Αδελφική Βοήθεια

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

(Η ιστορία είναι αληθινή. Την αφιερώνω σ’ όλους τους φίλους μου).  22-12-2006. 18:45. Παρασκευή! Χριστούγεννα σε τρεις μέρες. Οι πρώτες γιορτές μετά από ένα επώδυνο διαζύγιο... Μόνη! “Ωραία”, μονολόγησα με λανθάνουσα ειρωνεία.

30 κάτι, χωρισμένη, να μένω στο πατρικό μου και να είμαι η ζωντοχήρα που οι φίλες λυπούνται μεν, αποφεύγουν δε... Κατάθλιψη!

Το πάρτι στο γραφείο θα άρχισε στις οχτώ. Δεν ήθελα να πάω.
Τι να κάνω; Οι συναδέλφισσες με τους άντρες ή τους συντρόφους τους, οι συνάδελφοι να πίνουν και να κάνουν πρόστυχα υπονοούμενα, υπό το άγρυπνο βλέμμα της συμβίας ή της φίλης τους κι εγώ σε μια γωνιά να χαμογελάω σαν χαζή προσποιούμενη την χαρούμενη.

Τηλέφωνο! Η Σόφη!

-    «Ετοιμάστηκες καρδιοκλέφτρα;», με ρώτησε με τη βραχνή βαθιά φωνή της.

Η Σόφη είναι η μόνη φίλη μου στο γραφείο. Κοντούλα, με λίγα κιλά παραπάνω, πρόσχαρη, αεικίνητη και ανύπαντρη. Από επιλογή! Νομίζω ότι της αρέσει περισσότερο το φύλο μας, αλλά αυτό είναι απλά εικασία.

-    «Λέω να μην έρθω», απάντησα μουδιασμένα. «Έχω κι ένα πονοκέφαλο...».

Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και με διέκοψε με μια αγριοφωνάρα που δεν είχα ξανακούσει:

-    «Τι μας λες εκεί; Ναι! Μείνε μόνη σου να κλαψουρίζεις σα γριέντζω. Έρχομαι σπίτι σου... Μη τολμήσεις να κουνηθείς».

Και μου ‘κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Δεν μπόρεσα να μη χαμογελάσω. Τι να πω; Είχε το τρόπο της να με κάνει να νοιώθω καλύτερα. Με βοήθησε πάρα πολύ με το διαζύγιο και τη μετακόμιση.
Σε μισή ώρα κτυπούσε το κουδούνι. Μπήκε σα σίφουνας και άρχισε να αραδιάζει επιχειρήματα...

-    «Πρώτον: είσαι κούκλα! Δεύτερον: όλοι οι αρσενικοί σε φλερτάρουν. Φαντάζεσαι το ύφος της Λένας όταν θα πιάσει τον άντρα της να σαλιαρίζει μαζί σου; Ε, ρε γλέντια! Τρίτον: Δεν θα πάω μόνη μου! Τελεία! Πάμε τώρα να σε ετοιμάσω!»

Μ’ έπιασε αγκαζέ και μ’ έσυρε στη κρεβατοκάμαρα μου...

-    «Συνοπτικές διαδικασίες…» είπα γελώντας και αφέθηκα στο τυφώνα Σόφη.

Αφού με τσουβάλιασε κυριολεκτικά στο κρεβάτι, άνοιξε τη ντουλάπα κι άρχισε ξεσκαρτάρει το περιεχόμενο με στυλ Υβ Σεν Λοράν (στο πιο μπλαζέ...):

-    «Γεροντίστικο... Δασκαλίστικο... Μιξοπαρθενίστικο... αχά!», αναφώνησε με νάζι. «Σέξι! Χμμμμ! Αυτό θα βάλεις!».

Το ύφος της δεν σήκωνε αντίρρηση. Με κινήσεις πωλήτριας μπουτίκ του Κολωνακίου, μου μόστραρε το μικρό μαύρο φόρεμα που μου ‘χε πάρει ο Γιώργος πριν 5 χρόνια στο Μιλάνο.

-    «Σε καμία περίπτωση!», διαμαρτυρήθηκα... «Καταρχήν δεν χωράω εκεί μέσα. Άσε που δεν φοράω ρούχο του πρώην μου...», είπα ψιλονοσταλγικά.

