Το πάρτι με τους φίλους του μπαμπά

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

«Μπορεί να με αναγκάζεις να πάω, δε θα με αναγκάσεις να βάλω και ότι θέλεις!» Η πόρτα πίσω μου έκλεισε με ένα κρότο και έκατσα να βαφτώ με τα νεύρα τσίτα.

Ήταν δυνατόν; Σαββάτο βράδυ και εγώ αντί να βγω να διασκεδάσω με την παρέα μου, να παίξω και με κανέναν, να χαλαρώσω από τη δύσκολη βδομάδα μου, έπρεπε να συνοδεύσω τον πατέρα μου στο πάρτι του αφεντικού του; Ουφ! Αδικία!

Πάντως είχα την ευκαιρία μου να τους σπάσω τα νεύρα! Η μάνα μου με είχε ήδη στείλει να αλλάξω το ελάχιστο μαύρο φορεματάκι που φορούσα, ενώ ο πατέρας μου σίγουρα θα ούρλιαζε όταν το έβλεπε! Ε, αφού δε θα διασκέδαζα εγώ, τουλάχιστον ας διασκέδαζαν οι υφιστάμενοι του, σχολιάζοντας τα ρούχα της κόρης του.

Ο πατέρας μου καθυστέρησε τελικά να γυρίσει στο σπίτι, ετοιμάστηκε βιαστικά και μου έριξε μόνο ένα αυστηρό βλέμμα όταν εμφανίστηκα μπροστά του.

Το πάρτι ήταν όπως το περίμενα. Μέσος όρος ηλικίας τα 80 και η μουσική είχε ταξιδέψει μερικούς αιώνες για να είναι μαζί μας απόψε! Γρήγορα βαρέθηκα μέχρι θανάτου να πίνω διακριτικά κρασί (δεν ήθελα να προκαλέσω άλλο, είχε ήδη μετανιώσει το φουστανάκι που συγκέντρωνε περισσότερα βλέμματα και ψιθύρους από την αποτυχημένη πλαστική της συζύγου του αφεντικού) και άρχισα να εξερευνώ τους χώρους του -ομολογουμένως- υπέροχου και τεράστιου σπιτιού.

Άνοιγα ένα-ένα τα δωμάτια. Το τιραντάκι του φουστανιού μου επέμενε να γλιστράει από τον αριστερό μου ώμο ως το μπράτσο κάτι που με έκανε να σκεφτώ ότι μάλλον με τιμωρεί ο Θεός για την ενδυματολογική επιλογή μου, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Η τρίτη (ή μήπως η τέταρτη) πόρτα που προσπάθησα να ανοίξω ήταν κλειδωμένη και από μέσα ακουγόταν πνιχτοί ήχοι και βαριές ανάσες. Ένιωσα τις ρώγες μου να σκληραίνουν όταν η φωνή από μέσα ακούστηκε σχεδόν καθαρά:

-    «Θα σε γαμήσω σα σκύλα, όπως σου αξίζει!»

Κόλλησα το αυτί μου στην πόρτα και συντόνισα την ανάσα μου στις βαριές λαχανιασμένες ανάσες που άκουγα. Έμεινα εκεί μερικά λεπτά, αρκετά για να νιώσω το μουνάκι μου να πρήζεται και να ζητάει την προσοχή μου. Φοβήθηκα να κάτσω να ακούσω περισσότερα, καθώς θα ήμουν ορατή από την κεντρική είσοδο σε περίπτωση που κάποιος έμπαινε μέσα. Όμως το μουνάκι μου που είχε αρχίσει να βρέχεται, ζητούσε κι άλλο. Ανέβηκα τρέχοντας σχεδόν τα σκαλιά, με την ελπίδα ότι κάποιος θα πηδιόταν στο δεύτερο όροφο, δίνοντας μου την ευκαιρία να κρυφτώ και να ακούσω περισσότερα.

