H εξουσία της Κλαίρης πάνω μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Δεν είχα ποτέ το χαρακτηρισμό του «κυνηγού». Οι σεξουαλικές ορέξεις μου διατηρούνται υπερβολικές στα 48 μου χρόνια και παρά το ότι σ’ αυτή την ηλικία κάνω έρωτα...

με τη γυναίκα μου τρεις με τέσσερις φορές το μήνα, όποτε βρίσκομαι μόνος, αργά το βράδυ, ή όταν βρίσκομαι σ’ ένα επαγγελματικό ταξίδι για παράδειγμα, ικανοποιούμαι περίπου τις διπλάσιες φορές κατά μήνα. Δεν επιδιώκω να είμαι «κυνηγός», αφού πιστεύω ότι σε τέτοιες καταστάσεις, μπλέκει κανείς σε περιπέτειες που ποτέ δεν έχουν καλή κατάληξη. Προτιμώ γι αυτό το λόγο να ικανοποιούμαι μόνος μου, κάτι που ας μη κρυβόμαστε συμβαίνει σε όλους τους άντρες και να έχω με αυτόν τον τρόπο ήσυχη τη συνείδησή μου και το μυαλό μου, από φασαρίες.

Κάποιες ιδιαίτερες προτιμήσεις που έχω φροντίζω να τις εφαρμόζω κυρίως στις μοναχικές μου στιγμές. Μου αρέσει ο πόνος, να τον επιβάλω ή εξίσου, να τον αποδέχομαι από μια όμορφη γυναίκα. Η αλήθεια είναι ότι δεν βρέθηκα ποτέ με μια τέτοια γυναίκα που να μου δώσει τη δυνατότητα να ικανοποιήσω αυτές μου τις ορέξεις, ούτε η γυναίκα μου δέχεται τόσο extreme τακτικές, οπότε κυρίως αυτές μου τις προτιμήσεις τις εφαρμόζω πάνω στη γυμνή μου σάρκα, σε μοναχικές μου και πάλι στιγμές... Η απόλυτη φαντασίωσή μου ήταν πάντα να γινόμουν υποχείριο μιας γυναίκας εκπληκτικής ομορφιάς, να υποτασσόμουν σε κάθε της επιθυμία και να με χρησιμοποιούσε όσο χυδαία, εξευτελιστικά, βίαια θα ήθελε, για την προσωπική της ικανοποίηση.

Αυτό τώρα που μου συνέβη με την Κλαίρη εδώ και δύο μήνες, είναι κάτι που δεν μπόρεσα να το αποφύγω, είναι κάτι που ακόμα προσπαθώ να βρω πως πραγματοποιήθηκε. Ήταν ένα απόγευμα που καθόμουν στην καφετέρια όπου συχνάζω, έριχνα κλεφτές ματιές στα ημίγυμνα θηλυκά που περνούσαν γύρω, όπως κάθε άντρας, χωρίς υπερβολές, χωρίς να επιμένω σε παραπάνω από μια ματιά, όταν καταλάβαινα ότι μια γυναίκα με είχε προσέξει ότι παρατηρούσα τις γάμπες της, ή τα στήθια της. Η Κλαίρη καθόταν στο απέναντι τραπεζάκι, μόνη της και έπινε κι αυτή τη φραπεδιά της. Εκείνη τη μέρα φορούσε ένα λευκό τιραντέ μπλουζάκι, εφαρμοστό, με ένα απλό εφαρμοστό και πάλι τζιν. Σε κάποια στιγμή που σήκωσε τα μπράτσα της πάνω απ’ το κεφάλι της για να φτιάξει τα καστανόμαυρα λυτά μαλλιά της, αποκαλύφθηκαν οι ξυρισμένες μασχάλες της, ενώ με έκπληξη είδα να διαγράφονται οι ρώγες της καθαρά κάτω απ’ το λευκό μπλουζάκι της.

Πρέπει να ήταν στα είκοσι δύο της, αδύνατη, με καμπύλες μοντέλου. Μάλλον με κράτησε περισσότερο καρφωμένο πάνω της η σκέψη για το αν φορούσε καν σουτιέν, αφαιρέθηκα και είδα ότι είχα προδοθεί αφού αυτή είχε αντιληφθεί το ενδιαφέρον μου. Αντί όμως να ενοχληθεί, αντί να πάρει ίσως μια πιο συγκρατημένη στάση, αυτή τεντώθηκε περισσότερο, ενώ την είδα να μου χαμογελάει μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο υποσχέσεις.

