Ανορθόδοξες Ιστορίες: Ιστορία 2η

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

(Ο αλβανός της γειτονιάς σας). Του το έπαιζε παρθένα κι αυτό τον εκνεύριζε. Λες και δεν έβλεπε πως κοίταγε τους οικοδόμους που έχτιζαν απέναντι! Το ποτήρι ξεχείλισε όταν αρνήθηκε να του δώσει κώλο.

Πήγε κι έπιασε έναν από αυτούς. Πενήντα ευρώ για να τον απασχολήσει μία ώρα. Του έδωσε καπότες -όρος απαράβατος -και του άνοιξε την πόρτα. Μετά πήγε στη δουλειά του.

Το Σοφάκι ήταν μέσα και έκανε γυμναστική. Ο Μηνάς μπήκε με τις σακούλες που του έδωσε ο άλλος.

-    «Ποιος είσαι;» Η Σοφία ούρλιαξε.

-    «Όχι όχι! Με έστειλε κύριος Μάριος! Φέρνω ψώνια.»

Εξήγησε ο Μηνάς κι άφησε τις σακούλες στον πάγκο. Δε φορούσε μπλούζα και την έβλεπε να τον κοιτάζει πεινασμένα.

-    «Κύριος Μάριος έφυγε για δουλειά.» της είπε.


-    «Το ξέρω. Κάθισε να πιούμε καφέ.»

Του πρότεινε εκείνη κι άρχισε να τον πλησιάζει. Σίγουρη για την καύλα του, τον έγδυσε.
Είχε ωραίο καυλί, μεγάλο και μαυριδερό. Άρχισε να το γλύφει με μαεστρία.


-    «Σου αρέσει;» τον ρώτησε.


-    «Πολύ! Γλύφε!»

Της έβαλε το κεφάλι στα αρχίδια του. Άρχισε να τα φιλάει.
Το Σοφάκι στήθηκε. Ο Μηνάς φόρεσε την καπότα.


-    «Θα σε γαμήσω» της είπε. «Ελπίζω να μην πειράξει κύριο Μάριο…»


-    «Γάμησέ τον μωρέ αυτόν τώρα. Έλα μωρό μου, βάλτο μου…»

Έπιασε το καυλί του και το οδήγησε στο μουνί της. Ο Μηνάς την κάρφωσε κι άρχισε να την πηδάει. Γούσταρε πολύ το γαμήσι του. Την καύλωνε που την πηδούσε ένας γεροδεμένος Αλβανός σαν την χειρότερη πουτάνα. Και δεν του αρνήθηκε τίποτα. Τον άφησε να χώσει το παλαμάρι του στο κώλο της ενώ εκείνη έπαιζε το μουνί της.


-    «Χύνω» του είπε.

Ο Μηνάς επιτάχυνε. Έτρεμε. Έτρεμε και έχυνε τα δάχτυλά της. Ο Μηνάς μούγκριζε, κοντεύοντας κι εκείνος να τελειώσει.


-    «Που τα θες πουτάνα;» ρώτησε.


-    «Στο στόμα μου!» του είπε και γονάτισε.

Ο Μηνάς έβγαλε την καπότα, άρχισε να τον παίζει και της τον μπούκωσε στο στόμα, απελευθερώνοντας καυτό σπέρμα. Η Σοφία ρουφούσε λαίμαργα στραγγίζοντάς τον.


-    «Ευχαριστώ κυρία. Καλό απόγευμα!» της είπε ο Μηνάς και έφυγε. Λίγο αργότερα γύρισε ο Μάριος. Εκείνη ήταν ακόμη εκεί, χυμένη. Τον περίμενε.
Ήρθε και την φίλησε.


-    «Πως ήταν η μέρα σου;» την ρώτησε πονηρά.


-    «Συνηθισμένη.» του είπε ψέματα χαμογελώντας.


-    «Περίεργη γεύση έχει το στόμα σου.» της είπε. «Έκανες τίποτα περίεργο;»


-    «Ποιος εγώ; Όχι βέβαια!» απάντησε εκείνη ελαφρώς θιγμένη.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")