Τα όργια της μητέρας μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Η μητέρα μου είχε μια μικρότερη λίγο φίλη η οποία ήταν 33 χρονών, την Στέλλα. Σχετικά όμορφη δεν θα μπορούσες να την πεις και μουνάρα αλλά εξέπεμπε αρκετό ερωτισμό και ήταν έντονη θηλυκή παρουσία και ναζιάρα!

(φαινόταν για τύπος γυναίκας που της άρεσε να προκαλεί και λίγο πονηρά) γύρω στο 1.65+,  ήταν καστανόξανθη με ωραίες αναλογίες στήθος και κώλος. Αυτό που μου είχε τραβήξει πάντως την προσοχή πάνω της ήταν τα υπέροχα ποδαράκια της…!

Είχε μεγάλο κώλυμα με τα πόδια της γιατί κάθε τρεις μέρες περίπου που ερχόταν σπίτι μας είχε πάντα και διαφορετικό χρωματάκι στο νυχάκι. Διάφορες αποχρώσεις κόκκινου άλλαζε συχνά, μοβ και λίγες φορές μαύρα.
Όταν καθόταν στο σαλόνι με την μητέρα μου δεν έχανα ευκαιρία να μπαινοβγαίνω και εγώ για να την χαζέψω λίγο και να ρίξω και καμιά ματιά στα πόδια της, στοιχηματίζοντας με τον εαυτό μου τι χρώμα μπορεί να είχε βάψει τα νύχια της και μετά καταλήγοντας στην τουαλέτα να μαλακίζομαι.

Πρέπει να είχε καταλάβει ότι έριχνα πολλές φορές ματιές στα πόδια της και με ενδιέφεραν γιατί όταν είχε έρθει μια φορά και της είχα ανοίξει την πόρτα, φορούσε ψηλοτάκουνα τσόκαρα και όπως μπήκε μέσα τα μάτια μου έπεσαν αυθόρμητα στα κατακόκκινα φρεσκοβαμμένα νυχάκια της. Σκάλωσε λίγο και αυτή. Και κοιτάει χαμηλά αυθόρμητα τα δακτυλάκια της και χαμογελάει στο κενό με ένα ύφος γεμάτο καμάρι.

Μετά από αυτό πήγα τουαλέτα και άδειασα για τα καλά...
Για καιρό δεν έγινε κάτι αξιόλογο ούτε κανένα πείραγμα από την πλευρά της.
Ώσπου μια μέρα που γυρνούσα σπίτι με έναν φίλο που πιο πριν είχαμε πάει για καφέ, όπως μπαίνουμε στο σαλόνι, βλέπουμε η Στέλλα με την μητέρα μου να έχουν απλώσει τα πόδια τους και να βάφουν η καθεμιά τα νύχια της.

Η Στέλλα είχε ένα κατακόκκινο μανό και έβαφε και η μητέρα μου μαύρο.
Μείναμε και κοιτούσαμε σαν μαλάκες με τον φίλο μου ο οποίος φαίνεται ότι τον ερέθιζε και αυτόν το θέαμα. Η μητέρα μου δεν μας έδωσε καν σημασία και συνέχισε να βάφει το άλλο πόδι, ενώ η Στέλλα που μόλις είχε τελειώσει μας κοίταξε με το πιο πονηρό και ναζιάρικο βλέμμα που είχα δει ποτέ, και καθώς είδε ότι είχαμε λιώσει σαν το κερί της έφυγε ένα πνιχτό γελάκι.
Κούνησε όλο νάζι τα δακτυλάκια της και μας λέει:

-    «Πως σας φαίνεται κύριοι; Βγήκαν καλά;» και έκανε ένα ναζιάρικο και συνάμα αστείο μορφασμό!

Ο φίλος μου προσπάθησε να γελάσει δήθεν ανέμελα και εγώ ψέλλισα:

-    «Φαίνονται ωραία!»
Η μητέρα μου που τελείωσε και αυτή το βάψιμο χωρίς να δώσει σημασία και φόρεσε κάτι τσόκαρα για να πάει να μαζέψει την κουζίνα.

Κάτσαμε και οι τρεις στον καναπέ καθώς περιμέναμε να τελειώσει και η μητέρα μου από μέσα να έρθει να κάτσει μαζί μας. Η Στέλλα ατάραχη είχε απλωμένες τις ποδάρες της πάνω στο μικρό τραπέζι του σαλονιού μπροστά στον καναπέ και είχε ανάψει τσιγάρο και εμείς προσπαθούσαμε να πιάσουμε συζήτηση για άσχετα καθημερινά θέματα αλλά κάναμε μπαμ από μακριά ότι δεν ήμασταν και πολύ “άνετοι” στην θέα των ποδιών της.