-    «Τότε γιατί δεν το ‘χεις πετάξει; Ε;» απαίτησε. «Σήμερα θα το βάλεις! Τέλος!».

Χωρίς να προλάβω να μιλήσω, η Σόφη είχε ήδη αρχίσει να κάνει επιδρομή στη σιφονιέρα μου για τα υπόλοιπα. Ξεχώρισε ένα σετ μαύρα εσώρουχα και προσποιούμενη ότι η κιλότα ήταν φερετζές, έβγαλε κωμικά αλλά και ηδονικά τη γλώσσα της και έκλεισε το μάτι...

-    «Θα τους κάνεις να παραμιλάνε αστέρι μου...», είπε ψευτοανατριχιάζοντας.

Μισή ώρα αργότερα ήμουν έτοιμη. Αισθανόμουν άβολα μέσα στο κοντό φουστάνι και κάποια ψωμάκια στη περιφέρεια, δεν ήταν ότι το καλύτερο. Ξεφύσηξα δήθεν σαν σε απόγνωση...

-    «Μην το σκέφτεσαι γλύκα! Είσαι θεά! Για να μη πω ημίθεα!», χασκογέλασε η Σόφη. «Βλέπω τα σαγόνια των αρσενικών στο πάτωμα...».

Το πάρτι ήταν σαν να το ‘χα ξαναζήσει! Ντε-ζα-βου, που λένε και οι Γάλλοι. Μεθυσμένα βλέμματα, μεθυσμένα πειράγματα, σαχλά αστεία και όλα τα κλισέ που περιμένει κανείς από εταιρικά happenings. Ευτυχώς που είχα τη Σόφη! Και το κρασί! Ωραίο, άσπρο, φρουτέ και ευκολόπιοτο...

Κατά τις 11, είχα φτιαχτεί αρκετά και ο «διάολος» δίπλα μου είχε ξεφύγει...

-    «Φαντάζεσαι τον Δημητράκη να τον παίζει πάνω στο γραφείο σου; Και τον Κωστάκη να αυνανίζεται πάνω στο χαρτομάντιλο που σκουπίζεις τα χειλάκια σου; Και το αφεντικό -με πάρκινσον- να μαλακίζεται κρατώντας το “πι” μετά από μια πενταετία, όταν θα θυμάται τα υπέροχα πόδια σου;»

Κατά περίεργο τρόπο -ήμουν και φτιαγμένη- οι εικόνες που περιέγραφε η Σόφη, περνούσαν απ’ το μυαλό μου και ήταν αρκετά... ερεθιστικές! Ένιωθα καλά! Οι αρσενικοί (όποτε μπορούσαν και υπό την επίβλεψη της Σόφης) με φλέρταραν απροκάλυπτα και αισθανόμουν επιθυμητή. Καθόμουν σταυροπόδι δείχνοντας όσα μπορούσα και οι ματιές των αρσενικών ήταν καρφωμένες πάνω μου. Θεέ μου ήμουν υγρή! Απίστευτο. Κατά τις 2 το πρωί, το πάρτι είχε ξεθυμάνει. Το κεφάλι μου στριφογύριζε και το στομάχι μου ήταν ανακατεμένο. Ούτε η Σόφη, ούτε εγώ μπορούσαμε να οδηγήσουμε. Ήμασταν έτοιμες να καλέσουμε ταξί για να μας πάει σπίτια μας, όταν ο Μανώλης, το παιδί για τις εξωτερικές δουλειές, προθυμοποιήθηκε να μας «κάνει ντελίβερι» όπως δήλωσε μισοαστεία-μισοσοβαρά. Δεν είχε πιεί πολύ και ήταν σε θέση να μας πάει, χωρίς να κινδυνεύει από αλκοτέστ. Είχε έρθει με τη φίλη του, τη Φώφη, μια μικροκαμωμένη 20 κάτι κοπέλα, με μαλλιά σαν χελιδονοφωλιά και στα πρόθυρα της κατάρρευσης από το ποτό.

