Τζούλια και Σύλβια με... εκπλήξεις

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ένας άντρας όταν γυρίζει σπίτι, περιμένει πάντα το ίδιο πράγμα κάθε μέρα. Κάθε μέρα των τριών χρόνων του γάμου του. Όχι ότι δεν περνούσε καλά. Αλλά κάποιες φορές η συνήθεια προκαλεί βαρεμάρα.

Η γυναίκα του Αλέξη ήταν και πολύ καλή στο κρεβάτι αλλά και πολύ καλός άνθρωπος. Πολλές φορές της είχε εκμυστηρευτεί τις επιθυμίες και τις φαντασιώσεις του αλλά καμιά από αυτές δεν είχε ως τώρα υλοποιηθεί. Έφτασε σπίτι και άνοιξε την πόρτα. Δεν μύριζε τίποτα. Είχε συνηθίσει με το που έμπαινε να του χαϊδεύει τη μύτη η μυρωδιά του ζεστού φαγητού! «Περίεργο…», σκέφτηκε. «Ίσως να άργησε στη δουλειά». Πήγε προς το δωμάτιο κι αντίκρισε ένα θέαμα υπέροχο. Σαν να βρισκόταν σε άλλο σπίτι. Τα γαλάζια του μάτια εξερευνούσαν όλο το δωμάτιο με θαυμασμό. Μαύρες βαριές κουρτίνες στα παράθυρα και κυλινδρικά κεριά πάνω στα ράφια που φώτιζαν μαζί με τις φλόγες του νυχτερινού ουρανού. Έσταζαν τα κεριά και το γλυκό τους άρωμα μεθούσε τις αισθήσεις.

Άνοιξε τα χείλη του όμως δεν υπήρχαν λέξεις γι' αυτή τη μαγική στιγμή. Μονάχα ένας βαθύς αναστεναγμός μόλις την είδε. Η σκοτεινή του θεά. Τα γόνατα του άρχισαν να τρέμουν. Η Σύλβια άγγιξε τα χείλη του κι εκείνος απλά την κοιτούσε. Τα μαύρα, μακριά μαλλιά της ήταν πιασμένα σε μια απλή αλογοουρά. Τα μάτια της ήταν υπέροχα. Η μαύρη γραμμή του αϊλάινερ τα έκαναν ακόμη πιο σκοτεινά και μυστηριώδη. Προχώρησε το βλέμμα του προς τα κάτω. Το λαιμό της στόλιζε ένα βελούδινο περιλαίμιο. Με ένα βλέμμα γεμάτο δισταγμό κοίταξε το στητό της στήθος που ορθωνόταν μέσα από το εφαρμοστό κορμάκι που φορούσε.
Με αργό ρυθμό κατέβασε τα μάτια του στους γλουτούς της. Ένα μαύρο εσώρουχο αγκάλιαζε το κωλαράκι της. Και μόνο σ' αυτό το θέαμα ο Αλέξης είχε καυλώσει. Είχε μπροστά του ένα πλάσμα που ξεπερνούσε και την πιο τρελή του φαντασίωση. Κάτι κρατούσε στο χέρι της. Κάτι μαύρο. Αναστέναξε και κοίταξε ακόμη πιο χαμηλά. Θεέ μου! Τα πόδια της. Φορούσε τις ψηλοτάκουνες, δερμάτινες μπότες που της είχε πει ότι του άρεσαν πριν πολύ καιρό. Του χαμογέλασε. Δεν τον κρατούσαν πια τα πόδια του. Γονάτισε. Και τότε εμφανίστηκε εκείνη.