Μετά από λίγο ήρθε και η μητέρα μου.. κάθισε στον απέναντι καναπέ και άπλωσε και αυτή τις ποδάρες με τα κατάμαυρα φρεσκοβαμμένα νύχια της στο τραπέζι.
Μας ρώτησε πως περάσαμε έξω και άνοιξε συζήτηση για κάποια ψώνια για ρούχα  κτλ. Πετάχτηκε τότε ξαφνικά η Στέλλα και μας δείχνει μια αλυσιδίτσα που είχε στο πόδι της.

-    «Να… την πήρα πριν μερικές μέρες. Τι λέτε; Δεν πάει ωραία στο πόδι και με το χρώμα;»

Η μητέρα μου χάζεψε λίγο την αλυσιδίτσα και η Στέλλα προθυμοποιήθηκε να την βγάλει για να την δοκιμάσει και στο πόδι της η μητέρα μου.

-    «Έλα Γιάννα φόρεσε την να δεις. Και με το μαύρο χρωματάκι ταιριάζει περισσότερο».

Ντροπαλά, ντροπαλά η μητέρα μου την φόρεσε ενώ εμείς κοιτάγαμε σαν αποχαυνωμένα ζώα. Μετά ξανά απλώνει την ποδάρα της πάνω στο τραπέζι και λέει χαζογελώντας:

-    «Ναι, όντως ταιριάζει ωραία!»

Η μητέρα μου είχε λίγο μεγάλα πόδια αλλά ήταν καλοσχηματισμένα με υπέροχες καμάρες. Κούνησε ασυναίσθητα τα δακτυλάκια και γέλασε. Μια ελαφριά μυρωδιά ερχόταν από τις ποδάρες της λόγω ιδρωτίλας αφού όλη μέρα ήταν έξω για ψώνια κάτι που με ερέθισε πάρα πολύ.
Είχαμε καρφωθεί μαζί με τον φίλο μου στις πατούσες της μητέρας μου για ώρα. Το πρόσεξε αυτή και λέει γελώντας:

-    «Τι κοιτάτε βρε; Τόσο πολύ σας αρέσει η αλυσιδίτσα στο πόδι μου ή το χρώμα στα νύχια;»

Είχε δει το φούσκωμα στο παντελόνι του φίλου μου, και καθώς προνομιούχος από την φύση, φαινόταν έντονα πολύ και άρχισα να υποψιάζομαι ότι φτιαχνόταν και η μητέρα μου!
Και ρίχνει μια ελαφριά φάπα με την πατούσα της στο μάγουλο του φίλου μου. Η Στέλλα τότε ξέσπασε σε ένα τρανταχτό γέλιο μαζί με την μητέρα μου λίγο πιο συγκρατημένα όμως.

-    «Δες τον, τον μαλάκα!» λέει. «Δες τον, σαν ηλίθιος σε κοιτάει».

Η μητέρα μου είχε κοκκινίσει λίγο και λέει:

-    «Δεν ήξερα ότι θα έκανα τόσο ζημιά με ένα μανό!»

-    «Αααα!», λέει η Στέλλα. «Σιγά βρε. Άμα θέλεις να πάθουν πλάκα τα παιδιά δείξε τους τι αγοράσαμε σήμερα μαζί». Και κλείνει όλο νάζι πονηρά το μάτι στην μητέρα μου.

Διστακτικά  η μητέρα μου πάει μέσα και γυρίζει με δυο ζευγάρια ψηλοτάκουνα τσόκαρα! Είχα πάθει μεγάλο σοκ. Πρώτη φορά έβλεπα την μητέρα μου σε τέτοια έξαρση και με προκλητικό ντύσιμο γενικώς.
Ήταν μαύρα το ένα ζευγάρι και 12ποντο τακούνι. Τα φόρεσε μπροστά μας ενώ είχε στο πόδι της την αλυσιδίτσα και έκανε μια μίνι πασαρέλα μορφάζοντας και κοκκινίζοντας στο τέλος.

Άκουγα τακ τακ τακούνια στο πάτωμα και ερεθιζόμουν σαν τρελός. Ήθελα να πέσω καταπάνω τους, να της φιλήσω τα δάκτυλα, να της γυαλίσω τα φρεσκοβαμμένα μαύρα νυχάκια, να τα μυρίσω για ώρα, να της χαϊδέψω την πατούσα αλλά με σταματούσε η σκέψη μου ότι αυτές οι περιποιημένες και με το παραπάνω ποδάρες σήμερα ήταν της μητέρας μου.