Άρχισα να δοκιμάζω τις πόρτες, ενώ σκέψεις για ιδρωμένα συμπλέγματα από κορμιά με καύλωναν ακόμα περισσότερο. Τα μάγουλά μου έκαιγαν και προσπαθούσα με κόπο να κρατήσω την ανάσα μου σταθερή. Το τελευταίο που ήθελα ήταν να πέσω πάνω σε κάποιο γνωστό και να τον αφήσω να με δει σ’ αυτή την κατάσταση!

Στο βάθος του διαδρόμου ένα δωμάτιο τράβηξε την προσοχή μου, καθώς φαινόταν φως να περνά κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας. Το ζαλισμένο μου μυαλό άρχισε να δημιουργεί πάλι εικόνες από το πιθανό όργιο που ήλπιζα να γίνεται εκεί μέσα. Πίεσα το πόμολο γεμάτη ελπίδα ότι θα η πόρτα δε θα άνοιγε, ενώ στα αυτιά μου έφταναν ανδρικές φωνές. Όμως δεν ήταν κλειδωμένα!

Η πόρτα άνοιξε απότομα και εγώ βρέθηκα, με τη φόρα που είχα πάρει, δύο-τρία βήματα μέσα στο δωμάτιο. Μπροστά μου, στον καναπέ καθόταν δυο φίλοι του πατέρα μου που τους ήξερα από παιδί και ο τρίτος ήταν δίπλα στην πόρτα, στο μπαρ. Περιττό να πω ότι η μαλακισμένη η τιράντα είχε πάλι πέσει, αποκαλύπτοντας αρκετό από το αριστερό βυζί μου. Τη μάζεψα αμήχανα, σχεδόν χωρίς να το σκεφτώ, αφού το μυαλό μου είχε κολλήσει και προσπαθούσα απεγνωσμένα να σκεφτώ μια δικαιολογία για το πως είχα βρεθεί εκεί. Μου είχε μπει στο μυαλό ότι μπορούσαν να μυρίσουν την καύλα μου, ίσως γιατί ο ένας από αυτούς, ο Τάσος με κοιτούσε με ένα περίεργο βλέμμα από το μπαρ του δωματίου. Μετά από τα πρώτα αμήχανα δευτερόλεπτα, ο Τάσος που σέρβιρε ουίσκι σε τρία μεγάλα ποτήρια, πέρασε πίσω μου και έκλεισε την πόρτα.

-    «Πέρνα Κατερινάκι να κάνεις λίγη παρέα στους γέρους…» μου είπε χαμογελαστά με την τόσο γνώριμη φωνή του. «Ποτάκι θέλεις;» συνέχισε, ενώ εγώ βολευόμουν ανάμεσα στον Μήτσο και τον Τάκη.

-    «Ευχαριστώ κύριε Τάσο, αλλά έχω ήδη πιει λίγο κρασάκι, καλύτερα να μην πιω άλλο».

-    «Ένα θα πιεις μονάχα, να κάνεις το χατίρι του θείου σου».

Όταν ήμουν μικρή τους έλεγα και τους τρεις θείους και εκείνοι γελούσαν. Έτσι κι απόψε, όταν είπα: «εντάξει θείε», μου χαμογέλασαν ζεστά.

Όπως άπλωσα το χέρι να πάρω το ποτό, το φουστάνι έκανε πάλι τη ζημιά του. Η τιράντα ξανάπεσε, και αυτή τη φορά, αποκάλυψε μια σκούρα καυλωμένη ρώγα. Ο θείος Μήτσος όμως μου είχε πιάσει ήδη την κουβέντα και δεν κοίταξε το στήθος μου ούτε για μια στιγμή, έτσι δεν το συνειδητοποίησα. Με ρωτούσε για τα νέα μου από το πανεπιστήμιο και θαύμαζε πόσο έχω μεγαλώσει με το ζεστό του χέρι απλωμένο στο μπούτι μου. Από δίπλα ο Τάκης πέρασε το χέρι του από τον ώμο μου και μου ανέβασε αργά την τιράντα. Το ντεκολτέ μου κόλλησε στη σκληρή μου ρώγα που προεξείχε και εκείνος πέρασε με το άλλο του χέρι από την εσωτερική μεριά του υφάσματος για να βοηθήσει στο ανέβασμα. Η ανάστροφη της παλάμης του μου χάιδεψε αργά πρώτα το βυζί και ύστερα ρώγα για δευτερόλεπτα, στέλνοντας ένα κύμα ζεστασιάς κατευθείαν στο πεινασμένο μου μουνάκι.

