Η εξουσία της Κλαίρης πάνω μου (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Πέρασαν αρκετές μέρες από το ξέσκισμά μου, την πλήρη υποταγή μου και τον απόλυτο εξευτελισμό μου, όλα αυτά με τη δικιά μου ελεύθερη...

βούληση βέβαια και με την απατηλή ελπίδα ότι θα μου καθόταν η Κλαίρη, ότι θα ερχόταν η πολυπόθητη βραδιά που θα της έκανα έρωτα παθιασμένα, που θα γινόταν δικιά μου. Καταλαβαίνω ότι σ’ έναν τρίτο είναι πολύ ανήκουστο, είναι πολύ τρελό να δεχτεί ότι ένας πραγματικός άντρας θα μπορούσε να υποστεί τέτοιες καταστάσεις μόνο και μόνο για να γαμήσει μια γυναίκα. Το αντιλαμβάνομαι, όμως δεν έχετε δει τέτοιο θηλυκό όσοι σκέφτεστε έτσι, δεν έχετε αισθανθεί όλη σας η ύπαρξη να επιθυμεί αυτού του είδους την πληρότητα και επιθυμία για μια συνεύρεση με τέτοια γυναίκα σαν την Κλαίρη. Μια επιθυμία που με είχε κατακυριεύσει, που δε με άφηνε να αντιληφθώ πράγματα που θα έπρεπε...

Αυτό που επίσης μου είναι δύσκολο να απαντήσω, είναι τι μέλλον θα μπορούσε να έχει μια σχέση σαν αυτή που επεδίωκα, αφού με τη Χρύσα τη γυναίκα μου, δεν υπήρχε κανένα ουσιαστικό πρόβλημα για να τη χωρίσω και να πάρω την Κλαίρη για γυναίκα μου. Υποθέτω ότι στο βάθος του μυαλού μου, θα προσπαθούσα να διατηρήσω μια εξωσυζυγική σχέση, όπως πολλοί άντρες έχουν, παράλληλα με την οικογένειά μου. Ναι, αυτό ήταν που θα προσπαθούσα, αν δεν συνέβαιναν παράλληλα πράγματα που θα διαβάσετε παρακάτω.
Η Χρύσα με ρωτούσε σχεδόν κάθε μέρα για το Θανάση, τον υποθετικό φίλο μου απ’ το στρατό. Τόσο, που άρχισα να υποψιάζομαι ότι κάτι είχε ψυλλιαστεί, ή ότι κάτι άλλο έτρεχε τέλος πάντων.

-    «Μα επιτέλους, γιατί αυτή η ανησυχία για το Θανάση και για το πότε θα ειδωθούμε ξανά;» την ρώτησα ένα Σάββατο πρωί που πίναμε καφέ στο σαλόνι μας, κάμποσες βδομάδες μετά το γαμήσι που μου έριξαν.

Είχαν περάσει τόσες βδομάδες χωρίς νέα της Κλαίρης, ή του Θανάση. Δεν ξέρω αν ήταν στα πλαίσια του “παιχνιδιού”, πάντως η σκέψη μου ήταν κολλημένη σ’ εκείνους, δεν ησύχαζα λεπτό, δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου, στο σπίτι ήμουν συνεχώς αφηρημένος και γενικά είχα μια πολύ περίεργη συμπεριφορά.

-     «Για πρόσεξε, μη μου φωνάζεις εμένα! Όσον αφορά το τι κάνετε με το Θανάση όταν βρίσκεστε, εσύ χάθηκες μαζί του δυο-τρεις φορές, εσύ είσαι απόμακρος κι έχεις να μ’ αγγίξεις κι εγώ δεν θυμάμαι πόσο καιρό τώρα!»

-    «Τι θέλεις να πεις δηλαδή ρε συ Χρύσα; Εσύ δεν μου είπες ότι ήθελες να πας στη φίλη σου την Εύη να βρεθείτε, να τα πείτε και τέτοια; Εγώ σου φταίω τώρα δηλαδή;»

-    «Καλά, ξέρω τι λέω εγώ... Τα ρίχνεις και στη φίλη μου τώρα. Γι’ αυτό που σου λέω ότι δεν σου είμαι πια επιθυμητή, δεν μ’ αγγίζεις πια, τίποτα... Μόνο ότι σε συμφέρει...»

Δεν ήταν καλή τακτική να επιτίθεμαι. Είχε θίξει ένα σημείο που είχε απόλυτο δίκιο. Όχι μόνο δεν την είχα αγγίξει, αλλά ούτε είχα ολοκληρώσει όλον αυτόν τον καιρό που βρισκόμουν σ’ αυτή την περίεργη κατάσταση. Γενικότερα, όταν για παράδειγμα παλιά έμενα αργά το βράδυ μόνος μετά που πήγαιναν όλοι για ύπνο κι εγώ μπορεί να την έπαιζα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου... Θυμάμαι ένα βράδυ πριν από αρκετό καιρό, είχα δει μια ταινία με μια έντονη σκηνή βιασμού. Η γυναίκα μου είχε ξαπλώσει από νωρίς και ήμουν μόνος. Χωρίς να το σκεφτώ, είχα γδυθεί κι ετοιμαζόμουν να τραβήξω μαλακία γιατί είχα ανάψει πάρα πολύ. Ξαφνικά, ακούστηκε δίπλα μου η φωνή της γυναίκας μου:

-    «Εμένα δε μ’ έχεις πάρει ποτέ έτσι...» είπε!