Ο φίλος μου κόντευε να εκραγεί αλλά δεν έβγαζε μιλιά. Ούτε εγώ.
Η Στέλλα απλώνει τότε αυθόρμητα την ποδάρα της στα μούτρα μου και λέει:

-    «Καλά η μαμά σου σήμερα περιποιήθηκε ωραία τα πόδια της αλλά τα δικά μου δεν σου αρέσουν καθόλου;»

-    «Όχι, όχι…», ψέλλισα. «Τα έχετε περιποιηθεί και εσείς πολύ ωραία!»

Της έφυγε ένα γελάκι.

-    «Δεν το εννοείς…» λέει. «Σαν να μου φαίνεται ότι σου αρέσει καλύτερα μαύρο χρωματάκι;»

Είχα γίνει κατακόκκινος από την ντροπή μου αλλά παράλληλα πέθαινα και από καύλα. Όχι είπα ψελλίζοντας με δυσκολία και το κόκκινο μου αρέσει πολύ στην γυναίκα. Η Στέλλα αρκέστηκε να κουνήσει επιδεικτικά τα δακτυλάκια της ενώ με έπαιζε με τα μάτια και μου έκανε νόημα ότι πάει να ετοιμάσει ένα καφέ μέσα. Καθώς έφευγε για μέσα γύρισα να δω τι γίνεται με την μητέρα μου και είδα ότι είχε απλώσει της ποδάρες της στο παντελόνι του φίλου μου και αυτός της έκανε μασάζ στα πόδια, δήθεν ανέμελα. Σαν να μην υπήρξα εγώ!  Ήθελα να φωνάξω να διαμαρτυρηθώ αλλά με κρατούσε από τη μια η καύλα.
Η μητέρα μου με είδε που είχα κάπως θορυβηθεί και μου πέταξε δήθεν ανέμελα:

-    «Τι είναι;»

Μιλιά εγώ.

-    «Ένα μασαζάκι στα πόδια μου, μου κάνει απλά ο Σταύρος. Όλη μέρα ήμουν έξω και είμαι αρκετά κουρασμένη...»

Εγώ ψέλλισα ένα απλό «ναι» και η μητέρα μου χωρίς να πει κάτι άλλο αφέθηκε στο μασάζ. Δεν είχαν περάσει δευτερόλεπτα όταν μικροβογγητά της ξέφευγαν αφού ο Σταύρος το έκανε με ιδιαίτερο ζήλο το μασάζ.

-    «Πω! Πω! Τι είσαι εσύ βρε!» ακούστηκε καυλωμένη να λέει η μητέρα μου.

Ο πούτσος μου κόντευε να εκραγεί όσο σκεφτόμουν ότι είχε καταφέρει ο Σταύρος να την ανάψει με τις ποδάρες της. Προσπάθησα να μην δίνω σημασία και άνοιξα λίγο την τω να δω καμιά μαλακία έτσι για να ξεχαστώ ελπίζοντας ότι το μασάζ θα σταματούσε σε λίγο. Που και που έριχνα κλεφτές ματιές όπως τα χέρια του Σταύρου χάιδευαν τις πατούσες της μητέρας μου και ζουλούσαν τα δάκτυλα της.
Πότε-πότε ανοιγόκλεινε εντελώς παιχνιδιάρικα τα δακτυλάκια της και τα μαύρα νύχια ήταν ένα σκέτο όνειρο.

Σε λίγο άρχισαν να ακούγονται αναστεναγμοί. Γύρισα απότομα και είδα έντρομος ότι πλέον ο φίλος μου είχε περάσει από το μασάζ  σε ένα ξέφρενο worship στις ποδάρες της μάνας μου. Είχε πέσει με μανία στα πόδια της μητέρας μου. Τα φιλούσε με δύναμη τα έγλυφε, τα μύριζε. Η μητέρα μου είχε αρχίσει να ερεθίζεται και έκανε μικρά τινάγματα ενώ της έφευγαν ελαφριά βογκητά. Της γυάλιζε με μανία τα μαύρα νύχια και της δάγκωνε την φτέρνα. Έγλυφε ένα-ένα τα δακτυλάκια της και της φιλούσε την πατούσα κάτω από τα δάκτυλα ακριβώς. Έβαζε την γλώσσα του ανάμεσα στα δάκτυλα της και αυτή πεταγόταν αφήνοντας ψιλοδυνατά βογκητά.