-    «Έχεις υπέροχο δέρμα μικρούλα…» μου ψιθύρισε σχεδόν, τόσο κοντά στο αυτί που όλες οι τριχούλες μου σηκώθηκαν με μιας.

-    «Θ.. θ… θ… θείε…», ψέλλιζα μάλλον σιγανά, ενώ τους κοίταζα και τους τρεις.

-    «Ποιον ντρέπεσαι μωρό μου; Εμείς σε μεγαλώσαμε. Θα ντρεπόσουνα αν ο μπαμπάκας σε χάιδευε έτσι;», είπε ο Μήτσος και άρχισε να ανεβάζει το χέρι του προς το μουνάκι μου, μαλάσσοντας δυνατά το μπούτι μου.

-    «Δε… δεε…..» Δεν μπορούσα να απαντήσω.

Ξαφνικά κατάλαβα ότι το τόσο ζωηρό μυαλό μου έφτιαχνε τώρα εικόνες με τους τρεις θείους να με ξεσκίζουν δυνατά από παντού, με όλους τους τρόπους, να με πονάνε, να με κάνουν να ουρλιάζω, να χύνω και να αρχίζουν ξανά σε ένα ατελείωτο απολαυστικό γαμήσι. Μα δεν ήταν δυνατόν! Δεν ήταν δυνατόν να σκέφτομαι έτσι!

-    «Η μικρούλα μας δεν ντρέπεται… Καυλώνει! Το βρακάκι της είναι μούσκεμα!», είπε θριαμβευτικά ο θείος Μήτσος που είχε ήδη φτάσει να πιέζει την πρησμένη μου κλειτορίδα με τον αντίχειρά του, χωρίς καλά – καλά να το καταλάβω.

-    «Μη, μη, σας παρακαλώ…» κατάφερα τελικά μα αρθρώσω μια ολόκληρη πρόταση.

Είχα τρία αχόρταγα και έμπειρα χέρια να εξερευνούν το κορμί μου και η απαγόρευση μεγάλωνε την καύλα μου ακόμα περισσότερο. Δεν είχα ακόμα προσέξει ότι ο Τάσος δεν αντιδρούσε. Καθόταν και έπινε το ποτό του αργά, κοιτάζοντας το θέαμα. Τότε μόνο σηκώθηκε, στάθηκε μπροστά μου και ήρθε τόσο κοντά που σχεδόν άγγιξε το πρόσωπο μου με τον πούτσο του.

-    «Μπορείς να φύγεις αν θέλεις μικρούλα. Μπορείς και να μας ζητήσεις να σταματήσουμε..»

Το είπε πολύ γλυκά, και άπλωσε το χέρι του, στα μαλλιά μου σε ένα υπέροχο χάδι. Ο Τάκης είχε πια τελείως κατεβάσει τις τιράντες του φουστανιού μου χούφτωνε τις βυζάρες μου. Άρχισε να με φιλάει στο λαιμό, κατεβαίνοντας αργά. Η γλώσσα του είχε μια υπέροχη αίσθηση πάνω στο δέρμα μου, η ανάσα του όσο πλησίαζε τις ρώγες μου έστελνε κύματα ηδονής σε όλο μου το κορμί. Με βασάνισε για λίγο, γλύφοντας διεξοδικά κάθε πόντο των βυζιών μου και αφήνοντας τις ρώγες μου τελευταίες. Τις ένιωθα να καίγονται και σκληραίνουν τόσο που πονούσαν ζητώντας λίγη ανακούφιση. Όταν τα χείλια του και τα δόντια του σφίχτηκαν πάνω στη μία, ο Μήτσος ταυτόχρονα έχωνε τον αντίχειρα του στην καυτή μου τρυπούλα και εγώ δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ.

