Μπαρμπούτσαλα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Το κουδούνι χτύπησε απειλητικά. Σχεδόν. Χρωστούσα δέκα μέρες τώρα τα κοινόχρηστα και η διαχειρίστρια, η κυρία Έβελιν, που πολύ μ’ αγαπούσε μπορεί και να μ’ έψαχνε.

Δεν ξέρω γιατί αλλά ήμουν σίγουρος ότι ήταν εκείνη. Και είχα και τα λεφτά. Και είχα το τελευταίο μου καθαρό παντελόνι πάνω στην καρέκλα να με περιμένει. Την ώρα που κούμπωνα και συμμάζευα το κουδούνι ξαναχτύπησε. Αυτή τη φορά ήταν διστακτικό. Ξεκλείδωσα βιαστικά με την όψιμη πια διαπίστωση ότι έκανα κάπου λάθος, επειδή η κυρία που μ’ αγαπά και που εισπράττει τα κοινόχρηστα χτυπάει ξανά και ξανά με τον ίδιο πάντα μονότονο τρόπο που θα χαρακτήριζε έναν ανοϊκό.

Προσπάθησα να το δω θετικά. Ότι έτσι κι αλλιώς θα άνοιγα γιατί στη ζωή χρειάζεται να περιμένουμε το απρόσμενο. Κι αμέσως μετά σκέφτηκα: «Μπαρμπούτσαλα». Όχι γιατί είναι από τις αγαπημένες μου λέξεις. Το διάβασα σε μια νουβέλα ενός αμερικάνου και προσπαθούσα να καταλάβω τι διάβασε ο μεταφραστής και το είπε μπαρμπούτσαλα. Τώρα όμως, είχα ανοίξει την πόρτα και το μόνο που μπορούσα ν’ αρθρώσω καθώς κατάπινα αργά ήταν, μπαρμπούτσαλα. Ήταν ένα κορίτσι μπροστά μου, όχι πολύ ψηλό, με μακριά καστανά μαλλιά πιασμένα σε κότσο, με μια απλή φούστα μέχρι το γόνατο κι άσπρο πουκάμισο σεμνό κι απέριττο. Τα μάτια της έδειχναν ευγένεια και ζεστασιά. Δέχομαι σπάνια επισκέψεις και είχα καιρό να βγω επειδή διάβαζα και δεν είχα και την απαραίτητη διάθεση. Το κορίτσι αυτό ήτανε μια ανοιξιάτικη μπόρα μέσα στην έρημο.

-    «Κάνουμε μια στατιστική, μήπως έχετε δέκα λεπτά για να απαντήσετε σε μια σειρά από ερωτήσεις;»

Λόγια που μαθαίνουν οι πλασιέ σε σεμινάρια, το ξέρω. Αλλά η φωνή της ήταν λίγο σπασμένη και διστακτική. Τα μάγουλα της ήταν κοκκινισμένα. Τη φαντάστηκα να χτυπάει μία-μία ατέλειωτες πόρτες. Και ύστερα να μιλά με συστολή, κοιτάζοντας χαμηλά, μετρώντας ίσως από μέσα της τα δευτερόλεπτα. Όσο περισσότερο μένει η πόρτα ανοιχτή τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να σου πουν ναι… Της έκανα χώρο να περάσει όσο μπορούσα πιο ευγενικά.

Όταν καθίσαμε, ακούμπησε στο τραπεζάκι τον φορητό και μου χαμογέλασε με δυσκολία. Η ατολμία της με ζάλιζε. Ήταν σαν να παίζαμε θέατρο και να είχα απέναντι μου μιαν ατάλαντη πρωταγωνίστρια.

-    «Λοιπόν, τώρα ο υπολογιστής θα επιλέξει τυχαία ένα από τα δέκα ακόλουθα θέματα: χυμοί, αλουμίνια, πολυκαταστήματα, ταξιδιωτικοί προορισμοί, βιβλία, είδη υγιεινής διατροφής, ραδιοφωνικοί σταθμοί, αλυσίδες φαστφούντ, κέντρα αδυνατίσματος και οικολογικά προϊόντα. Και ναι, είναι τα είδη υγιεινής διατροφής».

