Η Αφέντρα Κάτια

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Αφού εκτελούσα επί πολλές μέρες τις ορέξεις της Αφέντρας μου και ικανοποιούσα καθετί που με διέταζε, πλησίαζε η μέρα να την δω επιτέλους από κοντά.

Περιττό να πω ότι είχα τρομερή αγωνία να την δω από κοντά και πιο πολύ από όλα να τα κάνω όλα τέλεια ούτως ώστε να με κρατήσει για σκλάβα Της και να μην με διώξει.

Είχα μεγάλο άγχος περιμένοντάς Την στο ξενοδοχείο που μου είχε υποδείξει να την περιμένω, και αφού έκλεισα δωμάτιο περίμενα να περάσει η ώρα καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και ετοιμάζοντας το σώμα μου. Είχα ξυριστεί στο πρόσωπο, στα γεννητικά όργανα και πίσω στον κώλο κατόπιν διαταγής Της, όπως μου είχε πει ήθελε οι τσούλες Της να είναι πεντακάθαρες. Είχα λοιπόν μαζί μου ένα κόκκινο στρινγκάκι που το είχα αγοράσει μέρες πριν, ένα ζευγάρι γάντια, ένα κολάρο σκύλου καφέ χρώμα με αλυσίδα που το αγόρασα από ένα pet shop. Έκανα μπάνιο, αρωματίστηκα και περίμενα τηλέφωνό Της.

Τα λεπτά περνούσανε βασανιστικά ώσπου το κινητό μου χτύπησε, ήταν Εκείνη και με ρώτησε σε ποιο δωμάτιο είμαι. Της απάντησα και περίμενα. Μετά από λίγα λεπτά χτύπησε η πόρτα του δωματίου. Τα πόδια μου είχανε κοπεί… άνοιξα και ξεροκατάπια στη Θέα Της! Ήτανε πολύ πιο όμορφη από κοντά! Από την πρώτη στιγμή καταλάβαινες ότι είναι μια Κυρίαρχη Γυναίκα. Είχε ένα ανώτερο αλλά σταθερό ύφος και στιλ, δεν προσποιούταν, δεν έπαιζε ήταν ο εαυτός Της, Αφέντρα. Υποκλίθηκα ταπεινά και παραμέρισα για να περάσει μέσα η Κυρία μαζί με την σκλάβα που την συνόδευε η οποία είχε το κεφάλι χαμηλωμένο. Πέρασε μέσα και κάθισε στην καρέκλα λέγοντας μου να καθίσω απέναντι Της. Μου είχανε κοπεί τα πόδια, είχα κοκκινίσει, ξεροκατάπινα, ήθελα να κάνω τα πάντα για Εκείνη.

Πήρε το πούρο Της και το άναψε… με διέταξε να Της φέρω το τασάκι και να γονατίσω μπροστά Της. Υπάκουσα, Της άναψα το πούρο και κρατούσα το τασάκι γονυπετής μπροστά στα υπέροχα πόδια Της που ήτανε ντυμένα με καλσόν σκούρο μαύρο και μπότες ίδιου χρώματος. Δεν είχα το κουράγιο να κοιτάξω πιο πάνω από το σημείο των αστραγάλων Της. Μου ανασήκωσε το κεφάλι με το χέρι Της να την κοιτάξω. Τόσο Τέλεια, τόσο Ανώτερη μου… Με ρώτησε κάποια πράγματα για εμένα και έδειχνε να το διασκεδάζει με την έκδηλη αμηχανία μου. Θα έφευγε τώρα και θα πήγαινε στο δωμάτιο Της. Πήρα εντολές πριν φύγει.

-    «Μικρή μου τσούλα θα μπεις στο μπάνιο να καθαρίσεις τον κώλο σου όπως σου έμαθα, θα φορέσεις το κόκκινο στρινγκάκι σου στη συνέχεια και θα περιμένεις την επόμενη εντολή μου, έγινα κατανοητή;»

Έφυγε για το δωμάτιό Της με την σκλάβα Της να την ακολουθεί κατά πόδας. Η μυρωδιά από το άρωμα Της και το πούρο που κάπνιζε στο δωμάτιο βρισκότανε παντού πλέον. Μου έλειπε ήδη… ήθελα κάνω τα πάντα για την ικανοποίηση Της. Εγώ βρισκόμουνα εκεί για Αυτήν, εγώ έπρεπε να την διασκεδάσω και να Την ικανοποιήσω. Τα φετίχ που είχα ως τώρα δε μετρούσανε πλέον με την Αφέντρα Κάτια, μόνο τα δικά Της…

H φωνή Της ήταν κοφτή:

-    «Σκλάβε κατέβα στη ρεσεψιόν φέρε το ποτό μου και ανέβα στο δωμάτιο!»