Είχε σηκωθεί για να πιεί νερό και της είχε τραβήξει την προσοχή η σκηνή του βιασμού. Νόμιζε ότι γδυνόμουν για να πάω για ύπνο και θεώρησε καλό να με “προκαλέσει”. Δεν είπα κουβέντα, σηκώθηκα τελείως απότομα απ’ την πολυθρόνα, την πλησίασα, της έριξα ένα χαστούκι και βάζοντας το ένα μου χέρι στη μέση της, την αγκάλιασα και με το άλλο την πίεσα να διπλωθεί στη ράχη του καναπέ. Εκεί, της σήκωσα το νυχτικό, μπήκα μέσα της και τη γάμησα έτσι στα όρθια. Έφτασε κι αυτή σε δευτερόλεπτα. Μια άλλη φορά, με είχε κάνει να αναρωτιέμαι όταν τη βρήκα να τρίβεται περίεργα παρακολουθώντας ένα dvd με σκηνές γυναικών που τις μαστίγωναν μέσα σε μια φυλακή. Δεν είχα δώσει σημασία τότε, δεν της το έκανα θέμα, όμως στο εγγύς μέλλον θα ανακάλυπτα κάποιες προτιμήσεις της που μου ήταν αδύνατο να τις φανταστώ. Δεν μου είχε αποκλείσει ποτέ ότι της άρεσε να κάνει kinky sex, δεν μου το είχε ζητήσει όμως κιόλας από μόνη της ποτέ...

Την κοίταξα έτσι όπως ετοίμαζε το μεσημεριανό. Ήταν στα τριάντα της, ναι είχαμε δέκα οχτώ ολόκληρα χρόνια διαφορά! Παρά τα δυο παιδιά που είχε γεννήσει, το κορμί της δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από την πιο επιθυμητή celebrity. Μάλιστα όταν την είχα γνωρίσει, μου θύμιζε πολύ έντονα τη Charlize Theron. Ναι, ήταν φτυστή ίδια μ’ αυτήν τη γυναικάρα του Hollywood. Όταν την κυκλοφορούσα στους επαγγελματικούς μου κύκλους, όλων τα μάτια αγκιστρωνόταν πάνω της. Ντυνόταν βέβαια προκλητικά, αφού μου άρεσε να την κοιτούν τα αρσενικά. Με έφτιαχνε και μετά όταν γυρίζαμε σπίτι την ξέσκιζα και πέφταμε μούσκεμα απ’ τα χύσια και τον ιδρώτα ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και κοιμόμασταν έτσι, χωρίς να πλυθούμε. Στα μαγαζιά που τη συνόδευα πολλές φορές, έμενα πίσω και καθώς αυτή προχωρούσε κουνώντας τον πισινό της, εγώ παρατηρούσα τους άντρες που διασταυρωνόταν. Τους δικαιολογούσα που τους έτρεχαν τα σάλια, που έστρεφαν το κεφάλι τους και παρατηρούσαν τις γάμπες της, τη σιλουέτα της, χωρίς να ξέρουν ότι στο δικό τους ύψος τώρα περνούσε και τους έβλεπε που την παρατηρούσαν, ο άντρας αυτής που ορέγονταν. Κάποιοι μάλιστα, επειδή μ’ έβλεπαν ότι την κοιτούσα κι εγώ, σιγοψιθύριζαν για να τους ακούσω: «Α ρε γαμώτο μου κάτι μουνιά που κυκλοφοράνε! Χαρά σ’ όποιον γαμάει τέτοιες μουνάρες...».

Ο πούτσος μου διαμαρτυρόταν έντονα και πολλές φορές τη μέρα ήμουν σε στύση χωρίς να το θέλω. Έφτανε να δω μια ερωτική σκηνή στην τηλεόραση για να μου σηκωθεί και να πλημμυρίσει το μυαλό μου η εικόνα της Κλαίρης, ανάσκελα μπρος στα μάτια μου, με τα μπούτια της ανοιχτά να περιμένει να τη γλύψω. Η Χρύσα μισόκλαιγε τώρα, κάτι ψιθύριζε ανάμεσα στα κλάματά της, μουρμούριζε κάτι που μου τράβηξε την προσοχή και μ’ έβγαλε απ’ το λήθαργο…

-    «Πήρε πάλι τηλέφωνο κι είπε να πας απόψε, εκεί που ξέρεις... Τι είναι αυτό το εκεί που ξέρεις; Τι συμβαίνει και μου το κρατάτε κρυφό; Σ’ έχει παρασύρει σε κάτι και φοβάμαι ότι είναι κάτι σοβαρό...»

-    «Ποιος πήρε τηλέφωνο βρε μωρό μου; Γιατί δε μου το ‘πες; Έλα μην κάνεις έτσι... Δεν τρέχει τίποτα σου λέω, απλά όταν συναντιούνται δυο φίλοι από παλιά, να... θέλουν να ξεσπάσουν λίγο, θέλουν να τη βρουν όπως όταν ήταν ελεύθεροι, να κάνουν λίγο χαβαλέ κι έτσι... Έλα, πες μου τι σου είπε ο Θανάσης;»

-    «Μου είπε σου λέω, να πας εκεί που ξέρεις απόψε... Σου έχει λέει μια έκπληξη, κάτι τέτοιο. Κοίτα να δεις βρε Ηλία μου, εγώ σου έχω εμπιστοσύνη και ξέρω ότι δεν είναι κάτι πονηρό στη μέση, όμως πες μου, τι συμβαίνει; Τι είναι αυτό που σας έχει κάνει τόσο κολλητούς εσένα και τον Θανάση, έτσι στα ξαφνικά;»

-    «Τι να σου πω τώρα βρε κουτό; Να... πηδάμε παρέα μια γκόμενα. Αυτό συμβαίνει... Άντε να μη σου πω τώρα...»

Της το ‘ριξα στην πλάκα για να ξεφύγω, για να κρύψω την αναστάτωσή μου. Ώστε είχε επικοινωνήσει, ήθελε να πάω ξανά απόψε. Τι μου ετοίμαζαν πάλι; Η Χρύσα κάτι μου πέταξε ξανά για την Εύη νομίζω, δεν άκουσα καλά κι εγώ της είπα να πάει, να μείνει κιόλας να κοιμηθεί εκεί, αφού εμείς με το Θανάση, μάλλον θ’ αργούσαμε να επιστρέψουμε...