Δεν το πίστευα όταν άκουσα την υπέροχη και μαγευτική φωνή της να μου λέει:

-    «Για πες μου τώρα, σ’ αρέσει τόσο πολύ αυτό που βλέπεις, που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω μου;»

Και βέβαια αφού δεν βρήκα κάτι άλλο να πω, απάντησα ειλικρινά.

-    «Εε, ναι... Η αλήθεια είναι ότι είσαι καταπληκτικά όμορφη...!»

-    «Και δηλαδή τι περνάει απ’ το μυαλό σου για μένα; Με θεωρείς σαν μια εύκολη που με μια ματιά θα την κάνεις δική σου;»

-    «Μα... Όχι βέβαια... Γιατί το λέτε αυτό; Εντάξει, τα μάτια μου καρφώθηκαν πάνω σας, όμως δεν θέλω με τίποτα να το πάρετε στραβά... Εγώ απλά...»

-    «Εντάξει, σας ξέρω εσάς τους γκριζομάλληδες που τρέχουν τα σάλια σας όταν βλέπετε κανένα θηλυκό περιποιημένο να περνάει μπροστά σας.

-    «Κυρία μου, σας διαβεβαιώ ότι δεν θέλω να σας προσβάλω... εγώ δεν...»

-    «Λοιπόν ξέρεις κάτι; Πολύ θα ήθελα να μάθω αυτό που βλέπεις και λες ότι σ’ αρέσει, μέχρι ποιο σημείο είσαι διατεθειμένος να προχωρήσεις για να το κατακτήσεις..»

Είχα χάσει τα λόγια μου. Όση ώρα ανταλλάσαμε εξηγήσεις γι αυτή την παρεξήγηση, είχα κατακοκκινίσει, μπέρδευα τα λόγια μου, κοιτούσα γύρω μη και μας ακούσει ο κόσμος που περνούσε. Στο τέλος ίσα που βρήκα το θάρρος να πω στην τελευταία της ερώτηση:

-    «Μπορώ να κάνω οτιδήποτε!»

Ήταν σα να μιλούσε ένας άλλος. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά καθώς την ακολουθούσα λίγα λεπτά μετά.
Σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα με μοντέρνα γυναικεία φορέματα. Μου έδειξε χωρίς κανένα ενδοιασμό ένα βαθυγάλανο καλοκαιρινό φόρεμα που μόνο πουτάνα θα φόραγε, με απίθανο ντεκολτέ, με δύο λεπτές λωρίδες υφάσματος να καλύπτουν τα στήθια, ενώ απ’ το πλάι τ’ άφηνε σχεδόν ελεύθερα να φαίνονται, με όλη την πλάτη έξω μέχρι τον πισινό και μου είπε:

-    «Θα ήθελες να με δεις να το φοράω αυτό;»

Της απάντησα θετικά και με μια αυθάδεια φοβερή, μου είπε:

-    «Πάμε μέσα να το δοκιμάσω. Βγάλε την κάρτα σου να πληρώσεις».

Λες και είχα χάσει κάθε προσωπική αυτοκυριαρχία, λες και με είχε μαγνητίσει, υπνωτισμένα, αφού δοκίμασε το φόρεμα, το έβαλαν σε μια τσάντα και μου ζήτησαν την κάρτα για να την περάσουν στο μηχανηματάκι.

-    «Να σας ζήσει η κόρη σας, είναι πολύ όμορφη!»

Μου είπε χαμογελαστά η υπάλληλος καθώς αμήχανα έβαζα πάλι την κάρτα πίσω στο πορτοφόλι μου κι έβγαινα απ’ το μαγαζί. «Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό!», έλεγα μέσα μου, όταν άκουσα τη φωνή της Κλαίρης να μου λέει:

-    «Μην βάζεις μέσα το πορτοφόλι γλυκέ μου. Δώσε μου δυο κατοστάρικα γιατί έχω να ψωνίσω κάποια άλλα πράγματα ακόμα».

Σαν μαγεμένος της έδωσα δυο χαρτονομίσματα των εκατό ευρώ που μου ζήτησε και την είδα να χάνεται στο βάθος του δρόμου. Μου ήταν αδύνατο να συνέλθω, αφού στο μυαλό μου έμειναν να ηχούν δυνατά τα λόγια της που ψιθύρισε στο αυτί μου όταν πήρε τα χρήματα:

-    «Αν λοιπόν θέλεις να με δεις να το φοράω, απόψε βράδυ στο Luck’s».