-    «Σου αρέσει ρε μαλάκα να είσαι σαν σκυλί στα πόδια μου; Σε καυλώνει να γλύφεις τις ποδάρες μου; Τι ανώμαλος που είσαι ρε; Ξέρεις να πηδήξεις άραγε γυναίκα;»

Ο φίλος μου φαινόταν ότι ερεθιζόταν ακόμα περισσότερο με το να ακούει τέτοια.
Είχα μείνει τελείως άναυδος. Ένα παραλήρημα καύλας και οργής ταυτόχρονα με διακατείχε αφήνοντας με όμως κολλημένο σαν άγαλμα να παρακολουθώ αυτό το ξέφρενο worship και προκαλώντας με να πάρω και εγώ μέρος.
Ώσπου έσκασε μύτη η Στέλλα και μου έκανε νόημα από την πόρτα να την ακολουθήσω. Δεν ήθελα να αφήσω την μητέρα μου στα χέρια του φίλου μου. Με πλησίασε η Στέλλα και με τράβηξε από το χέρι.

-    «Άστους. Δεν βλέπεις ότι είναι σε έκσταση; Άστους, απλά δεν της κάνει κάτι, τα πόδια της γλύφει»

Με όση λογική μου είχε μείνει είπα τρεμουλιαστά:

-    «Στο τέλος θα γαμηθούν κανονικά!»

-    «Όχι» μου έκλεισε πονηρά το μάτι η Στέλλα. «Άκου που σου λέω… δεν θα το αφήσει η μητέρα σου να προχωρήσει. Την ξέρω και ξέρω ότι απλά κάνει περισσότερο την πλάκα της και βγάζει το άχτι της με ένα βίτσιο»

Υποχώρησα και την άφησα να με τραβήξει στο δωμάτιο μου. Με πέταξε πάνω στο κρεβάτι και ανέβηκε πάνω μου.

«Εσύ; Εσύ τι θα κάνεις; Δεν θες να φιλήσεις και εσύ ποδαράκι;»

Και ξέσπασε σε ένα τρανταχτό πουτανίστικο γελάκι.

-    «Ο άλλος μαλάκας τρώει τα πόδια της μάνας σου και εσύ θα κάτσεις σαν μαλάκας; Έλα…» μου λέει. «Έλα. Τόσο καιρό σε έχω δει που γουστάρεις τα πόδια μου. Είναι δικά σου τώρα. Μύρισε τα, φίλα τα, γλύφτα. Κάντους έρωτα».

Η λογική και ο έλεγχος είχαν πάει περίπατο οριστικά…
Βούτηξα με μανία τις ποδάρες της και ξεκίνησα να βάζω στο στόμα μου όσο χωρούσε και τα δυο πόδια της. Φιλούσα με δύναμη τα δακτυλάκια της πάνω από τα κατακόκκινα νύχια της. Τα έβαζα στην μύτη μου. Τα μύριζα. Έγλυφα την πατούσα της. Ξανά τα δακτυλάκια της ένα-ένα και όλα μαζί. Η Στέλλα είχε ερεθιστεί τελείως βογκούσε λες και θα ερχόταν σε οργασμό.

-    «Λοιπόν μαλάκα ξέρεις να γλύφεις καλά, αλλά πάω στοίχημα ότι δεν ξέρεις να γαμάς!»

Με έσπρωξε από πάνω της και με τα πόδια της κατέβασε το παντελόνι μου και το σλιπάκι. Είδε τον καυλωμένο πούτσο μου που ήταν μικρομεσαίος.
Γέλασε λίγο και πρόσθεσε:

-    «Θα μπορούσε να ήταν και χειρότερα. Αλλά να κάνεις γυναίκα να λαχανιάσει από το γαμήσι δύσκολο… Δεν πειράζει, συνέχισε... γλύφεις καλά. Άντε, πάρε πάλι τα πόδια μου να τα φας βιτσιόζικο μωρό!»

Και ξαναέχωσε το ένα της πόδι στο στόμα μου και έπαιζε με τα δακτυλάκια της στην γλώσσα μου πάνω.
Ξαφνικά, άκουσα να τρίζει το κρεβάτι από το δωμάτιο της μητέρας μου.
Πετάχτηκα πάνω αλαφιασμένος! Ο φίλος μου την ξέσκιζε με πρωτόγνωρη μανία και το κρεβάτι ήταν έτοιμο να σπάσει. Άκουγα τα αρχίδια του να σκάνε πάνω στο μουνί της.

-    «Είπες ότι δεν θα το προχωρούσε!!!», ούρλιαξα με θυμό και νιώθοντας ότι η λογική γυρνούσε!