Αμέσως τινάχτηκα σαν ελατήριο. Κατέβηκα και υπάκουσα στις προσταγές Της, πήρα τον δίσκο και ανέβηκα πάνω, χτυπώντας τρεις φορές την πόρτα όπως με είχε διατάξει.  Άνοιξε η άλλη σκλάβα Της με το βλέμμα χαμηλωμένο στο πάτωμα. Προχώρησα με τον δίσκο και το απόθεσα δίπλα Της ταπεινά, η Θεά φορούσε διχτιωτές κάλτσες.

-    «Ξεκίνα να βγάζεις τις κάλτσες μου σκλάβα και αλίμονο σου αν μου τις χαλάσεις, έφυγες!»

Έσκυψα το κεφάλι κάτω με τρεμάμενα χέρια για να μην κάνω λάθος και με διώξει και αργά, αργά τα κατάφερα βγάζοντας τις και κρατώντας τις στα χέρια μου με ευλάβεια.

-    «Προσκύνα τες μικρή μου. Δείξε τη λατρεία σου!», ήταν η διαταγή Της.

Πρόθυμα κατέβασα το κεφάλι ακόμα πιο χαμηλά και φιλούσα με πάθος τις κάλτσες της Κυρίας μου. Πότε μύριζα, πότε τις φιλούσα μέχρι που ικανοποιημένη με διέταξε να τις βάλω λίγο πιο πέρα. Εκτελώντας την διαταγή Της και μόλις τελείωσα, έκανα το λάθος να την κοιτάξω στα μάτια…! Απανωτά χαστούκια έπεσαν προς το μέρος μου υπενθυμίζοντάς μου τη θέση μου απέναντι Της.

-    «Το κεφάλι σου τσουλί θα βλέπει το πάτωμα. Μόνο όταν σου πω εγώ θα το σηκώνεις! Κατάλαβες μικρή μου τσούλα;»

-    «Μάλιστα Κυρία Κάτια…», αποκρίθηκα νιώθοντας τα μάγουλα μου να κοκκινίζουν.

Ήμουν στο έλεος Της και το ήξερε, εκεί που ήθελε Εκείνη να είμαι. Τα γυμνά της πόδια κατέβηκαν και ακούμπησαν στα μπούτια μου έτσι όπως ήμουνα γονατιστός. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα.. τα πήρα στα χέρια μου και ξεκίνησα να τα φιλάω από πάνω παθιασμένα Τα καλοσχηματισμένα δάχτυλά Της. Ανασηκώνοντας λίγο το πόδι Της βρέθηκα κάτω από την πατούσα Της. Έγλυφα σαν σκυλί πλέον πάνω-κάτω. Με την φτέρνα Της μπούκωσε το στόμα μου και εγώ την γυάλιζα. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα απολύτως εκεί κάτω, ένιωθα ιδιοκτησία Της, κτήμα Της… η γλώσσα μου όργωνε κάθε πιθαμή από τα πόδια Της. Ο πούτσος μου κάτω από το κόκκινο στρινγκ ήτανε έτοιμος να εκραγεί!

Σταμάτησε, πήρε στα χέρια Της μεταλλικά κλιπς για τις ρώγες μου, έπιασε την μια ύστερα την άλλη και τα τοποθέτησε. Η ικανοποίηση Της ήταν τόσο μεγάλη! Το διασκέδαζε πραγματικά να με βλέπει να κάνω μορφασμούς κάθε φορά που με τα δάχτυλα Της έστριβε ή έπαιζε με την αλυσιδίτσα. Το πρόσωπο Της ήτανε πάνω από το δικό μου, το οποίο το είχα χαμηλώσει, πονώντας.

-    «Σου αρέσει που παίζω με τις ρώγες σου πουτάνα; Μμμμ…;» Ψιθύριζε πάνω στο αυτί μου λέγοντας μου διάφορα τέτοια.