Δεχθήκαμε με ανακούφιση τη πρόταση και στριμωχτήκαμε πίσω στο -δεκαετίας και βάλε- αυτοκινητάκι του. Η Σόφη δίπλα μου με κρατούσε σφιχτά και ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο μου. Είχε κάτι το ερωτικό αυτή η στάση, αλλά και οικείο ταυτόχρονα. Αφήσαμε τη Σόφη σπίτι της. Πριν βγει, με φίλησε στο στόμα και μου ψιθύρισε κάτι σαν “αγάπη μου” αλλά δεν ήμουν και σίγουρη. Στο δρόμο για το πατρικό μου, στριφογύριζα τα συμβάντα της ημέρας. Ήμουν σίγουρα υγρή και γεμάτη επιθυμίες. Φτάσαμε! Ο Μανώλης προσφέρθηκε να με πάει στην εξώπορτα, κοιτώντας τη Φώφη που ροχάλιζε ελαφρά στη θέση του συνοδηγού. Δέχθηκα! Στα σκαλοπάτια της πόρτας γύρισα να τον ευχαριστήσω κι εκείνος με μια γρήγορη κίνηση με φίλησε στο στόμα. Δεν αντιστάθηκα!

Άρχισε να με χαϊδεύει... Έμεινα ακίνητη και δεχόμουν τα χάδια του... Καιγόμουν! Ήθελα απεγνωσμένα να αγαπηθώ, να νιώσω ένα αντρικό μόριο μέσα μου, να καλύψω το χαμένο χρόνο των επιθυμιών μου. Εκείνος ξεκούμπωσε το φερμουάρ του, απελευθερώνοντας το πέος του. Στητό, περήφανο, έτοιμο. Το πήρα στο χέρι μου! Το χάιδεψα! Ετοιμαζόμουν να το πάρω στα χείλη μου, όταν αισθάνθηκα κίνηση πίσω από τη πόρτα. Πάγωσα! Ο Μανώλης προσπάθησε πιάνοντάς με από τα μαλλιά να με οδηγήσει στον ανδρισμό του. Αντιστάθηκα... Τον κοίταξα στα μάτια και του έδειξα την πόρτα...

-    «Δεν είμαστε μόνοι» του ψιθύρισα.

Το αντιλήφθηκε κι εκείνος. Με βεβιασμένες κινήσεις ανέβασε το φερμουάρ και έμεινε ακίνητος μ’ ένα ερωτηματικό ύφος. Μιλώντας δυνατά, τον καληνύχτισα και του έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο. Τον ευχαρίστησα που μ’ έφερε σώα και αβλαβή σπίτι μου και ψιθυριστά του είπα ότι θα μας δοθεί κάποια άλλη ευκαιρία. Απογοητευμένος, κατευθύνθηκε στο σαραβαλάκι του.

Έμεινα για λίγο στο πλατύσκαλο. Ήμουν ξαναμμένη και θυμωμένη που δεν έκανα τις επιθυμίες μου πράξη. Ήμουν γενικά μπερδεμένη… Αλλά ήμουν και υγρή. «Θεέ μου είναι άδικο» παραπονέθηκα μέσα μου. Άναψα ένα τσιγάρο προσπαθώντας να ηρεμήσω. Τα μάτια μου, μόλις προσαρμόστηκαν ξανά, μετά από το μετείκασμα της κάφτρας, στράφηκαν στη πόρτα. Άρχισα να διακρίνω στο φωτάκι του χολ μια σκιά. Μόλις συνήθισα το αχνό φως διαπίστωσα και ποιός ήταν: Ο Μάκης. Ο αδελφούλης μου. Ακόμα και σ’ αυτό το υποτυπώδες από πλευράς φωτεινότητας περιβάλλον, μπορούσα να διακρίνω το φούσκωμα στο παντελόνι της πιτζάμας του. Χριστέ μου, ο αδελφός μου είναι ερεθισμένος με μένα.

Απίστευτα και ανάμεικτα συναισθήματα με πλημμύρισαν. Αν είναι δυνατόν: ένιωσα ακόμα πιο υγρή. Ήμουν πιωμένη, αναμμένη και γεμάτη «θέλω»... Όχι! Δεν θα τελείωνε έτσι το βράδυ μου. Έσβησα το τσιγάρο και κατευθύνθηκα προς τη πόρτα. Ο Μάκης εξαφανίστηκε από το οπτικό μου πεδίο, πριν ακόμα βάλω το κλειδί στη κλειδαριά. Έβγαλα τις γόβες μου (δεν ήθελα με τίποτα να ξυπνήσουν οι γονείς μου) και πήγα στη κρεβατοκάμαρα μου. Το σπίτι ήταν ζεστό. Χωρίς να κλείσω τη πόρτα έβγαλα το φόρεμα και κατευθύνθηκα στο μπάνιο. Περνώντας από το δωμάτιο του Μάκη, είδα τη πόρτα του μισάνοιχτη και το φως σβηστό. «Ωραία», είπα μέσα μου... «Θα του δώσω ένα καλό θέαμα!»