-    «Μπορώ να ξαναπαίξω;»

-    «Όχι δεν μπορείτε να ξαναπαίξετε, το λέει ο υπολογιστής».

Σαν να κατάλαβε ότι η απάντηση της ήταν λίγο απότομη και για να ξαναζεστάνει την ατμόσφαιρα ίσιωσε τη φούστα της. Η ματιά μου παρακολούθησε με περιέργεια την κίνηση, παγιδεύτηκε στο μαύρο δίχτυ που τύλιγε το πόδι της σαν αστραφτερή αραχνοπαγίδα. Χρειάστηκε αρκετή προσπάθεια προκειμένου να συγκεντρωθώ σε όσα με ρωτούσε. Αναγνώρισα όμως ότι με οδηγούσε σιγά-σιγά σε μια καλοστημένη πρόταση αγοράς.
Δεν είναι ότι ξέρω πολλά για τη δουλειά των πωλητών από σπίτι σε σπίτι. Κάποτε αγόρασα ένα βιβλίο για την πειθώ στην κοινωνική ψυχολογία κι έμαθα να εντοπίζω τους πραγματευτές αχρήστων ειδών στα πέντε πρώτα δευτερόλεπτα. Είναι νέοι και όμορφοι, χαμογελούν περισσότερο από όσο επιτρέπει η απλή οικειότητα, σε κάνουν να θέλεις να γίνεις φίλος τους.

-    «Προτιμάτε να τρώτε υγιεινά;»

-    «Ναι».

-    «Πηγαίνετε συχνά σε εστιατόρια με γρήγορο φαγητό;»

-    «Όχι».

-    «Μετράτε τη χοληστερίνη σας;»

-    «Όχι».

-    «Θα επιθυμούσατε να αδυνατίσετε λίγα κιλά ακόμα;»

-    «Ναι».

-    «Θα σας αναφέρω τέσσερις εταιρείες που ειδικεύονται στη διανομή κατ’ οίκον υγιεινών τροφών. Θέλω να μου πείτε ποιες απ’ αυτές έχετε ξανακούσει. Είναι η ΛΜ, η ΚΚ, η Μπίλυ Ντάιετ και ο Φλας».

-    «Η ΚΚ δεν είναι το κομουνιστικό κόμμα;»

-    «Όχι».

-    «Ο Φλας είναι ραδιοσταθμός, άρα δεν είναι…»

-    «Σας μένουν δύο για να διαλέξετε».

-    «Θα πάρω την Μπίλυ Ντάιετ».

-    «Ωραία».

-    «Που έχετε ακούσει για την Μπ. Ντ., στην τηλεόραση, το ράδιο, το τηλέφωνο, από κάποιον φίλο;»

-    «Νομίζω στην τηλεόραση».

-    «Γνωρίζετε για την προσφορά που διαφημίζεται αυτόν τον καιρό;»

-    «Όχι, δε βλέπω τηλεόραση».

-    «Θα σας ενδιέφερε να μάθετε περισσότερα για την Μπ. Ντ. στο προσεχές μέλλον;»

-    «Νομίζω ναι».

-    «Ωραία, αυτό ήταν, τελειώσαμε».

-    «Πώς τα πήγα;»

-    «Ήσασταν πολύ καλός».

Αυτή τη φορά το χαμόγελο της ήταν αβίαστο. Ήταν ανακουφισμένη. Πρόφερε το ποιηματάκι της απ’ την αρχή ως το τέλος. Τώρα απέμενε μόνο να τραβήξει τα σκοινιά.
Αναρωτιόμουν πως μπήκε στο σπίτι ενός εργένη έτσι μόνη χωρίς να φοβάται. Φαντάστηκα ότι οι κοπέλες αυτές θα συνοδεύονται από έναν φύλακα άγγελο που τις περιμένει κάπου κοντά.
Τι έλεγα; Ναι, για τα σκοινιά. Είναι ο ερωτισμός. Το πανάρχαιο παιχνίδι της πρόκλησης και της υποταγής. Ο άντρας αισθάνεται ισχυρός, παραμένει σταθερός, αποφασίζει, αγοράζει. Η γυναίκα κάνει ότι υποτάσσεται, προσφέρεται στον άντρα, είναι απόλυτα διαθέσιμη.