Πονούσα αλλά το έκανα για την ικανοποίηση Της. Ένιωθα κι εγώ την ίδια ικανοποίηση υποταγμένος απέναντι Της. Ξαφνικά, έφτυσε μέσα στη χούφτα του χεριού Της και όπως κάνουν τα ταπεινά και υπάκουα σκυλάκια έβγαλα έξω τη γλώσσα και ξεκίνησα να γλύφω και να καταπίνω τα φτυσίματά Της μέσα από το χέρι Της. Ακολούθησε φτύσιμο στο στόμα μου μέσα, έφτυσε κάτω στα πόδια Της, πήγαινα πότε εδώ και πότε εκεί σαν ζώο για να γλύφω ότι μου πρόσφερε λέγοντας της κάθε φορά: «Ευχαριστώ!»
Με χαστούκισε ξανά…

-    «Προσκύνα τις γόβες μου σκλάβα!» διέταξε δείχνοντας μου στο πάτωμα ένα ζευγάρι κόκκινες γόβες.

Στα τέσσερα όπως ήμουν, έσκυψα και άρχισα να φιλάω να μυρίζω να γλύφω σαν σκύλα τα παπούτσια Της. Με έκανε υποπόδιο όση ώρα το έκανα αυτό, είχε τα γυμνά Της πόδια στη πλάτη και στο σβέρκο μου. Της άρεσε αυτό που έβλεπε, να με έχει να Της προσκυνάω τα παπούτσια Της. Η άλλη σκλάβα Της όση ώρα διαδραματίζονταν αυτά, ήταν γυμνή και γονατιστή στο πάτωμα σε ένα μικρό χαλάκι με το κεφάλι στραμμένο συνεχώς κάτω. Ένιωθα ότι είμαι δούλος μιας Αυτοκράτειρας, μιας Βασίλισσας.

Σηκώθηκε και άρχισε να μου χτυπάει τον κώλο με τα γυμνά Της χέρια. Ανέβηκε στην πλάτη μου όσο το έκανε αυτό… με είχε για άλογο Της τώρα. Έσκυβε μπροστά, έπιανε τις ρώγες μου, τις έστριβε με δύναμη, με χτυπούσε. Ήξερε τα πάντα για εμένα, τι σκεφτόμουν, τι ένιωθα. 

-    «Πότε θα σπάσει η καρδιά σου σκλάβε;»

Γέλασε λέγοντας το και είχε απόλυτο δίκιο, έτρεμα μπροστά Της, ήθελα να είμαι ο τέλειος σκλάβος για Εκείνη.

Η συνέχεια με βρήκε γονατιστό στο πάτωμα. Τα γόνατα μου άρχιζαν να πονάνε πολύ τόση ώρα εκεί κάτω, αλλά φυσικά δεν τολμούσα να παραπονεθώ, ούτε να παρακαλέσω για κάτι, έπρεπε να σταθώ δυνατός, να Της δείξω ότι είμαι αντάξιος για να Την υπηρετώ. Κάλεσε την άλλη σκλάβα Της να έρθει κοντά μας στα τέσσερα. Γυμνή όπως ήταν, με διέταξε να κρατάω τα πόδια Της από χαμηλά (τις πατούσες Της) και διέταξε την δούλα Της να ξεκινήσει να γλύφει τα πέλματά Της που πριν από λίγο εγώ έγλυφα. Συνέχισε να παίζει με τις ρώγες μου. Είχε δυο υποταγμένα τσουλάκια στο έλεος της, κάτω στο πάτωμα να Την υπηρετούν όπως Εκείνη πρόσταζε.

Με έβαλε να είμαι στα γόνατα με το κεφάλι να ακουμπάει το πάτωμα και μετά άρχισε το μαστίγωμα της σκλάβας. Δεν μπορούσα να κοιτάξω, μόνο να ακούσω τον ήχο που έπεφτε με δύναμη στο σώμα της υποταγμένης δούλας Της. Έβγαλε ένα μεγάλο δονητή στη συνέχεια και έβαλε την τσούλα Της να γαμιέται μπροστά Της για την ικανοποίηση Της. Όση ώρα της έγλυφα τα πόδια, έπινα τα φτυσίματά Της μέχρι που ικανοποιήθηκε και έκατσε με τον κώλο Της στο πρόσωπο μου που ακουμπούσε πλέον στην άκρη του κρεβατιού.
Μετά από αρκετά λεπτά η Αφέντρα μου με ρώτησε που είναι τα πράγματα μου που με είχε διατάξει να έχω μαζί μου. Της εξήγησα πως δεν μπορούσα να τα κουβαλήσω μαζί με τον δίσκο με το ποτό Της. Ήταν το μεγάλο λάθος που είχα κάνει… δυστυχώς για εμένα.