Όταν έφτασα στη μονοκατοικία τους γύρω στις δέκα το βράδυ, η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξα και μπήκα μέσα. Φώναξα τα ονόματά τους δυνατά, τους αναζήτησα στο εσωτερικό, μπήκα στην κουζίνα, αλλά δεν βρήκα κανέναν τους. Γύρισα στο σαλόνι, κάθισα σ’ έναν καναπέ και περίμενα. Στ’ αυτιά μου έφταναν κάτι περίεργοι ήχοι, σαν κάτι να έσκιζε τον αέρα, έναν σφυριχτό ήχο που αμέσως μετά ακολουθούσε κάτι σαν πνιχτή κραυγή... Προσπαθούσα ν’ αντιληφθώ από που ακουγόταν αυτοί οι θόρυβοι, όταν ακούστηκε η φωνή του Θανάση:

-    «Ήρθες βρε αρχίδι;»

Είχα ξεχάσει πόσο προσβλητικός ήταν. Αν και δεν με άγγιζε η συμπεριφορά του, αφού αυτό που μ’ ενδιέφερε ήταν να του πάρω την Κλαίρη, να την κάνω δικιά μου, του απάντησα:

-    «Άκουσε να δεις Θανάση, δεν ξέρω τι σκαρώνετε πάλι, δεν κάθομαι όμως ξανά να με γαμήσουν φίλοι σου. Κοίτα να δεις... κουράστηκα... ο πισινός μου έτρεχε αίμα επί μια βδομάδα. Ντράπηκα πολύ την προηγούμενη φορά. Εγώ είμαι άντρας και ποτέ δεν πίστευα ότι θα έπεφτα τόσο χαμηλά..»

Προχώρησε προς το μέρος μου, μ’ έπιασε απ’  τους ώμους και μ’ έσπρωξε προς το μπαρ.

-    «Έλα, βάλε ένα ποτό, γιατί είναι μακριά η νύχτα απόψε... Απόψε θα γαμήσεις την Κλαίρη...»

Ήταν τόση η καύλα μου, που αν και συνεχίζονταν εκείνα τα υπόκωφα και πνιχτά ουρλιαχτά, αν κι εκείνοι οι ήχοι σαν να ανεβοκατέβαινε ένα μαστίγιο πάνω σ’ ένα γυμνό κορμί έφταναν όλο και πιο καθαροί απ’ το υπόγειό τους εδώ που ήμασταν (προφανώς ανεβαίνοντας πάνω ο Θανάσης είχε αφήσει ανοιχτή την πόρτα του υπογείου), δεν έδωσα σημασία, αλλά όλη μου η προσοχή είχε επικεντρωθεί σ’ αυτό που μόλις μου είχε πει. Θα γαμούσα επιτέλους απόψε την Κλαίρη! Στη σκέψη της μου σηκώθηκε πάλι ο πούτσος κι ένιωσα λίγο άσχημα θεωρώντας ότι θα έχυνα πολύ γρήγορα με τόσο καιρό που κρατιόμουν σε αποχή. Όμως δεν είχε τίποτα άλλο σημασία. Θα το ευχαριστιόμουν όσο γινόταν περισσότερο.
Βάλαμε ποτό και τον ακολούθησα σαν υπνωτισμένος στο σαλόνι, όπου καθίσαμε στον καναπέ. Η φωνή του ακούστηκε δυνατή:

-    «Κλαίρηηηη! Έλα πάνω τώρα!»

Η φρικτή σκέψη ότι κάποιος ή κάποιοι φίλοι του, μαστίγωναν όλη αυτή την ώρα την Κλαίρη στο υπόγειο, έκανε για πρώτη φορά την είσοδό της στη σκέψη μου και παλάβωσα. Ειλικρινά, αν αυτό ήταν αλήθεια, ήμουν ικανός να κάνω έγκλημα απόψε. Θα ορμούσα πάνω τους σαν λυσσασμένος ταύρος αν είχαν κάνει κάτι τέτοιο...

Όταν ακούστηκαν βήματα στα σκαλιά που οδηγούσαν στο υπόγειο, έστρεψα προς τα κει το βλέμμα μου. Δεν ήμουν ο τύπος του ανθρώπου που αιφνιδιαζόταν εύκολα, όμως μ’ αυτούς που είχα μπλέξει, αυτό άλλαξε... Στο κεφαλόσκαλο στεκόταν η Κλαίρη, ολόγυμνη. Φορούσε μόνο ένα ζευγάρι μαύρες δερμάτινες μπότες κι έσταζε απ’ τον ιδρώτα, ενώ η ανάσα της έβγαινε σφυριχτή απ’ το στόμα της, ήταν λες κι έτρεχε σε στίβο και μόλις την είχε σταματήσει ο Θανάσης όταν την φώναξε ν’ ανέβει πάνω. Το πρόσωπό της, τα μπράτσα της, τα στήθια της, η λεία της κοιλιά, ήταν μούσκεμα, έσταζε σας λέω από παντού ιδρώτα, λες κι έσκαβε μέρα μεσημέρι στον κήπο. Ο Θανάσης κοιτώντας το ρολόι του, είπε:

-    «Βασικά είναι τώρα δυο ώρες που ζορίζεται κάτω στο υπόγειο η Κλαίρη... Της έχω αναθέσει ένα πολύ επίπονο καθήκον. Της έχω αναθέσει να σπάσει μια άλλη γυναίκα, μια γυναίκα που μου αντιστάθηκε όταν της τα ‘ριξα, μια γυναίκα όμως που στη συνέχεια για τους της δικούς λόγους, ζήτησε να έρθει εδώ για να περάσει μια δοκιμασία, όπως πέρασες κι εσύ, πριν μου δοθεί ολοκληρωτικά...»

Έκανα να σηκωθώ και να πάω προς το μέρος της Κλαίρης, ενώ τα μάτια μου καρφώθηκαν στο αγαλματένιο της κορμί, ψάχνοντας για σημάδια μαστιγίου... Είχα αναστατωθεί πάρα πολύ. Μια γυναίκα ήταν στο υπόγειό τους και τη μαστίγωνε η Κλαίρη; Την Κλαίρη μαστίγωνε αυτός ο ίδιος; Με είχαν μπερδέψει τόσο πολύ. Οι λεπτομέρειες του νέου σκηνικού που αντιμετώπιζα ήταν πάλι τόσο πολλές, τόσο μπερδεμένες... Φευγαλέα, τα μάτια μου συναντήθηκαν μ’ αυτά της γυναίκας για την οποία περνούσα όλη αυτή τη δοκιμασία. Η ματιά της ήταν μυστηριώδης, είχε πάλι αυτό το μαγευτικό ύφος που με ζάλιζε και μ’ έκανε να χάνω το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου.