-    «Ναι, μμμ ναι!» μουρμούρισα τρελαμένη.

-    «Ναι τι Κατερινάκι;» είπε ο Τάσος, σφίγγοντας τα μαλλιά μου με δύναμη.

Νόμιζα εκείνη τη στιγμή ότι θα μπορούσα να νιώσω τον οργασμό ακόμα και στις ρίζες των μαλλιών μου.

-    «Ναι, ναι, θα μείνω να με κάνετε ότι θέλετε! Να με γαμήσετε και οι τρεις!»

Χωρίς να χαλαρώσει το τράβηγμα των μαλλιών μου, με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια. Με κοίταζε και ο ίδιος βαθιά, με ένα βλέμμα αρπακτικού που με ανησύχησε αλλά και με καύλωσε απίστευτα. Χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα δικά μου, άρχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Ο Τάκης είχε τώρα ανοίξει διάπλατα το στόμα του και είχε πάρει και τις δύο μου ρώγες μαζί, πιπιλίζοντας, δαγκώνοντας και ρουφώντας. Έσφιγγε τα βυζιά μου τόσο πολύ που πονούσαν, αλλά λίγο με ένοιαζε εκείνη τη στιγμή. Ο Μήτσος έπαιζε με την τρυπούλα μου, χωρίς να τη γαμάει, σέρνοντας το δάχτυλο από την καυτή σχισμή του στην κλειτορίδα μου και πάλι πίσω. Σταματούσε για μερικά δευτερόλεπτα, για να μου τσιμπήσει την κλειτορίδα και να την τρίψει δυνατά, κάνοντας το μουνί μου πλημμυρίσει. Δεν άντεχα άλλο, ήθελα να γαμηθώ, να ικανοποιήσω την αβάσταχτη καύλα που ένιωθα, αλλά καταλάβαινα ότι αυτό θα αργούσε ακόμα. Ήθελαν να με φτάσουν στα όριά μου και να δουν και αυτοί τα δικά τους.

Πριν προλάβω να το καταλάβω και με μια απότομη κίνηση ο Τάσος μου έχωσε τον χοντρό του πούτσο στο στόμα και άρχισε να με γαμάει, σπρώχνοντας το πουτσοκέφαλό του στα βάθη του λαιμού μου.

-    «Αν είσαι κακό κοριτσάκι ο θείος θα σε πνίξει με το καυλί του. Αν είσαι καλό κοριτσάκι θα σε πνίξει με τα χύσια του!», μου είπε ο Μήτσος γελαστά και πήρε το αυτί μου στο στόμα του.

Έξι χέρια και ένας πούτσος όργωναν το κορμί μου και η νύχτα μόλις είχε αρχίσει. Είχα ζαλιστεί από την καύλα μου και μόνο όταν ο Μήτσος άρχισε να μου δαγκώνει το αυτί και ο Τάκης τις ρώγες κατάλαβα ότι έσφιγγα τις πούτσες τους στα χέρια μου.

-    «Πουτανάκι, ξέρεις να ρουφάς!», μουρμούρισε καυλωμένος και ο Τάσος στέλνοντας άλλη μια φορά τον πούτσο του βαθιά στο λαρύγγι μου. «Θέλω να γαμήσω το μουνάκι σου πριν να χύσω!»

Με τράβηξε πάνω του ενώ οι άλλοι δύο σηκωνόταν από τον καναπέ. Με δυσκολία στεκόμουν στα πόδια μου που τρέμανε. Με έσφιξε πάνω του σε μια πολύ ερωτική σφιχτή αγκαλιά.

-    «Θέλω το μουνάκι σου πρώτος απόψε!»

-    «Είναι δικό σου…»

-    «Ποιο είναι δικό μου;»

Τον κοίταξα στα μάτια:

-    «Το μουνάκι είναι καυλωμένο για τον πούτσο σου. Είναι δικό σου θείε!», του είπα και χαμήλωσα αμέσως το βλέμμα.