-    «Νόμιζες; Νόμιζες; Και ποιος σου είπε να νομίζεις τσούλα; Εγώ τι σου είπα να φέρεις;»

Ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί! Την ικέτευσα να με συγχωρέσει για το λάθος μου. Την παρακάλεσα να τσακιστώ και να πάω να τα φέρω από το δωμάτιό μου. Ήταν ανένδοτη. Ένιωσα τόσο άσχημα. Με έδιωξε σαν το σκυλί εκείνο το βράδυ από το δωμάτιό Της, με διέταξε να βάλω τα ρούχα μου και να τσακιστώ από τα μάτια Της. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου… ίσως να μην την ξαναέβλεπα ποτέ, ίσως να με έδιωχνε για πάντα από κοντά Της και τις υπηρεσίες που Της πρόσφερα. Ντύθηκα δακρυσμένος όπως ήμουν και μου έδειξε την πόρτα με το χέρι Της. Έσκυψα το κεφάλι κάτω και έφυγα. Ανέβηκα στο δωμάτιό μου και έλιωνα… πονούσε πιο πολύ και από μαστίγωμα αυτό που έγινε.
Μου πήρε ώρα μέχρι να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ. Άκουσα το κινητό μου μέσα στον ύπνο μου και το μήνυμα ήταν να βρίσκομαι κάτω στη ρεσεψιόν για πρωινό στις 9:30.

Ξύπνησα το επόμενο πρωί και αφού ετοιμάστηκα και πλύθηκα, κατέβηκα κάτω στη καφετέρια του ξενοδοχείου, όπου βρίσκονταν ήδη η Αφέντρα Κάτια με την σκλάβα Της σε ένα τραπέζι δίπλα σε ένα τζάκι. Στενοχωρημένος από το χθεσινό συμβάν ζήτησα την άδεια Της να καθίσω και αργότερα να βάλω κάτι να φάω και να πιώ. Δεν μπορούσα να σηκώσω το κεφάλι μου και να την κοιτάξω στα μάτια, ένιωθα ένοχος και ντρεπόμουν πολύ που δεν ήμουν ο τέλειος σκλάβος για Εκείνη. Η Αφέντρα μου το κατάλαβε και έσπασε τον πάγο λέγοντας μου να είμαι πιο προσεκτικός  από εδώ και στο εξής και της το υποσχέθηκα πρόθυμα.

Αφού τελειώσαμε το πρωινό μας η Αφέντρα μαζί με τη σκλάβα Της ανέβηκαν στο δωμάτιο τους. Θα περίμενα τηλέφωνο Της αν με χρειαζόταν για οτιδήποτε. Ανέβηκα κι εγώ στο δικό μου δωμάτιο και περίμενα… είχα ακριβώς δίπλα μου όλα όσα είχα ξεχάσει χθες. Τα κοιτούσα ξανά και ξανά μήπως ξεχνούσα κάτι. Μετά από αρκετή ώρα η εντολή Της ήταν κοφτή:

-    «Τσουλί πάρε την προίκα σου και κατέβα στο δωμάτιο αμέσως!»

Σηκώθηκα αμέσως από την καρέκλα μου και κατέβηκα όπως είχε ορίσει. Χτύπησα ξανά την πόρτα τρεις φορές. Άνοιξε πάλι η σκλάβα Της και με διέταξε να βγάλω όλα μου τα ρούχα αφήνοντας μόνο το κόκκινο στρινγκάκι μου και να συρθώ στα πόδια Της όπως και έκανα. Της έδωσα τα πράγματα που είχα πάρει, τα έλεγξε ένα-ένα και φάνηκε ικανοποιημένη.

-    «Μπράβο πουτάνα μου!»