Τα μαλλιά της κατακόκκινα. Όπως το φρέσκο αίμα που κυλάει από μια φρέσκια πληγή που αιμορραγεί. Τα χείλη της κι αυτά βαμμένα με σκούρο κόκκινο κραγιόν. Λαμπερά, πράσινα μάτια που πετούσαν σπίθες. Εξαίσιο δέρμα. Τα μαλλιά της ήταν χυμένα στο στήθος της και στο βελούδινο κόκκινο σουτιέν της. Έμοιαζε με έναν σκοτεινό άγγελο. Το εσώρουχο που φορούσε ήταν ανοιχτό από κάτω κι έτσι μπορούσε στα κλεφτά να δει το μουνί της. Φορούσε διχτυωτό καλσόν και μπότες. Μαύρες, δερμάτινες μπότες με κορδόνια μου αγκάλιαζαν τα πόδια της μέχρι τα μπούτια. Στο χέρι της κρατούσε ένα λουρί.

Η σκοτεινή του θεά τον πλησίασε και έμπλεξε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Όταν πια ήταν δίπλα του, ο Αλέξης σήκωσε αργά το κεφάλι του για να μυρίσει το γλυκό άρωμά της κι εκείνη του έριξε ένα χαστούκι στον κώλο.

-    "Λοιπόν Αλέξη... Ξέρω πως έχεις μιλήσει αρκετές φορές για πράγματα που θες να ζήσεις και υπέθεσα πως αφού σήμερα έχεις τα γενέθλιά σου να μπορούσε να γίνει κάτι... σπέσιαλ."

Τα γενέθλιά του! Τα είχε ξεχάσει εντελώς. Αλήθεια, πόσο χρονών γινόταν; Η σκέψη του ξέφυγε για λίγο μέχρι τη στιγμή που είδε τα χέρια της να πλησιάζουν το λαιμό του. Τι; Κολάρο; Την κοίταξε.

-    "Τζούλια, τι νομίζεις ότι είσαι..;"

Η άλλη γυναίκα τον χτύπησε δυνατά στον κώλο με το μαστίγιο.

-    "Δεν είναι η Τζούλια. Είναι η βασίλισσά σου. Είναι η αφέντρα σου και θα κάνεις ότι σε διατάξει!"

Το κολάρο ήταν κιόλας γύρω από το λαιμό του. Κοιτούσε τη γυναίκα του σαν να μην την είχε ξαναδεί ποτέ.

-    "Λοιπόν σκλάβε, θα με αποκαλείς αφέντρα Τζούλια. Κι αυτή η όμορφη γυναίκα είναι η αφέντρα Σύλβια. Κατάλαβες;"

Ο Αλέξης έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι του.

-    "Τι;"

Το μαστίγιο ξαναχτύπησε δυνατά τους γλουτούς του. Ούρλιαξε και κατεβάζοντας το κεφάλι είπε:

-    "Μάλιστα αφέντρα Τζούλια και αφέντρα Σύλβια. Είμαι ο πρόθυμος σκλάβος σας."

Η Τζούλια κούνησε το κεφάλι της και είπε επιτακτικά:

-    "Φόρεσέ του το λουρί."

Η αφέντρα Σύλβια του πέρασε το λουρί στο κολάρο του και το έκανε βόλτα μέσα στο δωμάτιο. Γύριζε το κεφάλι της να δει το σκυλάκι της και τραβούσε το λουρί δυνατά.

-    "Μόνο στα τέσσερα θα με ακολουθείς."

Τι μπορούσε να κάνει; Τίποτα πέρα από όσα του ζητούσαν. Ένιωθε σαν να ήταν η τυχερή του μέρα. Έμεινε στα τέσσερα και την ακολουθούσε υποτακτικά με χαμηλωμένο το κεφάλι.

Το δωμάτιο.. Τα πάντα γύρω είχαν αλλάξει. Το κρεβάτι ήταν όλο τυλιγμένο και σκεπασμένο με μαύρη δαντέλα. Ύστερα τα μάτια του στάθηκαν στα κεριά. Ήταν τόσα πολλά. όπως σήκωσε το κεφάλι του είδε πράγματα πάνω στο κρεβάτι. Έγειρε το κεφάλι του προσπαθώντας να καταλάβει τι έβλεπε. Η φωνή όμως της αφέντρας Σύλβια τον επανέφερε.