*Το Luck’s ήταν ένα νεανικό στέκι που είχα ακούσει απ’ την κόρη μου μερικές φορές.
Στη γυναίκα μου είπα με πολύ πιστευτό τρόπο ότι θ’ αργούσα απόψε, αφού είχαμε συναντηθεί τόσα χρόνια μετά με τον Θανάση, ένα φίλο που είχε ακούσει πολλές ιστορίες απ’ όταν υπηρετούσαμε τη θητεία μας. Δεν είχε κανένα λόγο να μην με πιστεύει, αφού ήξερε τον συγκρατημένο χαρακτήρα μου.
Έφτασα πρώτος. Το club ήταν γεμάτο και κάθισα σ’ ένα τραπεζάκι στο κέντρο του καταστήματος. Λίγο αργότερα μπήκε η Κλαίρη. Έμεινα και πάλι αποσβολωμένος να την κοιτάω. Ήταν σκέτη οπτασία μέσα στο φόρεμα που της είχα αγοράσει το πρωί. Ήταν απίθανα σέξι. Όμως αυτό που με έκανε και πάλι να μείνω κάγκελο, δεν ήταν η εμφάνισή της. Κρατούσε απ’ το μπράτσο έναν άντρα μερικά χρόνια μεγαλύτερό της, πολύ αρρενωπό, μοντέρνο, που ήρθε κι έκατσε μαζί της στο τραπεζάκι. Η επόμενη έκπληξη ήταν ότι τελικά στ’ αλήθεια ήμουν με το Θανάση απόψε...

«Από εδώ το αγόρι μου ο Θανάσης. Είναι καθηγητής μου στο πτυχιακό της ψυχολογίας και τα έχουμε ένα χρόνο τώρα. Αλήθεια πως είναι το δικό σου όνομα;»

-    «Ηλίας».

-    «Αυτός είναι που σου έλεγα Θανάση. Είναι τόσο καλός άνθρωπος. Θα πληρώσει απόψε για μας, θα μας πάει μετά σπίτι, είναι στη διάθεσή μας για ότι χρειαζόμαστε».

-    «Χάρηκα κι εγώ Ηλία που σε γνωρίζω... Αλήθεια, δεν είναι πολύ κούκλα η Κλαίρη απόψε;»

-    «Είναι Θανάση. Η Κλαίρη είναι απ’ τις γυναίκες που σαγηνεύουν, που μαγνητίζουν τους άντρες».

-    «Αααα, και που ‘σαι ακόμα Ηλία. Κοίτα, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, η Κλαίρη μου είπε ότι αυτό που θέλει με σένα, είναι να σε κάνει παιχνιδάκι στα χέρια της. Εγώ θα σου ‘λεγα φίλε, να σηκωθείς τώρα να φύγεις. Αν μείνεις, θα γίνεις έρμαιο στις όποιες ορέξεις της...»

-    «Έλα Κλαίρη, πάμε να χορέψουμε...»

Οι πληροφορίες έμπαιναν μέσα στο μυαλό μου με τέτοιο ρυθμό, που δεν ξέρω γιατί, όμως πρώτη φορά ένιωθα σαν να ζούσα σ’ ένα όνειρο. Φοιτήτρια λοιπόν ψυχολογίας, σε δεσμό με τον καθηγητή της, νέοι κι οι δυο, να διασκεδάζουν και να χορεύουν ξέφρενα πάνω στην πίστα. Καλά, κι εγώ τι ζητούσα εκεί καθισμένος εδώ και μια ώρα να τους παρατηρώ; Ήταν ένα ερώτημα που η Κλαίρη το είχε απαντήσει, ο Θανάσης μου το είχε επιβεβαιώσει λίγα λεπτά πριν, όμως εγώ ακόμα δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω αυτό που συνέβαινε. Εγώ, έμενα εκεί, στο κάθισμά μου να την παρατηρώ να χορεύει μανιασμένα στη μέση της πίστας μαζί με τον φίλο της, έναν τόσο αισθησιακό χορό, που η πούτσα μου είχε ορθωθεί και μου θύμιζε τα χρόνια εκείνα που σαν έφηβος ξεροστάλιαζα όπως αυτή τη στιγμή, κοιτάζοντας σαν διψασμένος τα θηλυκά κορμιά και στη συνέχεια όταν έμενα μόνος μου την έπαιζα για να ξεφορτώσω.