Ήταν αστείο αλλά από μικρή είχα μάθει να ντρέπομαι σαν πατέρα αυτό τον άντρα που με κρατούσε στα χέρια του λιωμένη από την καύλα και μέχρι πριν λίγο μου γαμούσε το στόμα. Ο πούτσος του τινάχτηκε πάνω στο μπούτι μου, ίσως γιατί κι αυτός δεν περίμενε ότι θα μιλούσα έτσι και ο Τάσος με τράβηξε μαζί του στον καναπέ. Ξάπλωσε πρώτος και με τράβηξε πάνω του. Αν και περίμενα πως και πώς να με βάλει από κάτω, ή ακόμα καλύτερα στα τέσσερα, και να με τρελάνει στον πούτσο, ανέβηκα πάνω του πρόθυμα.

-    «Σκίσε το μουνάκι σου στον πούτσο μου πουτανάκι!», με διέταξε σχεδόν.

Όταν ανέβηκα πάνω του νόμιζα ότι θα μπορούσα λίγο και εγώ να του κάνω κόλπα και πήγα να κάτσω αργά πάνω στο πρησμένο του πουτσοκέφαλο. Με τράβηξε απότομα και με κάρφωσε στο καυλί του, έσφιξε τους μηρούς μου και με ανέβασε ξανά, αργά.

-    «Είπα θέλω να σε δω να σκίζεις το μουνί σου!»

Με κάρφωσε και πάλι με δύναμη. Άρχισε να με ανεβοκατεβάζει γρήγορα, αλλά με την ίδια δύναμη. Με τράβηξε από τα μαλλιά και πάλι και έφερε το πρόσωπο μου να αγγίξει το δικό του.

-    «Να με κοιτάς όταν γαμάω το γλυκό σου το μουνάκι!»

Τράβηξε τα χέρια του πιο ψηλά και μου άνοιξε διάπλατα τα κωλομάγουλα. Τώρα κουνούσε με φόρα τους μηρούς του και χωνόταν δυνατά μέσα στην τρυπούλα μου. Ένιωθα τα χύσια μου να στάζουν παντού.

Ο Μήτσος πλησίασε από πίσω μου και άρχισε να παίζει την κωλότρυπά μου με το δάκτυλό του. Η αίσθηση του βρεγμένου δάκτυλου πάνω στη σούφρα μου με καύλωσε ακόμα περισσότερο. Δεν φανταζόμουνα ακόμα αυτό που θα ακολουθούσε. Έχωσε σταθερά το μεσαίου του δάκτυλο στον κώλο μου, κάνοντας με να ουρλιάξω.

-    «Σκάσε πριν μας πάρουν όλοι χαμπάρι!», είπε θυμωμένος ο Τάκης και γέμισε το στόμα μου με τον πούτσο του.

Ρουφούσα σαν τρελή από την καύλα μου και όσο τον άκουγα να βογκάει τόσο τρελαινόμουνα περισσότερο. Ο Τάσος κρατούσε τους μηρούς μου σφιχτά, με είχε κλειδώσει πάνω του και κινούνταν μέσα μου χωρίς να βγάζει τον πούτσο του ούτε εκατοστό. Χάρηκα τα δευτερόλεπτα αυτής χαλάρωσης και ασχολήθηκα περισσότερο με τον Τάκη που με πίπωνε. Είχα ήδη αφιερωθεί να ρουφάω και να γλύφω όταν ο Μήτσος άρχισε να πιέζει τον πούτσο του στον κώλο μου.

Προσπαθούσα μάταια να ξεφύγω από τα χέρια του Τάσου που με κρατούσε σταθερά πάνω του.

-    «Όχι, όχι εκεί! Όχι μαζί!»

Είχα τραβήξει το κεφάλι μου και φώναζα.

-    «Έχεις δουλειά εσύ εδώ μ’ αυτό το στοματάκι…», μου είπε απότομα ο Τάκης και κάρφωσε τον πούτσο του μέχρι το λαιμό μου, την ίδια ώρα που ο Μήτσος κάρφωνε βαθιά στον κώλο μου.