-    «Αφού σας απασχολεί η υγιεινή διατροφή θα θέλατε να μάθετε περισσότερα για την προσφορά της Μπ. Ντ.;»

Αν πεις όχι, είναι σαν να αναιρείς όσα παραδέχτηκες στη στατιστική παγίδα, και τι σόι άντρας είναι αυτός που λέει και ξελέει, οπότε λες:

-    «Ναι».

Ο φορητός κλείνει, δεν χρειάζονται πια σκηνικά, η παράσταση τέλειωσε, τώρα είμαστε ένας άντρας και μια γυναίκα και πολλά αόρατα σκοινιά που σιγά-σιγά σφίγγουν.
Μέσα στα υπόλοιπα πέντε λεπτά με είχε πείσει για ένα από τα οικονομικά της πακέτα για φαγητό στο σπίτι. Θα πλήρωνα κάτι λίγα με το μήνα για δύο χρόνια και θα είχα 50% έκπτωση. Έβγαλε και τα έγγραφα να τα συμπληρώσει. Όνομα, επίθετο, διεύθυνση...

-    «Ηλικία;

-    «Τριάντα».

-    «Επάγγελμα;»

-    «Ψυχολόγος».

-    «Σοβαρά ε;»

-    «Ναι».

-    «Δηλαδή μπορείτε να με ψυχολογήσετε;»

-    «Ναι».

-    «Αλήθεια;»

-    «Φυσικά».

-    «Μα πείτε μου…»

-    «Λοιπόν, είστε ένας ευαίσθητος άνθρωπος κι έχετε πολλά προβλήματα, το πιο βασικό απ’ αυτά είναι ότι δεν σας καταλαβαίνουν...»

(Είμαι τιποτένιος, το παραδέχομαι, μιλάω με τις γενικεύσεις των αστρολόγων. Με κοίταξε τρομαγμένη. Η φωνή της υψώθηκε λίγο.)

-    «Πως τα ξέρετε όλα αυτά;»

-    «Είναι η δουλειά μου».

-    «Υπάρχει και κάτι άλλο για μένα;»

-    «Δηλαδή να συνεχίσω;»

-    «Φυσικά».

-    «Έχετε μια σχέση αλλά επιθυμείτε κάτι περισσότερο στη ζωή σας.

(Έχει μια σχέση επειδή είναι παραπάνω από συμπαθητική για να μένει μόνη και δεν ξέρω καμιά γυναίκα ως τα τώρα που να αισθάνθηκε βαθιά ικανοποιημένη απ’ το σύντροφό της…).

-    «Αισθάνεστε ότι οι σχέσεις των ανθρώπων στηρίζονται στο συμφέρον κι αποζητάτε την ειλικρίνεια σαν μια αρετή που χάθηκε από τον κόσμο».

(Ε, άμα πουλάς συμβόλαια σε ανύποπτους περαστικούς, έχεις χάσει μερικά γραμμάρια πίστη στα ανθρώπινα ιδανικά).

-    «Μα αυτό είναι φανταστικό! Κανείς δεν μου έχει μιλήσει έτσι ξανά».

Με κοίταξε παρατεταμένα μέχρι που χτύπησε το κινητό της.

-    «Ναι, ίσως αργήσω, γεια».

Θα πρέπει να ήταν ο φύλακας άγγελος που λέγαμε.
Είχαμε μόλις ξεπεράσει τα δεκαπέντε λεπτά. Κοίταξε τα χαρτιά της, τα μάζεψε στην άκρη, σταύρωσε τα πόδια της με τον αέρα εκείνης που θέλει να γίνει αληθινά γοητευτική και μου χαμογέλασε.

-    «Μήπως σας καθυστερώ;» τη ρώτησα.