Τα μάτια μου καρφώθηκαν στο φανταστικό μπούστο της, όταν επέστρεψε, μούσκεμα στον ιδρώτα και κάθισε δίπλα μου. Οι σταγόνες του ιδρώτα της έτρεχαν ανάμεσα στα στήθια της, ενώ όπως είχα διαπιστώσει και το πρωί, καθώς έσκυψε προς το μέρος μου για να βάλει νερό, δεν φορούσε ούτε τώρα σουτιέν και τα στήθια της αποκαλύφθηκαν ελεύθερα μπρος στα μάτια μου.

-    «Καλά, έχεις χάσει κάθε ίχνος ντροπής; Πως καρφώνεσαι έτσι; Θα έρθει αργότερα η ώρα που θα τα ευχαριστηθείς. Προς το παρόν, ακολούθα με λίγο στην τουαλέτα...»

Συνεχώς σ’ αυτή τη σχέση, αν θα μπορούσε κανείς να την πει έτσι, θα έλεγα ότι αυτό που γινόταν ήταν κάτι όπως το ψάρεμα. Η Κλαίρη, μου πετούσε ένα κίνητρο, ένα δόλωμα και στη συνέχεια εγώ ψαχνόμουν σα χαμένος να δω αν ζω σ’ ένα όνειρο, ή αν ήταν αλήθεια αυτό που συνέβαινε.

Στην τουαλέτα των γυναικών βρεθήκαμε ανάμεσα σε άλλες γυναίκες που περιποιόντουσαν τον εαυτό τους. Καθώς με τράβηξε μέσα η Κλαίρη, κάποιες παραξενεύτηκαν κι έφυγαν, ενώ άλλες έμειναν σα να μην συμβαίνει τίποτα. Η Κλαίρη λες και ήταν ότι πιο φυσιολογικό, στηρίχτηκε με τον πισινό της σ’ ένα μαρμάρινο νεροχύτη, άνοιξε τα πόδια της στη διάσταση και αφού τράβηξε προς τα πάνω το φόρεμά της είδα πως δε φορούσε ούτε κιλότα. Μετά, είπε με φωνή που δεν σήκωνε αντιρρήσεις:

-    «Γονάτισε ακριβώς μπροστά μου. Μην αγγίξεις τίποτα! Τα χέρια σου πίσω απ’ την πλάτη και μείνε ακίνητος με το στόμα ανοιχτό».

Το καυτό της κάτουρο έτρεξε κατευθείαν στο στόμα μου. Ήταν κίτρινο, πίδακας από αμμωνία που όσο κι αν είναι κάποιος λάτρης αυτών των προτιμήσεων, όταν δεν είναι προετοιμασμένος, αιφνιδιάζεται, όπως και να το κάνουμε. Ένιωσα τον πούτσο μου να είναι ξανά κάγκελο, να διαμαρτύρεται γι’ αυτό το μαρτύριο, να θέλει να μπει μέσα σ’ αυτό το ξυρισμένο μουνί της που μόλις με είχε κατουρήσει τόσο ξεδιάντροπα! Τα ρούχα μου έγιναν μούσκεμα απ’ το κάτουρό της, ενώ εγώ σαν μαγεμένος πάλι, περίμενα εντολή της για να σηκωθώ. Δεν τόλμησα να γυρίσω να δω τι έκαναν οι άλλες γυναίκες που ήταν γύρω μου στην τουαλέτα. Ήταν σαν να μην υπήρχε κόσμος για μένα. Όλος ο κόσμος μου εκείνη τη στιγμή, ήταν η Κλαίρη και ο εξευτελισμός που μου έκανε μπροστά στις άλλες γυναίκες.

-    «Εγώ πάω μέσα. Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα κι έλα κι εσύ» μου είπε επιτακτικά και χάθηκε, αφήνοντάς με εκεί γονατιστό στο πάτωμα της τουαλέτας.

Η ώρα ήταν τέσσερις το πρωί όταν πλήρωσα το λογαριασμό, όπως διέταξε η Κλαίρη και με το αυτοκίνητό μου τους πήγα στη μονοκατοικία του Θανάση στα περίχωρα, όπου έμεναν. Σαν υπνωτισμένος πάντα, τους ακολούθησα μέσα στο σπίτι. Σ’ όλη τη διαδρομή όπως γινόταν και όσο μείναμε στο club, η Κλαίρη έλεγε του κόσμου τις προσβλητικές εκφράσεις για μένα, γελούσαν κοροϊδευτικά μαζί με τον Θανάση για το ρόλο που είχα αρχίσει να παίζω στη σχέση τους και σχεδίαζαν πολλά πράγματα για μένα. Μπαίνοντας στο σαλόνι τους, ο Θανάσης μου είπε:

-    «Για μια ακόμα φορά Ηλία, αν δεν θέλεις αυτό που γίνεται, φύγε τώρα. Να ξέρεις ότι τα πράγματα θα χειροτερέψουν για σένα...».