Πήρε το καφέ κολάρο σκύλου που μόλις δυο μέρες πριν είχα αγοράσει και το φόρεσε στον λαιμό μου. Ήμουν κτήμα Της πλέον, ιδιοκτησία Της, όπως τα ζώα. Πέρασε και την αλυσίδα από το κρικάκι του κολάρου και με διέταξε να ανοίξω το στόμα μου σαν καλό σκυλάκι. Είχα την άκρη από το λουρί στο στόμα μου, τα κλιπ στις ρώγες μου ξανατοποθετήθηκαν για άλλη μια φορά. Στη συνέχεια με διέταξε να φορέσω ένα ζευγάρι μαύρα γάντια που είχα πάρει, αφού νωρίτερα είχα φορέσει προφυλακτικό στο καυλί μου το οποίο έσταζε από την ηδονή.

Σηκώθηκε και άρχισε να με περιφέρει στο δωμάτιο όπως τα σκυλιά, παρουσία της άλλης σκλάβας Της η οποία ήταν γονατιστή και ακίνητη στο πάτωμα. Όπως ήταν μπροστά μου και εγώ ακολουθούσα σήκωσε το πόδι Της και διέταξε:

-    «Καθάρισε την σόλα από την γόβα μου τσουλάκι! Έτσι!!! Πάρε πίπα το τακούνι της Αφέντρας σου σαν καλό πουτανάκι που είσαι.»

Σταμάτησε στον μεγάλο καθρέφτη του δωματίου και ανέβηκε πάνω μου όπως στα άλογα…

-    «Κοίτα στον καθρέφτη βρωμιάρα! Αυτό δεν ήθελες; Ε; Κοίτα τι κάνεις.»

Έστρεψα το κεφάλι μου πρόθυμα και κοίταξα ένα σκλάβο στα τέσσερα με ένα καφέ κολάρο στον λαιμό του, κλιπ να κρέμονται από τις ρώγες του, στον κώλο του ένα γυναικείο κόκκινο εσώρουχο και από πάνω του μια Αφέντρα, μια Θεά σαν Αμαζόνα να τον ιππεύει τραβώντας το λουρί… το θέαμα ήτανε απίστευτο! Σηκώθηκε από πάνω μου και έμεινα εκεί κατ' εντολής Της και άρχισε να μαστιγώνει στο κώλο την άλλη σκλάβα Της. Άκουγα που την έφτυνε και την χαστούκιζε, απλά για να διασκεδάσει.

Μετά από λίγο μας φόρεσε μάσκες και στις δυο και μας οδήγησε από τα λουράκια μας λίγο πιο μέσα από εκεί που έπαιζε μαζί μας. Μας τοποθέτησε δίπλα, δίπλα στην ίδια ακριβώς στάση με το κεφάλι χαμηλά και τον κώλο σηκωμένο ψηλά. Άρχισε να οργώνει τον κώλο, πότε τον δικό μου, πότε της άλλης σκλάβας απανωτά. Είχαμε γίνει ένα με το πάτωμα… μας χαστούκιζε τώρα με τα χέρια Της. Πονούσαμε αλλά δεν είχε καμιά σημασία πέρα από την ικανοποίηση Της. Τραβούσε τα κλιπ, τις γλύφαμε ταυτόχρονα τις κόκκινες γόβες Της σαν σκύλες, μας πατούσε στο κεφάλι για να μας υπενθυμίσει τη θέση μας, ότι είμαστε για εκεί,  σαν σκουλήκια να μας πατάει όποτε θέλει.
Άλλαξε μαστίγιο στη συνέχεια, έπεσε πρώτα με δύναμη στα κωλομέρια της άλλης σκλάβας Της.

-    «Τι είναι αυτό τσουλί;»

-    «Η γάτα Κυρία…», εννοούσε το μαστίγιο-Γάτα με τις εννιά ουρές.

-    «Και πως κάνει η γάτα πουτάνα;»

-    «Νιάου Αφέντρα Κάτια…», αποκρίθηκε πονεμένα.

Η επόμενη ήτανε δική μου…

-    «Πως κάνει η γάτα βρωμοπούτανο;»

-    «Νιάου Αφέντρα μου, νιάου…» απάντησα και έσκυψα το κεφάλι ακόμα πιο χαμηλά μέχρι που έπιασε πάτωμα.

Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια μου λόγω του πόνου που ένιωθα. Στη συνέχεια με κλώτσησε στο κώλο με τις γόβες Της σαν ζώο που το διώχνουνε, με ανασήκωσε και με χαστούκισε πολλές φορές και με έσυρε με το λουρί ξανά μέσα στο κρεβάτι Της. Έβγαλε το προφυλακτικό μου που είχε μέσα υγρά από την καύλα και το άνοιξε με τα χέρια Της μπροστά στα μούτρα μου.

-    «Ξέρεις τι θα κάνεις ξέκωλο. Ξεκίνα και γλύφε αμέσως! Ότι σου δίνω θα το γλύφεις! Κατάλαβες πουτανάκι;»

-    «Μάλιστα Αφέντρα Κάτια…»

Έβγαλα έξω τη γλώσσα και άρχισα σαν αχόρταγη τσούλα να γλύφω και να καταπίνω τα ίδια μου τα υγρά μέσα από το προφυλακτικό.

-    «Δείξε μου τι έμαθες τόσο καιρό τσούλα. Κατέβασε το στρινγκάκι σου κάτω ως τα γόνατα και γαμήσου εδώ μπροστά μου!»

Υπάκουσα… είχε έρθει η ώρα να μου πάρει τη παρθενιά. Άλειψα τα δάχτυλα μου μέσα στη βαζελίνη και έχωσα ένα δάχτυλο μέσα στο κώλο μου και άρχισα να το μπαινοβγάζω όση ώρα έγλυφα τα δάχτυλα των ποδιών Της. Ο κώλος μου ήτανε πεντακάθαρος και έτσι όταν διατάχτηκα να βγάλω έξω το δάχτυλο και να το γλύψω, εκτέλεσα πρόθυμα. Είχε έρθει η ώρα και για δεύτερο δάχτυλο. Το έχωσα, αυτό πονούσε.

-    «Έτσι άχρηστη, γαμήσου! Χόρευε πάνω στα δάχτυλα σου όπως οι πουτάνες, γιατί αυτό είσαι πλέον.»

Άρχισα να γαμιέμαι και να κουνιέμαι συνεχώς. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα όπως οι γυναίκες. Είχα ταπεινωθεί και υποταχτεί εντελώς. Με άφησε εκεί να γαμιέμαι και σηκώθηκε να φορέσει το στραπόν Της. Σήκωσε το κεφάλι μου από το λουρί και το είδα μπροστά στα μούτρα μου μεγάλο και στητό.

-    «Τι είναι αυτό ξεκωλιάρα;»

-    «Το καυλί Σας Αφέντρα Κάτια…»

-    «Και τι θες να κάνεις μωρή;»

-    «Να σας το πάρω πίπα Αφέντρα μου, να το γλύψω και να το ρουφήξω όλο. Σας ικετεύω, αφήστε με να το κάνω… Σας εκλιπαρώ…»

-    «Τελείωνε ψώλα! Πάρε πίπα τσουλάκι. Έτσι, γλύψε το καυλί μου! Μμμμμ…!!»

Μου έριχνε και πουτσοσκάμπιλα στο πρόσωπό μου για να μου δείξει την θέση μου.

-    «Στα 4τέσσερα και τον κώλο ψηλά τώρα! Θα σου πάρω την παρθενιά. Πιο ψηλά τον κώλο τσουλί!!!»

Ήμουν στο απόλυτο έλεός Της. Είχα τον κώλο μου σηκωμένο ψηλά και ένιωσα το καυλί Της να τρίβεται απαλά στην κωλοτρυπίδα μου γύρω-γύρω. Με αργές κινήσεις και προσεκτικά εισχώρησε μέσα μου. Ο ανδρισμός μου δεν υπήρχε πλέον, ήμουνα μια πουτάνα. Άρχισε να με γαμάει κανονικά τώρα, μέσα-έξω, μέσα-έξω… είχα πιάσει με τα χέρια μου το σεντόνι και το έσφιγγα προσπαθώντας να πνίξω τον πόνο μου. Με γαμούσε κανονικά, ένιωθα τον κώλο μου να έχει ανοίξει. Με είχε αρπάξει από τις ρώγες και με γαμούσε στρίβοντάς τες.