-    «Θα με πάρεις απόψε Ηλία; Θέλεις στ’ αλήθεια να με πάρεις απόψε; Θα το αντέξεις όταν θα κατέβεις στο υπόγειο;» με ρώτησε με δυσκολία, ανάμεσα στις προσπάθειες που έκανε να πάρει αναπνοή.

-    «Τι εννοείς γλυκιά μου; Ακόμα δεν έχεις καταλάβει πόσο σε θέλω; Ξεχνάς τι πέρασα την τελευταία φορά κάτω εκεί σ’ αυτό το υπόγειο για σένα;» την ρώτησα, ενώ ο Θανάσης με κράτησε να μην σηκωθώ απ’ τον καναπέ.

Μου είπε ότι δεν θα κατεβαίναμε εμείς οι άντρες στο υπόγειο, πριν πάει πρώτα εκεί η Κλαίρη και μπορέσω ν’ αντιληφθώ κάτι. “Ν’ αντιληφθώ κάτι”…; Τι ήταν αυτό που έπρεπε ν’ αντιληφθώ; Με είχαν ζαλίσει πια, με είχε πιάσει πονοκέφαλος. Η Κλαίρη χάθηκε στο υπόγειο, ενώ εγώ αφού είχα σιγουρευτεί ότι δεν ήταν αυτή που υπέφερε απ’ το φρικτό ανεβοκατέβασμα του μαστιγίου, ησύχασα. Ο γνώριμος πια ήχος του μαστιγώματος, έφτανε ρυθμικός και πάλι πάνω στο σαλόνι που καθόμασταν κι απολαμβάναμε το ποτό μας εγώ με τον Θανάση, αφού η Κλαίρη είχε σκόπιμα αφήσει ανοιχτή την πόρτα για να ακούγονται πιο καθαρά τα έντονα, αλλά πνιχτά ουρλιαχτά της καημένης άγνωστης γυναίκας που είχε την ατυχία να γοητευθεί απ’ αυτόν τον αδυσώπητο σαδιστή, το Θανάση...

-    «Αν είσαι ακόμα εδώ, όταν τελειώσω το μαστίγωμα, αν δεν θελήσεις να φύγεις μέχρι τότε, θα γαμηθούμε άγρια μεγάλε μου γαμιά!» μου είπε πριν φύγει.

-    «Να φύγω; Δεν φεύγω γλυκιά μου. Θέλω τόσο πολύ να σε γαμήσω, που δε με ξεκολλάει τίποτα από εδώ απόψε!» της απάντησα, αλλά δεν μ’ άκουσε.

Μ’ άκουσε όμως ο Θανάσης…

-    «Είσαι σίγουρος γι’ αυτήν την επιθυμία σου έτσι; Αν έχεις αμφιβολίες, είναι ακόμα ώρα να την κάνεις. Όταν θα κατέβουμε κάτω στο υπόγειο, θα είναι πια αργά. Θα σε βάλω μετά να την πάρεις όσες φορές θέλεις. Μπορείς να περάσεις όλη τη νύχτα μαζί της κι όχι μόνο την αποψινή, αλλά κι άλλες, όποτε σου κάνει κέφι...» με ρώτησε με το γνωστό μυστηριακό του ύφος.

-    «Ποια είναι λοιπόν αυτή η γυναίκα ρε συ Θανάση; Γιατί είσαι τόσο σκληρός μαζί της; Γιατί δεν τη βάζεις απλά κάτω και να της πετάξεις τα μάτια έξω, να το ευχαριστηθείς; Τι θα πει δηλαδή θέλεις να τη σπάσεις; Και σε παρακαλώ, όσο κι αν προσπαθείς να τ’ αποφύγεις, ναι είμαι εδώ απόψε για να γαμήσω την Κλαίρη. Δεν με απασχολεί όσο κι αν προσπαθείς με διάφορες μαλακίες να με κάνεις να αποχωρήσω. Με τη δικιά μου θέληση δεν φεύγω. Μόνο αν με διώξετε εσείς, όπως εσείς με καλέσατε...»

-    «Όπα, όπα, σιγά... Μία-μία οι ερωτήσεις Ηλία. Είσαι πολύ βιαστικός ρε άνθρωπε! Έτσι ήσουν πάντα; Γνώρισες την Κλαίρη, την ερωτεύτηκες βιαστικά. Ένα βράδυ πήρες μια απόφαση κι έγινες πούστης, βιαστικά. Ήρθες απόψε εδώ, σου είπαμε ότι μπορείς να γαμήσεις τη δικιά μου γυναίκα, θέλεις βιαστικά να προχωρήσεις, χωρίς να σκέφτεσαι τις συνέπειες, βιαστικά πάντα. Ήθελα να ήξερα, έτσι βιαστικά κάνεις κι έρωτα; Την ικανοποιείς τη γυναίκα σου αλήθεια Ηλία; Πες μου...»

-    «Άκου να σου πω... Να αφήσεις τη γυναίκα μου έξω απ’ αυτή την υπόθεση. Με έριξες εμένα στο πιο χαμηλό σκαλοπάτι της αξιοπρέπειας, η γυναίκα μου όμως δεν είναι τέτοιου επιπέδου άτομο. Δεν τη ξέρεις τη γυναίκα μου. Τι εννοείς αν σκέφτομαι τις “συνέπειες”; Ποιες είναι δηλαδή οι “συνέπειες”; Από πότε έχεις εσύ ενδιαφέρον για τη σχέση τη δικιά μου με τη γυναίκα μου και τις συνέπειες αν εγώ πάω με μια άλλη;»