Η Κλαίρη, σα να διάβαζε τη σκέψη μου, είπε:

-    «Αχ βρε Θανάση μου, μη μου τα χαλάς τώρα... Σου είπα ότι όπως τον έκοψα, είναι ο τέλειος τύπος σκλάβας, υποχειρίου που ψάχναμε. Δεν τον βλέπεις που του έχει κοπεί η λαλιά; Δεν το βλέπεις που είναι ταγμένος στην απόλυτη διάθεσή μου;»

Την είχε ανάσκελα τώρα πάνω στο κρεβάτι και τη γαμούσε δυνατά. Τους παρακολουθούσα αμίλητος εδώ και μια ώρα που αρχίσανε τα προκαταρκτικά, όπως ήταν η επιθυμία της.

-    «Θα είσαι παρών σ’ ό,τι γίνεται ανάμεσα σε μένα και τον Θανάση. Θα παρευρίσκεσαι στα πάντα, όμως ούτε θ’ αγγίξεις, ούτε θα μιλάς, θέλω να είσαι αόρατος, ένα τίποτα. Θα σου λέω εγώ τι θα κάνεις. Εγώ κι ο Θανάσης. Ό,τι σου λέω εγώ κι ο Θανάσης, θα είναι διαταγή για σένα, θα το εκτελείς χωρίς αντίρρηση, άμεσα. Είμαι κατανοητή;»

Αυτή ήταν η επιθυμία της και αυτό έκανα. Τα κορμιά τους ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Ένας ερωτικός χορός, μια εναλλαγή όλων των στάσεων. Τα βογκητά της Κλαίρης αντηχούσαν συνέχεια στ’ αυτιά μου. Πολλές φορές τα μάτια των τριών μας διασταυρωνόταν. Ιδίως η Κλαίρη, φρόντιζε να έχει καρφωμένα τα μάτια της στα δικά μου. Δεν άντεχα. Αναρωτιόμουν συνεχώς γιατί δεν έφευγα, ή γιατί δεν έπεφτα πάνω της να την πάρω κι εγώ. Την ήθελα τόσο πολύ! Αυτό της το θολό βλέμμα, ο ιδρώτας της που έσταζε πάνω στο σεντόνι καθώς την είχε νωρίτερα στα τέσσερα και την έπαιρνε από πίσω, τα μακριά μαλλιά της που σε κάθε του κίνηση κυμάτιζαν μπρος πίσω, κρύβοντας και αποκαλύπτοντας το πρόσωπό της, όλα αυτά με τρέλαιναν.

-    «Μωρό μου φτάνω... μγκχχχ...» ακούστηκε βραχνή η φωνή του Θανάση.

Την κράτησε σφιχτά απ’ τους γοφούς, γονατιστός όπως την είχε μπροστά του, με μια απότομη κίνηση της τον έχωσε βαθιά μέσα της και κρατήθηκε σ’ αυτή την στάση για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά, έπεσε στο πλάι της ξέπνοος. Η Κλαίρη μου έκανε ένα νόημα με τα μάτια της. Δεν χρειαζόταν να μιλήσει. Κατάλαβα αμέσως τι ήθελε. Κειτόταν εκεί, όπως την είχε αφήσει, ανάσκελα, απλά είχε ανοίξει ακόμα περισσότερο τα πόδια της...

-    «Το μόνο που σου επιτρέπεται, είναι ν’ αγκαλιάσεις σφιχτά τα μπούτια μου με τα μπράτσα σου» είπε.