Σταμάτησα τις φωνές μου, αλλά δεν μπορούσαν να σταματήσουν τα βογκητά μου, όταν άρχισαν να κουνιούνται συντονισμένα και οι τρεις μέσα μου. Βογκούσα και ένιωθα πρώτα μία-μία και μετά και τις τρεις μαζί τις τρυπούλες μου να σπαρταράνε και να στάζουν με κάθε εισβολή.

Πολύ γρήγορα άρχισα να βρίσκομαι πέρα από τον πόνο. Όταν ο Μήτσος και ο Τάσος χωνόταν ταυτόχρονα μέσα μου η πλάτη μου δίπλωνε σχεδόν, ενώ την ίδια στιγμή ο Τάκης γαμούσε το λαιμό μου και μου έκοβε την ανάσα. Με τσιμπούσαν, με δάγκωναν και με έσφιγγαν μεγαλώνοντας την καύλα μου συνεχώς.

Οι οργασμοί άρχισαν να χτυπάνε το κορμί μου και το μυαλό μου σε κύματα. Κάθε πόντος του κορμιού μου είχε ερεθιστεί έτσι όπως με είχαν στριμωγμένη ανάμεσα τους οι γαμιάδες μου. Σύντομα ένιωθα πως κάθε συντονισμένη διείσδυση ήταν και ένας ακόμα οργασμός. Έχυνα και χτυπιόμουνα κάνοντας τους και αυτούς να ουρλιάζουν, καθώς οι τρυπούλες μου έσφιγγαν πάνω στους πούτσους τους.

-    «Θέλω να τη χύσω την ξεσκισμένη, δεν αντέχω άλλο!»

-    «Και εγώ!»

-    «Και εγώ!»

Δεν άντεχαν άλλο, όπως δεν άντεχα πια ούτε και εγώ. Έχυνα ασταμάτητα και σπαρταρούσα στα χέρια τους. Άρχισαν να με γαμάνε όλο και πιο γρήγορα και απότομα, ενώ ο συντονισμός τους ήταν πια τέλειος. Νόμιζα πως θα χάσω το μυαλό μου μέσα σε ένα παράδεισο καύλας και ηδονής.

Έχυσαν ταυτόχρονα, βαθιά μέσα στις τρύπες μου που έκαναν ακόμα δυνατές συσπάσεις και στράγγιζαν κάθε ίχνος σπέρματος. Έχυναν και οι τρεις τους ασταμάτητα, μέχρι που ένιωσα χύσια να στάζουν από τον κώλο και το μουνί μου στα μπούτια μου και από το στόμα μου στο λαιμό μου. Ο Τάκης μου γέλασε και άρχισε να με πασαλείβει. Σε δευτερόλεπτα σαν παιδάκια που βρήκαν καινούργιο παιχνίδι, είχαν βγει και οι τρεις από μέσα μου και με πασάλειβαν με τα χύσια τους παντού.

-    «Θα τραβήξεις το φουστανάκι σου σαν καλό κοριτσάκι στη θέση του και θα βγεις πίσω στο πάρτι…»

-    «Μα…»

-    «Άφησέ με να τελειώσω! Θα πας με το μπαμπάκα στο σπίτι χωρίς να πλυθείς. Και αν τα κάνεις αυτά σαν καλό κοριτσάκι, θα έρθουμε να περάσουμε το άλλο σαββατοκύριακο στο εξοχικό σας που μας κάλεσε ο μπαμπάς σου!»

Ήταν δυνατόν να μην το κάνω; Ο πατέρας μου τρελάθηκε όταν με είδε να γυαλίζω παντού από το ξεραμένο σπέρμα και να μυρίζω τόσο έντονα γαμήσι. Νόμιζε ότι γαμήθηκα στα όρθια με κανένα περαστικό μάλλον και με ανάγκασε για τιμωρία το επόμενο σαββατοκύριακο να πάω μαζί του, με τη μαμά και τους τρεις φίλους του στο εξοχικό. Ε, και το υπόλοιπο καλοκαίρι, συνεχώς έβρισκα κάτι να σκαρώσω για να τιμωρηθώ με τον ίδιο τρόπο!

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")