-    «Μα τι λέτε, ίσα-ίσα. Πείτε μου κάτι για σας…»

-    «Ό,τι θέλετε.

-    «Πως είναι να εργάζεστε, ή μισό, λίγο να το διορθώσω, πως είναι να εργάζεσαι σαν ψυχολόγος;»

-    «Ε, να...»

-    «Ξέρεις εγώ πάντα ήθελα να γίνω γιατρός».

-    «Θα σου πήγαινε να γίνεις γιατρός».

-    «Βρίσκεις;»

-    «Σε φαντάζομαι με την άσπρη ποδιά, θα σου πήγαινε πολύ».

-    «Μα καλά κι αυτό το ξέρεις;»

-    «Τι ξέρω δηλαδή;»

-    «Όταν είμαι μόνη στο σπίτι βγάζω όλα μου τα ρούχα, εννοώ όλα, ύστερα φορώ μια άσπρη ιατρική ποδιά και την κουμπώνω μέχρι επάνω, ύστερα κοιτάζομαι στον καθρέφτη».

-    «Μήπως δεν κάνει ν’ ακούσω τη συνέχεια;»

Το κορίτσι που πριν από λίγο μου χτύπησε την πόρτα για να μου πουλήσει υγιεινές τροφές τώρα χαμογέλασε ντροπαλά ακουμπώντας το χέρι της στο γόνατό μου.
Της έπιασα το χέρι και το έκανα πέρα θυμωμένα. Με κοίταξε σαν να έπεφτε απ’ τον πέμπτο. Μαζεύτηκε στη θέση της και στράφηκε αμήχανα στα χαρτιά της.

-    «Που χρειάζεται να βάλω την υπογραφή μου;» τη ρώτησα με έναν αδιάφορο τόνο.

Με κοίταξε σαστισμένα. Αυτό δεν της είχε ξανασυμβεί. Ήταν εντελώς έξω απ’ τα νερά της. Σηκώθηκε σαστισμένη κι άρχισε να μαζεύει τον φορητό της. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει. Προσπαθούσε να δείξει θυμωμένη.

Σηκώθηκα και την έπιασα απ’ το χέρι. Απέφυγε το βλέμμα μου προσπαθώντας να ξεφύγει. Την έσπρωξα απότομα κι έπεσε ξανά στον καναπέ. Η φούστα της ανασηκώθηκε τρυφερά μπροστά μου. Για δυο τρία δευτερόλεπτα απόμεινα να την κοιτάζω. Μ’ άρεσαν οι μηροί της, έτσι όπως προσπαθούσε να τους κρύψει τραβώντας την φούστα της προς τα κάτω. Το πουκάμισό της είχε ανασηκωθεί και μπορούσα να διακρίνω τον αφαλό της, το κάτασπρο δερματάκι στη λεπτή της μέση. Στον ψηλό λαιμό της μια φλέβα χτυπούσε γρήγορα. Εξέτασα με δέος το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει λαχανιασμένα. Η ματιά της με παρατηρούσε κι αυτή. Η ματιά της με προκαλούσε ολοένα περισσότερο. Έβλεπε στα μάτια μου έναν άντρα να τη λατρεύει.

Κάθισα ήρεμα στον καναπέ και της έβγαλα ένα-ένα τα παπούτσια. Δεν σταμάτησα να την κοιτάζω. Να παρατηρώ την ένταση στο σώμα της που έμοιαζε να δονείται με το παραμικρό. Σκαρφάλωσα πάνω της έτσι που να έχω ακουμπήσει όλο μου το βάρος στο κορμί της.

Έκλεισε τα μάτια. Φίλησα την άκρη του λαιμού της μέχρι το αφτί. Με τη γλώσσα μου ταξίδεψα αργά στα χείλη της. Ήταν σαν να είχε απομείνει αναίσθητη. Έτσι όπως το στόμα της ήταν μισάνοιχτο, η γλώσσα μου αναζήτησε τη γλώσσα της. Το κορμί της ξυπνούσε με σπασμούς. Τα χέρια της άρχισαν να μου ξεκουμπώνουν το παντελόνι. Άρχισε να μου ρουφά τη γλώσσα μέσα στο στοματάκι της. Σταμάτησα και της ζήτησα να σηκωθεί όρθια μπροστά μου. Το πρόσωπό της είχε μια έκφραση ηδονική, σαν να την είχα μόλις ξυπνήσει από ένα όνειρο.