Με έπιασε δυνατά από το χέρι η Στέλλα και κόλλησε το ένα της πόδι στον πούτσο μου χαϊδεύοντας τον άγρια και με το άλλο πόδι τα χείλια μου. Ένιωσα πάλι την λογική να χάνεται μέσα στην μεθυστική μυρωδιά των ποδιών της και στην θέα των κατακόκκινων νυχιών της στα συμμετρικά υπέροχα μικρά δακτυλάκια της.

-    «Άκου πως γαμάνε την μάνα σου ρε μαλακισμένο! Εσύ έχεις γαμήσει έτσι γυναίκα; Πάω στοίχημα όχι!»

Το κρεβάτι πήγαινε πάνω-κάτω στην κυριολεξία από το πήδημα τα βογκητά της μητέρας μου… ήταν υπερβολικά δυνατά πλέον.

-    «Σσσσσς…» μου κάνει η Στέλλα. «Άκου το! Χύνει όπου να ναι. Λίγα δευτερόλεπτα μόνο..»

Ένα μακρόσυρτο βογκητό ακούστηκε σε όλο το σπίτι. Ακολουθούμενο από το τρανταχτό γέλιο της Στέλλας:

-    «Έχυσεεεεεεεεεεεε!!!» γελούσε. «Έχυσε ρε μαλάκα η μάνα σου! Το άκουσες; Πω! Πω! Τι ψωλαράς ο φίλος σου!»

Σιωπή ακολούθησε και η Στέλλα πρόσθεσε έχοντας κολλημένες τις μυρωδάτες ποδάρες στην μάπα μου:

-    «Αυτό είναι γαμήσι μικρέ! Άκουσες πως έκανε η μαμά σου;»

Δεν πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα και ακούστηκε πάλι το κρεβάτι να πηγαίνει σαν τρελό! Πλέον και η Στέλλα φαινόταν έκπληκτη!

-    «Αν είναι δυνατόν!!!», φώναξε. «Την ξαναπηδάει!»

Τα βογκητά της μητέρας μου δεν άργησαν να ξανακουστούν πάλι δυνατά..

-    «Θα χύσει ξανά!!!!» Φώναξε με έξαρση η Στέλλα. «Άκου ρε μαλάκα τι γαμιά φίλο έχεις. Άκου πως το χαίρεται η μάνα σου αυτό το πήδημα. Ακούς ρε πως βογκάει; Μούσκεμα θα έκανε τα σεντόνια!»

Μετά από κανένα πεντάλεπτο άκουσα να ανοίγει η πόρτα του δωματίου. Ο φίλος μου έφευγε και μετά ακολούθησε η μητέρα μου. Λαχανιασμένη τελείως και ιδρωμένη ακουγόταν. Σαν να είχε τρέξει μεγάλη απόσταση.

-    «Ακούς πως πρέπει να λαχανιάζει η γυναίκα ρε μαλακισμένο;», μου είπε η Στέλλα καθώς με άρπαξε από τα μαλλιά.

-    «Ιωάναααααααααααα!» φώναξε η Στέλλα.

Η μητέρα μου μπήκε με ένοχο βλέμμα αλλά κατακόκκινη τελείως από το εξαντλητικό γαμήσι. Λαχανιασμένη έκατσε δίπλα στο κρεβάτι και κοιτούσε χαμηλά το πάτωμα χωρίς να λέει κάτι. Η Στέλλα χαζογελούσε και την ρώταγε τι ήταν αυτό το πήδημα που της έριξε ο πιτσιρικάς. Εμένα χωρίς να το θέλω τα μάτια μου έπεσαν στα πόδια της. Ακόμα έτρεχε ιδρώτας από τα δακτυλάκια από την ένταση του οργασμού.
Με είδε η Στέλλα και δίνοντας μου μια φάπα μου λέει:

-    «Άιντε! Καθάρισε της τα λίγο…»

Σαν τρελός όρμησα στα κατάμαυρα νύχια της φιλώντας της αρχικά τα δάκτυλα και μετά γλύφοντας τις στάλες του ιδρώτα. Κόντευα να χύσω στο παντελόνι μου από την υπέροχη μυρωδιά της. Εκείνη δεν αντιδρούσε καθόλου… μόνο μετά από λίγα δευτερόλεπτα με έσπρωξε και πήρε παράμερα την Στέλλα για να μιλήσουν στο σαλόνι.
Εγώ πήγα στο δωμάτιο της μητέρας μου. Το σεντόνι ήταν γεμάτο λεκέδες! Δεν άντεχα άλλο, ήθελα λύτρωση. Έπεσα με μανία και μύρισα τα μουνοϋγρά από το σεντόνι και μαλακίστηκα χύνοντας στο σώβρακο μου.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")