-    «Χμμμ... Αχχχ βρε φιλαράκι. Αν ήξερες τι παιχνίδια παίζει η ζωή... Αλήθεια, σ’ αρέσει το μαστίγωμα μιας γυναίκας; Σε ανάβει; Δεν παλαβώνεις να ακούς αυτόν τον σφυριχτό ήχο όταν τυλίγεται η δερμάτινη λωρίδα γύρω απ’ τη σάρκα; Όταν μερικά δευτερόλεπτα νωρίτερα σχίζει τον αέρα; Όταν αμέσως μετά το “υποκείμενο” τινάζεται σαν αφηνιασμένο, βγάζοντας απ’ τα πνευμόνια του την πιο ανακουφιστική κραυγή; Το ήξερες ότι ο πόνος απ’ το μαστίγωμα απελευθερώνει τον άνθρωπο; Το ήξερες αυτό; Στο υπόγειο, εδώ και τρεις κοντά ώρες, η Κλαίρη μαστιγώνει αλύπητα μια γκόμενα, κρεμασμένη απ’ το ταβάνι. Τους είδες τους κρίκους νομίζω την προηγούμενη φορά που ήσουν εδώ, για να την απελευθερώσει. Το κάνει με χαρά, όσο κι αν είναι κουραστικό, την ακούς πως έχει χάσει την αναπνοή της, πόσο έχει λαχανιάσει, τι ιδρώτα έχει ρίξει, μόνο και μόνο γιατί το θύμα της το ζήτησε! Ναι, ήρθε εδώ με τη θέλησή της και μας ζήτησε να τη μαστιγώσουμε σκληρά, μέχρι να στρίψει μια “ασφαλιστική βαλβίδα”… Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις...»

Αυτό που καταλάβαινα ήταν ότι επρόκειτο για έναν ψυχοπαθή! Ναι, αυτό ήταν! Ακούς εκεί ο πόνος απελευθερώνει τον άνθρωπο! Ακούς εκεί να στρίψει μια ασφαλιστική βαλβίδα! Όσο περνούσε η ώρα πήγαινε να μου στρίψει με αυτά που άκουγα. Τα χτυπήματα είχαν τώρα αραιώσει από το υπόγειο. Αντί για πνιχτές κραυγές πόνου σε κάθε χτύπημα, ακουγόταν ένα συνεχές κλάμα. Η άμοιρη γυναίκα, έκλαιγε. Ο πόνος απ’ το μαστίγωμά της πρέπει να ήταν φρικτός. Ήταν εκεί κάτω σ’ αυτή την κόλαση, σ’ αυτό το υπόγειο βασανισμού, γύρω στις τρεις ώρες και τη μαστίγωνε η Κλαίρη, που απ’ την προσπάθεια είχε πια κουραστεί, είχε ατονήσει!

-    «Έλα λοιπόν, έλα ήρθε η ώρα να κατέβουμε κάτω. Θες ένα whisky ακόμα;» με ρώτησε.

-    «Δεν θέλω τίποτα άλλο απ’ το να βρεθώ στην αγκαλιά της Κλαίρης» του είπα.

Κατεβήκαμε τα σκαλιά παρέα. Στη μέση του υπογείου στεκόταν η Κλαίρη. Η αναπνοή της έβγαινε με δυσκολία, ενώ εκεί που στεκόταν, ο ιδρώτας της είχε λιμνάσει στο πάτωμα. Ολόκληρο το γυμνό κορμί της γυάλιζε απ’ τον ιδρώτα που δεν σταματούσε να τρέχει από παντού πάνω της σαν ποτάμι. Μου ήταν αδύνατο, όσο κι αν ήθελα να στραφώ προς το “υποκείμενο”, να πάρω τα μάτια μου από το πιο υπέροχο κορμί που είχα δει ποτέ. Αυτό το κορμί που για χάρη του οποίου είχα χάσει κάθε σοβαρότητα, είχα μπλέξει μ’ ένα αδυσώπητο σαδιστή. Στο χέρι της κρατούσε ένα μακρύ δερμάτινο μαστίγιο που κι αυτό γυάλιζε αφού ήταν γεμάτο με τον ιδρώτα του θύματος.

Η γυναίκα που κρεμόταν απ’ τους κρίκους, είχε κι αυτή απίθανο κορμί. Τα πόδια της ίσα που ακούμπαγαν το πάτωμα του υπογείου. Την είχαν κρεμάσει έτσι ώστε μόλις που να μπορεί να έχει μια μικρή ελευθερία στις κινήσεις της, ενώ απ’ την άλλη το κορμί της ήταν στην απόλυτη διάθεση του βασανιστή της. Τα τεντωμένα προς τα πάνω μπράτσα της, άφηναν πλήρως εκτεθειμένες τις κατάλευκες χωρίς ίχνος τρίχας μασχάλες της, καθώς και το τρυφερό δέρμα των πλευρών που κατεβαίνει από αυτή την περιοχή και προς τα κάτω. Τα πλούσια μακριά καστανά μαλλιά της έπεφταν προς τα πίσω, έτσι όπως είχε κρεμάσει το κεφάλι της προς τα πίσω, αφημένη πια μετά από τόση ώρα βασανισμού. Στο πρόσωπό της, της είχαν φορέσει μια μαύρη μάσκα που την εμπόδιζε να δει οτιδήποτε συνέβαινε γύρω της, Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο βασανιστής μπορούσε να χτυπάει απροειδοποίητα, χωρίς το θύμα να σφίγγεται, χωρίς να ξέρει πότε θα ‘ρθει το επόμενο χτύπημα. Το σώμα της δύστυχης γυναίκας, ήταν γεμάτο από βυσσινιές γραμμές, στα πλευρά της, στα ημισφαίρια του κώλου της, στην κοιλιά της, στα μπούτια της, παντού.