Της ζήτησα να βγάλει το πουκάμισο. Με κοίταζε έτσι που είχα απομείνει με το στόμα ανοιχτό, να χαζεύω τις αργές της κινήσεις καθώς ξεκούμπωνε το άσπρο ρούχο. Το σουτιέν της ήταν ροζ. Έλυσε τα μαλλιά της και τα άφησε να πέσουν μπροστά. Το στήθος της ήταν μικρό. Ήθελα να δω τις ρώγες της. Αν καθυστερούσε ένα δευτερόλεπτο ακόμα, ήμουν έτοιμος να της σκίσω το σουτιέν. Άφησε τις τιράντες να πέσουν αποκαλύπτοντας σιγά-σιγά το στήθος της. Με άκουγε να ξεροκαταπίνω και λαχάνιαζε ολοένα. Δεν άντεχα ακόμη πολύ. Έτσι όπως στεκόταν όρθια και μικροκαμωμένη άρχισα να της κατεβάζω απότομα το καλσόν. Μέσα μου ήταν ένα θηρίο που δεν μπορούσε να περιμένει.

Δεν είχα χρόνο να της βγάλω και το βρακάκι της. Την οδήγησα με τα δυο μου χέρια να καθίσει πάνω μου. Έδειχνε φοβισμένη. Ήταν υγρή και στενή. Τόσο στενή που δυσκολεύτηκε πολύ να καθίσει. Γλιστρούσε από πάνω μου αργά, σταματούσε λίγο για ν’ αφήσει ένα βογκητό και συνέχιζε. Έβαλα ένα δάχτυλο στο στόμα της κι εκείνη το έγλυψε υπάκουα. Κοιτούσα τις ρώγες της κι έπαιζα στο μυαλό μου τη φαντασίωση ότι μια επόμενη φορά θα μ’ άφηνε να χαϊδέψω το στήθος της με την άκρη απ’ το καυλί μου.

Όταν επιτέλους κάθισε πάνω μου ολότελα όλο της το κορμί άρχισε να συσπάται. Η λεκάνη της κουνιόταν σε μια κυκλική τροχιά ολοένα πιο γρήγορα. Έκανε λίγο να πέσει και στηρίχτηκε με τα δυο της χέρια στο στέρνο μου. Οι ρώγες της με είχαν συνεπάρει. Τις τσιμπούσα ευγενικά κι εκείνες γινόντουσαν σκληρότερες, μεγαλύτερες. Δυο πετροκέρασα. Βογκούσε ανυπόφορα. Φοβήθηκα για λίγο μήπως μας ακούν τίποτα γείτονες. Μετά σκέφτηκα ότι όποιος την άκουγε ετούτη τη στιγμή να κελαηδά έτσι, ήταν οπωσδήποτε τυχερός. Δεν μπορούσα να κρατηθώ για πολύ. Έφτασε στην κορύφωση λίγο πριν από μένα.

Έπειτα μάζεψε τα ρούχα της απ’ το πάτωμα. Μάζεψε τα πράγματά της από το τραπέζι και θυμήθηκε το συμβόλαιο.

-    «Θα το υπογράψεις να φύγω;» Είπε.

Είχα ένα βλακώδες χαμόγελο ευτυχίας και το σώμα μου ήταν μουδιασμένο απ’ τον έρωτα. Παρόλα αυτά την κοίταξα όσο μπορούσα πιο σκληρά και της είπα,

-    «Θέλω να το σκεφτώ. Έλα ξανά αύριο».

Εκείνη με κοίταξε σαστισμένη. Προσπάθησε να υπολογίσει μέσα της τον τρόπο που σκέφτομαι. Δεν τα κατάφερε.

-    «Καλά», είπε. «Αύριο την ίδια ώρα».

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")