Αφού έκανα πιπί μου, έβαλα ένα καινούριο σερβιεττάκι. Θεέ μου το παλιό είχε μουλιάσει. Κοιτάχθηκα στο καθρέπτη. Το μακιγιάζ -όσο είχε απομείνει- έδειχνε απαίσιο. Ξεβάφτηκα στα γρήγορα και γύρισα στο δωμάτιό μου. Άφησα τη πόρτα -μια χαραμάδα- ανοιχτή. Άναψα το πορτατίφ δίπλα μου και ξάπλωσα με τα εσώρουχα πάνω από τα σκεπάσματα. Πήρα ένα περιοδικό και έκανα πως διαβάζω. Οι αισθήσεις μου ήταν οξυμένες μέσα στη σιγαλιά... Ειδικά η ακοή μου.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, όταν άκουσα ένα ανεπαίσθητο ήχο. Με την άκρη του ματιού μου είδα μια πιο σκούρα σκιά στο σκοτάδι του χολ. Το σκηνικό ήταν έτοιμο. Η σκηνή, Η πρωταγωνίστρια και ο θεατής. Χωρίς να κοιτάω προς τη πόρτα, άφησα το περιοδικό και πήρα τη βούρτσα των μαλλιών. Την πέρασα δυο τρεις φορές απ’ τα μαλλιά μου και την κοίταξα με ύφος. Έβαλα τη λαβή στο στόμα μου, μισοκλείνοντας τα μάτια μου. Άρχισα να την πιπιλάω μαλακά και ο θεατής μου άφησε ένα μικρό ήχο. Χωρίς ν’ ανοίξω τα μάτια μου, συνέχισα... Το πέος του Μανώλη πρόβαλε στη σκέψη μου. Ένιωθα την υγρασία να εισβάλλει...

Μπερδεμένες εικόνες έρχονταν καταιγιστικά στο μυαλό μου... Η Σόφη, το φιλί, οι αυνανιστές συνάδελφοι, ακόμα και το “πι” του μέλλοντος του αφεντικού. Κατέβασα το σουτιέν αποκαλύπτοντας στο θεατή μου το στήθος μου. Όχι, δεν ήταν ιδέα μου! Ο συριγμός ήταν υπαρκτός. Κι ένας ήχος υγρού δέρματος. Η επιθυμία μου εκτοξεύτηκε. Παραμέρισα τη κιλότα μου και ακούμπησα τη λαβή στα «χείλη»... Φλεγόμουν! Έσπρωξα μαλακά. Ο ήχος του δέρματος επιταχύνθηκε. Τώρα προστέθηκε και μια βαριά αναπνοή. Άρχισα να τρέμω. Ανασήκωσα τη λεκάνη μου. Ο οργασμός (ή μήπως οι οργασμοί;) έρχονταν σε κύματα. Έκλαιγα και άφηνα μικρές κραυγούλες... Δεν ξέρω πόση ώρα συνέχισα... Όταν συνήλθα ήμουν σκεπασμένη (!) σε στάση εμβρύου και το πρώτο αχνό φως της μέρας, έκανε τον πονοκέφαλό μου χειρότερο. Η βούρτσα ήταν στο κομοδίνο μου και το πορτατίφ σβηστό!!!

Η Σόφη στο τηλέφωνο μου είπε γελώντας ότι πρέπει να χύθηκαν ποταμοί σπέρματος για πάρτη μου χθες κι εγώ της απάντησα με χάχανα, ότι δεν έχει ιδέα πόσοι πολλοί...

Στο μεσημεριανό Σαββατιάτικο τραπέζι, κάθισα απέναντι στο Μάκη. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντα, αλλά δεν είχε καμία σημασία. Είχε μαύρους κύκλους στα μάτια και μου χαμογελούσε τρυφερά. Του χαμογέλασα κι εγώ...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")