Η επαφή με το δέρμα των γοφών της, ήταν το πρώτο ερέθισμα. Ήταν η πρώτη φορά που άγγιζα τη σφιχτή της σάρκα. Μου έφτανε αυτό. Χρειάστηκε προσπάθεια να μην τρίβω τον πούτσο μου στο σεντόνι, καθώς ξάπλωνα μπρούμυτα ανάμεσα στα μπούτια της. Δεν ήθελα να χύσω έτσι, μόνος μου σαν να τραβάω μαλακία. Ήθελα να τη γαμήσω, ήθελα να την πάρω και να την ευχαριστηθώ, όταν θα ήταν ώρα, όταν θα μου το επέτρεπε. Όταν το πρόσωπό μου έφτασε μερικά εκατοστά απ’ το μουνί της, η μυρωδιά του ιδρώτα τους και των χυσιών του Θανάση, πλημμύρισε τα ρουθούνια μου. Μπορούσα να διακρίνω στο μισοσκόταδο τα λευκά υγρά που έτρεχαν απ’ το μουνί της. Ένιωθα ότι θα γευόμουν νέκταρ. Το μουνί της ήταν μισάνοιχτο, σημάδι του πόσο ξαναμμένη ήταν.

Βύθισα αργά τη γλώσσα μου μέσα της, άρχισα να την ανεβοκατεβάζω αργά περιφέροντάς την σ’ όλη την περιοχή, ενώ τα λευκά υγρά πλημμύριζαν το στόμα μου και σχεδόν όλο μου το πρόσωπο. Τα ερεθίσματα ερχόντουσαν το ένα μετά το άλλο. Η γεύση των ξινών ανάμικτων υγρών, έγινε ένα με το άκουσμα των νέων της βογκητών καθώς την έγλυφα ρυθμικά. Κάποια στιγμή, ένιωσα τον Θανάση ν’ ανασηκώνεται δίπλα μου.

-    «Γύρνα λίγο προς τα δω..» τον άκουσα να λέει.

Μ’ έφτυσε καταπρόσωπο μόλις ήρθαμε αντικριστά. Το φτύμα του έτρεχε αργά απ’ το μέτωπό μου, ανάμεσα στα φρύδια μου, όταν άκουσα τη γλυκιά φωνή της Κλαίρης να λέει:

-    «Μην το κάνεις αυτό μαλάκα. Συνέχισε το γλύψιμο, μη σε πάρει και σε σηκώσει!»

Γύρισα κι έχωσα ξανά το πρόσωπό μου ανάμεσα στα μπούτια της. Την έγλυφα με πάθος, στην άκρη της γλώσσας μου ένιωθα τους μικρούς σπασμούς που κάνουν τα μουνόχειλα όταν πλησιάζει στην κορύφωση κι έδινα τον καλύτερο εαυτό μου για να της προσφέρω την ηδονή. Ο πούτσος μου ήταν έτοιμος να εκραγεί. Λες και κατάλαβε τι μου συνέβαινε, την άκουσα να παραληρεί:

-    «Πρόσεξε πούστη, μην τολμήσεις και χύσεις, γιατί θα το μετανιώσεις... Γλύφε, γλύφε... μμμγκνννν...»

Μ’ έσφιξε βίαια με τα μπούτια της. Ο οργασμός της ήταν φοβερός. Μου κόπηκε η αναπνοή καθώς το μόνο που έμπαινε στο στόμα μου, ήταν υγρά που ναι, μύριζαν απαίσια, όμως εκείνη τη στιγμή μου φαινόταν ότι ήταν ότι πιο γευστικό, ότι πιο φανταστικό είχα δοκιμάσει ποτέ μου. Βογκούσε απ’ την ηδονή που της πρόσφερα εγώ!

Στο μυαλό μου οι σκέψεις περνούσαν μ’ αλλεπάλληλα συναισθήματα. Ντρεπόμουν τόσο πολύ για την κατάντια μου, να γλύφω τα χύσια ενός άλλου άντρα, που μόλις είχε γαμήσει μια γυναίκα που αν και μόλις πριν ούτε ένα εικοσιτετράωρο είχα γνωρίσει, όμως σχεδόν ήμουν ερωτευμένος μαζί της! Ναι, η Κλαίρη με είχε μαγέψει, θα μπορούσα να κάνω οτιδήποτε μου ζητήσει. Την ήθελα πάρα πολύ. Την ήθελα μ’ έναν τρόπο που με τρέλαινε. Πως γίνεται να γίνεσαι απόλυτα υποχείριο μιας γυναίκας που έχει τα μισά σου χρόνια; Πως γίνεται να έχει τόση εξουσία πάνω σου μια γυναίκα, σε σημείο που ν’ αποδέχεσαι να σου κάνει ό,τι του αρέσει ένας άλλος άντρας που την πηδάει μπροστά σου; Κι ακόμα δεν είχα δει τίποτα απ’ ότι με περίμενε...

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")