Αυτό που μ’ έκανε να τη λυπηθώ όμως πολύ, ήταν οι γραμμές που είχε αφήσει το μαστίγιο πάνω ακριβώς στα στήθια της. Απορώ με την Κλαίρη, που σαν γυναίκα ήξερε πόσο πονάει μια ομόφυλή της σ’ αυτή την περιοχή, παρόλα αυτά, την είχε χτυπήσει με λύσσα πάνω στα στήθια της, πάνω στις ρώγες της, που σε πολλά σημεία είχαν ματώσει κι έτρεχαν σταγόνες αίματος προς την κοιλιά της! Σταγόνες αίματος έτρεχαν επίσης στα πλευρά της καημένης της γυναίκας, αφού το δερμάτινο μαστίγιο φαίνεται πως είχε σκάσει πολλές φορές ακριβώς πάνω στην ευαίσθητη περιοχή των εκτεθειμένων μασχαλών της. Ήταν σχεδόν αναίσθητη απ’ τα χτυπήματα. Αργοσάλευε μ’ όποιες τελευταίες δυνάμεις της είχαν απομείνει, στραβοπατώντας αφού δεν μπορούσε να στηριχθεί καλά στα πόδια της, ενώ στο πάτωμα, στο σημείο ακριβώς που άγγιζαν τ’ ακροδάχτυλά της, είχε κι εκεί δημιουργηθεί μια μικρή λίμνη από αίμα κι ιδρώτα. Είναι απίστευτο πόσο όμορφο είναι το γυμνό γυναικείο κορμί, πόσο εκπληκτικά ερεθιστικό, όταν έχουν αποτυπωθεί πάνω του άτακτα τα σημάδια ενός καλού μαστιγώματος. Θα μπορούσες να το παρομοιάσεις μ’ ένα αφηρημένο έργο τέχνης.

Ο Θανάσης την είχε πλησιάσει και της χάιδεψε αργά, απαλά τα μαλλιά όπως κρεμόντουσαν πίσω. Με κοίταξε.

-    «Θα ήθελες να την χτυπήσεις κι εσύ λίγο;» με ρώτησε.

Στεκόμουν ακίνητος στο κεφαλόσκαλο του υπογείου. Για μια ακόμα φορά, δεχόμουν μέσα μου την έκπληξη. Έπρεπε να το περιμένω απ’ την πρώτη φορά που μου συστήθηκαν. Τελειόφοιτη η Κλαίρη, καθηγητής της αυτός στη ψυχολογία, δεν είχε καμιά ελπίδα όποιος έμπλεκε μαζί τους. Μπορεί να σε τρελάνουν κιόλας όταν “παίζουν” με τον εγκέφαλό σου.

-    «Ναι... Θέλω να τη δείρεις κι εσύ λίγο Ηλία. Εγώ είμαι ένα πτώμα. Μου είναι αδύνατον να συνεχίσω άλλο» είπε η Κλαίρη.

-    «Σίγουρα θα τη μαστιγώσεις κι εσύ Ηλία. Είναι μια απ’ τις τελευταίες δοκιμασίες που πρέπει να εκτελέσεις, αν στ’ αλήθεια το θέλεις τόσο πολύ να γαμήσεις την Κλαίρη. Λοιπόν; Θέλεις στ’ αλήθεια να γαμήσεις την Κλαίρη;» και πρότεινε το μαστίγιο προς το μέρος μου.

Πήρα διστακτικά το βούρδουλα. Αυτός άρπαξε ένα κουβά νερό από μια γωνία του υπογείου και τον άδειασε ολόκληρο πάνω στην άμοιρη γυναίκα. Το παγωμένο νερό την συνέφερε, στηρίχθηκε καλύτερα στα πόδια της και τίναξε τα μαλλιά της που της έπεσαν μπροστά, ή ίσως προσπαθούσε να τινάξει από πάνω της τη μάσκα που της κάλυπτε το πρόσωπο. Απ’ το στόμα της έβγαινε μόνο ένας ρόγχος. Δεν είχε τη δύναμη να αρθρώσει λέξη. Ο Θανάσης κι η Κλαίρη, έκατσαν στον καναπέ. Η Κλαίρη τέντωσε τα μπράτσα της πάνω απ’ το κεφάλι της, φτιάχνοντας τα μαλλιά της. Είχε απίθανο κορμί αυτή η γυναίκα, ήταν ότι πιο θηλυκό είχα δει και ποθήσει. Οι ρώγες της ήταν από ώρα σηκωμένες, σημάδι ότι όλη αυτή η διαδικασία την είχε ερεθίσει, ίσως μάλιστα κι η προσμονή του να βρεθούμε επιτέλους οι δυο μας.

Γύρισα ξανά προς την κρεμασμένη γυναίκα που έβρισκε σιγά-σιγά την ανάσα της. Ήθελα να ξεμπερδεύω γρήγορα μαζί της, για να μείνω μόνος με την Κλαίρη.

-    «Ώστε ήρθε εδώ και ήθελε να νιώσει τον πόνο ε;» είπα με αρκετά θυμωμένη φωνή.

Στο κάτω-κάτω, αυτή πήγαινε γυρεύοντας λοιπόν. Ο κάθε άντρας έχει στοιχεία σαδισμού μέσα του, που κάτω από κάποιες συνθήκες γιγαντώνονται, παίρνουν μια χροιά ανεξέλεγκτη. Σήκωσα το μαστίγιο και σημάδεψα τα λευκά της μπράτσα, λίγο πιο πάνω απ’ το κεφάλι της. Δεν μ’ ένοιαζε κι αν το μαστίγιο την έβρισκε στο πρόσωπο. Αυτή το ζητούσε έτσι κι αλλιώς να τη δείρουν αλύπητα. Η δερμάτινη παχιά λωρίδα έσκισε τον αέρα και τυλίχθηκε γύρω απ’ τα μπράτσα της. Ο πόνος πρέπει να ήταν αβάσταχτος, αφού παρά το τρίωρο μαστίγωμά της, παρά την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, βρήκε τη δύναμη να τιναχτεί ολόκληρη, βγάζοντας ταυτόχρονα ένα παρατεταμένο βραχνό ρόγχο από μέσα της. Τη δεύτερη βουρδουλιά την έριξα μ’ όλη μου τη δύναμη στα στήθια της. Το μαστίγιο τυλίχθηκε δυο φορές γύρω τους κάνοντας τη σάρκα να κυματίσει και η άκρη του έσκασε μ’ έναν απίθανο ήχο πάνω στη δεξιά της ρώγα, αφήνοντας μια γραμμή αίματος γύρω στους δέκα πόντους. Η γυναίκα ούρλιαξε ξανά. Με ενθουσίαζε πολύ να βλέπω τα υπέροχα γυναικεία, προκλητικά στήθια, ν’ αναπηδούν σε κάθε χτύπημα του μαστιγίου πάνω στην πρησμένη, ροδαλή σάρκα.