Όταν ικανοποιήθηκε βγήκε από μέσα μου. Δεν είχα κουράγιο να κάνω και να πω τίποτα από την ντροπή αλλά και την ηδονή που είχα νιώσει. Σύρθηκα στα πόδια Της όπως διέταξε και της ξαναπήρα πίπα στα τέσσερα σαν σκύλα. Με τα πόδια Της με έσπρωξε να πέσω στο πάτωμα ανάσκελα, πάτησε πάνω μου και άρχισε να τα τρίβει στο πρόσωπο μου. Τα μύριζα και τα έγλυφα όποτε μου επέτρεπε. Το αριστερό Της πόδι ακούμπησε στο καυλωμένο πούτσο μου και αφού το έτριψε αισθησιακά άρχισε να το πατάει…

-    «Ένα γαμημένο σκουλήκι είσαι για να σε πατάω όποτε μου κάνει κέφι! Παίξε το καυλί σου σκύλα για την Αφέντρα σου!»

Αμέσως το πήρα στα χέρια μου και το έτριβα πάνω στη πατούσα Της. Το άλλο Της πόδι έτριβε το πρόσωπο μου, το έλιωνε κάτω από το πέλμα Της. Δεν πήρε πολύ ώρα και άρχισα να χύνω την ώρα που ήθελε. Ξεψυχούσα κάτω από τα πόδια Της χύνοντας όπως δεν είχα ξαναχύσει ως τώρα. Η Αφέντρα μου δεν έχασε ώρα.

-    «Καθάρισε τις βρωμιές σου σκουλήκι! Γλύψε μου τα πόδια!»

Και έτεινε τα πέλματά Της που είχαν μαζέψει όλα τα υγρά που είχα βγάλει στο πρόσωπο μου. Έβγαλα τη γλώσσα έξω και άρχισα να καθαρίζω να γλύφω και να καταπίνω το σπέρμα μου από τα πόδια Της. Ρουφούσα τα δάχτυλα Της ένα-ένα, ανάμεσα, τις πατούσες Της μέχρι που τα είχα μαζέψει όλα. Η Αφέντρα μου σηκώθηκε και με έσυρε από το λουρί να Την ακολουθήσω στο μπάνιο. Στα τέσσερα που ακόμα δεν είχα προλάβει να πάρω ανάσα και πίσω Της. Με έβαλε κάτω από τη ντουζιέρα και Εκείνη από πάνω μου.

-    «Πλύνε τα πόδια Της Κυρίας σου!»

Άνοιξα τη βάνα με το ζεστό νερό και ξεκίνησα υπάκουα να πλένω τα πόδια Της. Δεν μίλησε. όπως ήμουν κάτω και έτριβα τα πέλματα Της, είδα από ψηλά να πέφτει ένα σαπούνι. Το πήρα στα χέρια μου και της καθάρισα τα πόδια, τρίβοντας και πλένοντας τα. Όταν ικανοποιήθηκε με σταμάτησε και την περίμενα να πατήσει στη πετσέτα που την είχα ακουμπήσει στο πάτωμα, αλλά τη κρατούσα στα χέρια μου και Της σκούπισα τα πόδια Της. Φυσικά στη συνέχεια δεν έπρεπε να λερωθούν τα πόδια Της, οπότε στα τέσσερα εγώ και η Αφέντρα μου από πάνω, αλογάκι  ως το κρεβάτι Της.

Άναψε το πούρο Της και μου σήκωσε το κεφάλι να την κοιτάξω μετά από πολλή ώρα…

-    «Δεν σε χρειάζομαι κάτι άλλο σκλάβα. Έφυγες!»

Όπως με είχε καλέσει έτσι με έδιωξε από κοντά Της, δεν με χρειαζότανε κάτι άλλο. Έσκυψα το κεφάλι, ντύθηκα, πήρα τα πράγματα μου, την ξανακοίταξα δακρυσμένος που δεν θα την έβλεπα σύντομα και αποχώρησα αφήνοντάς Την να απολύσει το πούρο Της, αλλά με τη σκέψη μου πάντα σε Εκείνη και τότε και τώρα.

Αφέντρα Κάτια Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τις στιγμές που πέρασα μαζί Σας. Πάντα δική σας σκλάβα. Θα προσπαθώ πάντα για την ικανοποίηση Σας και μόνο.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")