-    "Σου είπε κανείς να σηκώσεις το κεφάλι σου;"

Αμέσως το κεφάλι του χαμήλωσε ξανά.

-    "Όχι αφέντρα Σύλβια."

Άκουγε τα βήματα της σκοτεινής θεάς του μέσα στο δωμάτιο. Τακ τακ τακ τακ... Πόσο θα' θελε να γλύψει αυτές τις μπότες. Ο ήχος σταμάτησε μπροστά του. Δεν τολμούσε ακόμα να την κοιτάξει. Έβλεπε μόνο τις μπότες της. Τα δάχτυλά της άγγιξαν το σαγόνι του κι έσπρωξαν το κεφάλι του προς τα πάνω. Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της. Υπήρχε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της. Ένα χαμόγελο που δεν είχε ξαναδεί. Και τότε σκέφτηκε πως ήξερε τόσο καλά αυτή τη γυναίκα. Κι όμως τον είχε εκπλήξει τόσο. Εκείνη τη στιγμή όμως του μίλησε και το χαμόγελο χάθηκε ξανά.

Το μαστίγιο τον χτυπούσε ξανά μόλις εκείνος έγνεψε.

-    "Με άκουσες σκλάβε;"

Δυστυχώς έπρεπε να ξανακουνήσει το κεφάλι του.

-    "Σου είπα να σηκωθείς πάνω και να γδυθείς."

Αμέσως σηκώθηκε πάνω και έβγαλε τη ζώνη και το παντελόνι του. Τράβηξε το μποξεράκι του και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Τώρα τα χέρια του ξεκούμπωναν το πουκάμισο. Κι αυτό πεσμένο στο πάτωμα. Ένιωσε τα δάχτυλα της στον καυλωμένο του πούτσο. Του δάγκωσε τα χείλη και του ψιθύρισε στο αφτί:


-    "Κοίταξέ με!"

-    "Όχι..."

Το ήθελε πάρα πολύ αλλά αμέσως ένιωσε ξανά ένα δυνατό χτύπημα από τη Σύλβια. Τον τράβηξε από το λουρί και τον έριξε πίσω. Τώρα τον απόλυτο έλεγχο τον είχε η Τζούλια. Η σκοτεινή του θεά. Με αυτές τις μπότες ήταν πιο ψηλή από αυτόν. Τον έκανε να τρέμει. Το χέρι της έσφιγγε με δύναμη το καυλί του. Όσο κι αν πονούσε η ηδονή ήταν απίστευτη. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του. Τράβηξε τον πούτσο του για να τον φέρει πιο κοντά της. Τα βελούδινα, κόκκινα χείλη της ήταν τόσο κοντά στο πρόσωπό του, όταν του ψιθύρισε:

-    "Ότι θέλεις, είναι εδώ, σκλάβε. Αλλά γλυκέ μου…. ο πούτσος σου θα σπάσει από την καύλα!"

Κούνησε το κεφάλι του κι εκείνη τον έσφιξε ακόμη περισσότερο. Παίζοντας δυνατά με το πουτσοκέφαλο του.

-    "Θα μου υποκλίνεσαι. Από δω και πέρα θα είσαι ο σκλάβος μου Αλέξη!"

Έγνεψε καταφατικά λέγοντας:

-    "Ναι"

Εκείνη του δάγκωσε δυνατά το αφτί και είπε:

-    "Τι ναι;"

Βόγκηξε δυνατά και απάντησε:

-    "Μάλιστα αφέντρα Τζούλια..."

Του χαμογέλασε και τον άφησε. Πέταξε πάνω στο στήθος του ένα δερμάτινο σετ.

-    "Φόρεσέ τα!"

Η βραδιά μόλις είχε αρχίσει…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")