Είχαν περάσει περίπου είκοσι λεπτά που με αυξανόμενη μανία χτυπούσα την ακινητοποιημένη, ανυπεράσπιστη γυναίκα. Δεν ένιωθα πια συμπόνια ούτε για τις κραυγές της, ούτε για το αν έτρεχε αίμα από παντού πάνω της, ούτε σχεδόν για την Κλαίρη ακόμα. Το αλύπητο, σκληρό μαστίγωμά της, μ’ εμένα σαν βασανιστή, είχε κάνει τον πούτσο μου να έχει σπασμούς κάτω απ’ το παντελόνι μου. Η θέα αυτού του κορμιού που ήταν τόσο παραδομένο, τόσο ευάλωτο, τόσο απόλυτα στη διάθεσή μου, να συνεχίζει να συσπάται και να βογκάει αβοήθητο, μ’ έφερνε σ ’έναν άλλο κόσμο! Χτυπούσα αλλεπάλληλα, χωρίς τον παραμικρό οίκτο. Τώρα καταλάβαινα τη ψυχολογία του σαδιστή, αφού έβλεπα την Κλαίρη και το Θανάση να σχολιάζουν, να δείχνουν, να χαμογελούν με το φρικτό πόνο που ένιωθε το θύμα τους. Είχα γίνει μούσκεμα κι εγώ στον ιδρώτα. Τα τελευταία τρία μου χτυπήματα, δεν έβρισκαν ανταπόκριση. Η γυναίκα είχε παραδοθεί, είχε κρεμάσει σαν άψυχη κούκλα απ’ τους καρπούς της, είχε λιποθυμήσει.

-    «Εντάξει Ηλία... Φτάνει... πιστεύω να το ευχαριστήθηκες. Έλα κάθισε δίπλα στην Κλαίρη, έλα κι άρχισε να τη χαϊδεύεις, να την προετοιμάζεις. Η νύχτα είναι δικιά σας απόψε». είπε ο Θανάσης.

Σηκώθηκε απ’ τη θέση του, γέμισε γι' άλλη μια φορά παγωμένο νερό τον κουβά απ’ τον καταψύκτη και πλησίασε τη λιπόθυμη γυναίκα, αδειάζοντάς τον πάνω της. Εγώ έκανα ότι μου είπε. Τη μια στιγμή τα μάτια μου ήταν στο κορμί, στα χείλια της Κλαίρης, στα στήθια της, τη χάιδευα παντού κι αυτή ανταποκρινόταν στα χάδια μου. Μου δάγκωνε τα χείλια, μου έπιανε τον πούτσο πάνω απ’ το παντελόνι.

-    «Θέλω να σου πάρω πίπα και να σου τα καταπιώ όλα αγόρι μου..» μου ψιθύρισε στ’ αφτί μου.

Δεν χόρταινα τη σάρκα της… άρχισα να τη δαγκώνω τρυφερά στις θηλές, να της βάζω το δάχτυλό μου στο μουνί και να γλύφω τα υγρά της που έτρεχαν ποτάμι. Την άλλη στιγμή, τα μάτια μου πήγαιναν στη γυναίκα που είχε συνέλθει πάλι και ο Θανάσης προσπαθούσε να λύσει και να την κατεβάσει απ’ το ικρίωμα όπου βασανίστηκε σκληρά μέχρι λιποθυμίας. Δοκίμασα να πάω να τον βοηθήσω, αλλά η Κλαίρη με κράτησε σφιχτά στη γυμνή αγκαλιά της.

-    «Μη φεύγεις από κοντά μου, γλύψε με εδώ τώρα» ψιθύρισε στ’ αφτί μου ξανά.

Γονάτισα ανάμεσα στα μπούτια της και έτριψα όλο μου το πρόσωπο στο μουνί της. Η γεύση των υγρών της, ανάμικτη μόνο με τον ιδρώτα της, ήταν ότι πιο γευστικό μπορούσα να φανταστώ. Με τα χέρια της, μ’ έπιασε απ’ τα μαλλιά και μου τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω. Την κοίταξα με θολά απ’ την καύλα μάτια, ενώ αμέσως μετά, με τα δυο της χέρια, μου έσφιξε το κεφάλι ανάμεσα στα μουνόχειλά της που με την αφή της γλώσσας μου, ένιωσα πάλι να συσπώνται, ένδειξη ότι έφτανε σε πολλαπλούς σπασμούς απ’ το γλυφομούνι που της έκανα.

-    «Ακόμα ένα τελευταίο βήμα έμεινε Ηλία... Θέλω να της βγάλεις εσύ τη μάσκα, πριν πάτε εσείς με την Κλαίρη στο υπνοδωμάτιο και μείνω εγώ με τη γκόμενα εδώ για να τη γαμήσω...» ακούστηκε η φωνή του Θανάση, μ’ έναν μυστηριώδη και πάλι τρόπο...

Να της βγάλω εγώ τη μάσκα! Σιγά το δύσκολο. Λες κι αυτός ήταν ανάπηρος και δεν μπορούσε να της την βγάλει... Η γυναίκα είχε συνέλθει πάλι. Το θέαμα που παρουσίαζε το μαστιγωμένο κορμί της, ήταν καταπληκτικό, ήταν πολύ διεγερτικό. Αυτή η άφεσή της στις ορέξεις του οποιουδήποτε, ήταν επίσης τόσο καυλωτική, τόσο διεγερτική. Καθόταν ήσυχη, ακίνητη, περιμένοντας να της βγάλω τη μάσκα. Με τ’ ακροδάχτυλά της, αγγιζόταν σε μερικά σημεία του σώματός της, που το αίμα έβγανε από σκισίματα της σάρκας της. Ο Θανάσης την είχε δίπλα του και όση ώρα κάναμε προκαταρκτικά εγώ με την Κλαίρη, της χάιδευε τρυφερά τα μαλλιά, την είχε αλείψει με έλαια που θα βοηθούσαν να επουλωθούν οι πληγές της σχετικά γρήγορα και τη φιλούσε απαλά στο λαιμό και στο στήθος. Οι ρώγες της είχαν τεντωθεί μπροστά, σημάδι ότι ήταν ξαναμμένη. Πλησίασα και έπιασα τη μάσκα απ’ το μέτωπό της και την αφαίρεσα. Εκεί κοκάλωσα, έπεσε πάνω μου κεραυνός! Μπροστά μου βρισκόταν η Χρύσα...

