να κατουράω με εκείνες να με παρακολουθούν.

-    «Ευχαριστώ Αφέντρα για το υπέροχο βράδυ», της είπα όταν σηκώθηκα, και πραγματικά μου άρεσε.

-    «Το καλύτερο δεν ήρθε ακόμη…» μου είπε και με διέταξε να σηκωθώ, να γυρίσω και να ακουμπήσω, σκυμμένη, τα χέρια μου στο νιπτήρα του μπάνιου.

Μου έριξε δυο-τρεις δυνατές σφαλιάρες στα κωλομάγουλα μου και μου ξανάβαλε κωλοδάχτυλο. Αυτή τη φορά δε σταμάτησε, αλλά συνέχισε και με δεύτερο και τρίτο στη συνέχεια. Έβγαλε από την τσάντα της μια τάπα που την είχα δοκιμάσει αρκετές φορές, κι αφού της έβαλε λίγο υγρό σαπούνι απ’ το νιπτήρα για λιπαντικό μου την έχωσε στην κωλοτρυπίδα μου. Άρχισε να τη μπαινοβγάζει και να με γαμάει με το πλαστικό καυλί ενώ ταυτόχρονα μου έριχνε δυνατές σφαλιάρες στον κώλο μου που τον ένιωθα να κοκκινίζει και να με τσούζει. Με γάμαγε όλο και πιο δυνατά ενώ η φίλη της είχε ακουμπήσει την πλάτη της στην πόρτα του μπάνιου είχε χώσει το χέρι της μέσα στο παντελόνι κι έτριβε το μουνί της βλέποντάς μας. Κόντευα να χύσω από αυτά που έβλεπα και το γαμήσι που μου έριχνε και ζήτησα όπως κάθε φορά την άδεια να χύσω. Αφού μου το επέτρεψε, η άλλη παράτησε την πόρτα και ήρθε και γονάτισε μπροστά μου. Πήρε το καυλί μου στο στόμα της, το ρούφηξε δυο - τρεις φορές και δεν άντεξα άλλο. Η Αφέντρα μου με ξεκώλιαζε δυνατά κι εγώ έχυνα στο στόμα της φίλης της.

Αφού τελείωσα, έπεσα αποκαμωμένος πάνω στο νιπτήρα ενώ οι δυο τους φιλιόταν στο στόμα και μοιράζονταν τα χύσια μου. Ένα χέρι με τράβηξε κοντά τους και με φίλησαν κι εμένα και οι δυο τους στο στόμα μου δίνοντάς μου κι εμένα να δοκιμάσω και να πιω τα χύσια μου απ’ τις γλώσσες τους. Αφού φιληθήκαμε λίγο ακόμη μαζευτήκαμε μην μπει καμία μέσα στο μπάνιο και μπλέξουμε. Η Αφέντρα μου άφησε την τάπα μέσα μου, που πια την είχα συνηθίσει και μου ανέβασε το κιλοτάκι και μου περιόρισε πάλι ασφυκτικά τον πούτσο μου. Μου κατέβασε τη φούστα και την έστρωσε με τα χέρια της ενώ μου διόρθωσε το μακιγιάζ και μου έβαλε νέο κραγιόν στα χείλη μου. Αφού φτιάχτηκαν κι εκείνες, γυρίσαμε στο τραπέζι μας. Καθίσαμε λίγο ακόμη και φύγαμε. Όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο, η Αφέντρα μου, μου ξαναφόρεσε το κολάρο με την αλυσίδα και τη μάσκα στα μάτια μου.

-    «Αυτή ήταν η ανταμοιβή σου σκλάβα που ήσουν τόσο καλή και υπάκουη. Ελπίζω να σου άρεσε. Και θα ξαναγίνει κι αυτό κι άλλα πολλά όσο είσαι υπάκουη».

-    «Μάλιστα Αφέντρα», απάντησα. «Μου άρεσε πάρα πολύ, ευχαριστώ. Και θα κάνω τα πάντα για να σας ικανοποιώ».

(Copyright protected OW ref: 8264)