«Είσαι ένα γαϊδούρι, είσαι ένας παλιάνθρωπος! Δεν θέλω να μ’ αγγίξεις ξανά. Είσαι στα καλά σου άνθρωπέ μου; Με μαστίγωσες τόσο δυνατά, που λιποθύμησα!»

-    «Χρύσα... Εγώ δεν...»

-    «Εσύ τι δεν ρε μαλάκα; Αφού σου έλεγαν να σταματήσεις και να σηκωθείς να φύγεις, έτσι δεν σου έλεγαν; Κι εσύ όχι μόνο δεν έφυγες, αλλά με μαστίγωσες κιόλας! Τι να σου πω... Είσαι ένας άκαρδος παλιάνθρωπος! Για χάρη αυτής της τσούλας, με πρόδωσες και με μεταχειρίστηκες τόσο σκληρά...»

-    «Βρε Χρύσα μου, δεν ήξερα...»

-    «Δεν ήξερες και σαχλαμάρες... Πάρε την τσούλα σου και πηγαίνετε να γαμηθείτε όσο σας κάνει κέφι. Εγώ θα μείνω εδώ με το Θανάση. Ξέρει να κάνει έρωτα, ξέρει να φέρεται σε μια γυναίκα και δεν χάνει τον ανδρισμό του, δεν κάθεται να τον γαμήσουν για να έχει ελπίδες μήπως και του δοθεί μια γυναίκα. Την κερδίζει σπάζοντάς την. Θανάση... κάνε μου έρωτα! Πάρε με τώρα! Θέλω να σε δει να μπαίνεις μέσα μου...»

Εκεί μπρος στα μάτια μου, ο Θανάσης πέταξε τα ρούχα του. Ο πούτσος του ήταν ήδη όρθιος μετά από τόση φάση που εξελισσόταν εδώ και ώρα στο υπόγειο. Η γυναίκα μου ξάπλωσε στο κρεβάτι ανάσκελα κι άνοιξε διάπλατα τα πόδια της, σήκωσε ψηλά τα χέρια της και πιάστηκε απ’ το κεφαλάρι του κρεβατιού, αφήνοντας το κορμί της τελείως εκτεθειμένο, παραδομένο στις ορέξεις του Θανάση. Αυτός έγειρε πάνω της και στηριζόμενος στα μυώδη μπράτσα του από πάνω της, οδήγησε τον καυλωμένο πούτσο του μέσα της. Μου ήταν αδύνατο ν’ αντιδράσω, άλλωστε ν’ αντιδράσω, να κάνω τι; Μου γαμούσε εκεί μπροστά τη γυναίκα μου, χωρίς να έχω ένα επιχείρημα να πω για να σταματήσει.

Όπως το είχα σκεφθεί κάποια στιγμή, με τη χρήση ψυχολογικών “κόλπων” κατάφερε ο Θανάσης να μου γαμήσει τη γυναίκα, με τη δικιά της ελεύθερη βούληση και με μένα να το βλέπω να συμβαίνει μπροστά μου χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι. Κάθε φορά που έσπρωχνε τον πούτσο του μέσα στη Χρύσα, γυρνούσε και με κοίταζε κατάματα, έχοντας στα μάτια του την έκφραση της ηδονής, τη θολούρα που δείχνει πόσο το ευχαριστιέται.
-    «Γάμα με Θανάση! Κι άλλο, κι άλλο, πιο δυνατά! Αχχχχχ! Με σκίζεις γαμιά μου! Γκχχχχ... έτσι... έτσι.... κι άλλο... μμμμ..» ούρλιαζε η Χρύσα, βογκούσε δυνατά και η ηδονή της ήταν διάχυτη στο δωμάτιο.

Η Κλαίρη ήταν δίπλα μου όλη αυτή την ώρα, μου χάιδευε τον πούτσο που είχε πέσει νωρίτερα, όμως τα έντονα βογκητά της γυναίκας μου τον είχαν κάνει να σηκωθεί ξανά. Μου ήταν αδύνατο να βγάλω μιλιά απ’ το στόμα μου. Δεν ήξερα ούτε τι να πω, ούτε τι να κάνω. Ήμουν επιτέλους ελεύθερος να γαμήσω την Κλαίρη, αλλά είχα κωλώσει, είχα μόνο τη σεξουαλική επιθυμία, χωρίς τη θέληση να το κάνω...

Ο Θανάσης μπαινόβγαινε τώρα μανιασμένα μέσα στη γυναίκα μου. Δεν άλλαξαν στάση. Πλησίαζαν στην κορύφωση. Η Χρύσα τεντώθηκε τραβώντας με τα μπράτσα της το κεφαλάρι του κρεβατιού και το κορμί της έκανε καμάρα. Ο Θανάσης είχε βάλει τη λεκάνη του κάτω απ’ τη λεκάνη της γυναίκας μου και έχοντάς την ανασηκωμένη, της τον έχωνε οριζόντια με καταπληκτική ταχύτητα. Όταν έφθανε στο βάθος του μουνιού της, της έκανε κυκλική κίνηση, τρίβοντας τον πούτσο του στην κλειτορίδα της που φαινόταν πάνω-πάνω στην ένωση των οργάνων τους, που τους έδινε τόση ηδονή. Η περιοχή είχε γεμίσει απ’ τα λευκά υγρά της Χρύσας που έτρεχαν ποτάμι.
Τελικά, ο Θανάσης την έπιασε απ’ τους γοφούς και κρατώντας την σφιχτά, έχυσε βαθιά μέσα της αγκομαχώντας και αυτή ούρλιαζε:

-    «Χύνω... χύνω... έτσι γαμιά μου! Άφησέ με έγκυο να γεννήσω το παιδί σου... σκίσε μου το κορμί μωρό μου!!!»

Συνεχιζεται...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")