Ένας φλώρος στο Ζεφύρι

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ντάλα καλοκαίρι ήτανε εκείνη τη μέρα. Δόξα στο Θεό (και στο ταλέντο μου στα χρηματοοικονομικά) το καλό μου, ακριβό σπορ αμάξι είχε δυνατό κλιματισμό και μπορώ να πω...

ότι απολάμβανα χαιρέκακα την εικόνα των πεζών που λούζονταν στον ιδρώτα, ενώ εγώ δροσιζόμουν στη μέση της Λιοσίων, ακούγοντας την αγαπημένη μου μουσική από το cd και κατευθυνόμενος προς το σπίτι ενός πολύ καλού μου πελάτη. Ο τύπος είχε μια απίστευτη περιουσία, που την έκανε με έξυπνες επενδύσεις, χάρη και στις συμβουλές μου. Ωστόσο, παρά τα εκατομμύριά του, συνέχιζε να μένει στο πατρικό του σπίτι, στο Ζεφύρι.

«Καλά, τύπος με τόσα λεφτά και μένει σε μια τέτοια φτωχογειτονιά;» θα μου πείτε. Ναι, αλλά αν μπαίνατε στο σπίτι του, θα ντρεπόσασταν να πατήσετε τα μάρμαρα Πεντέλης και τα περσικά χαλιά. Στην τελική, εγώ θα του πω που θα μείνει; Ο καθένας κάνει ότι γουστάρει, αρκεί να μην σ ενοχλεί…

Φρίκαρα άσχημα όταν είδα ότι ο δρόμος του ήταν κλειστός λόγω έργων - κι ας μην έβλεπα εργάτες πουθενά τριγύρω. Θα έπρεπε, λοιπόν, να παρκάρω τουλάχιστον δύο τετράγωνα μακριά και να πάω με τα πόδια. Και τι σημαίνει αυτό; Ότι θα λουστώ κι εγώ στον ιδρώτα, μέσα στο λευκό λινό Hugo Boss κοστούμι μου (800 ευρώ, παρακαλώ) και στο DKNY μεταξωτό πουκάμισό μου (άλλα 200). Υπερβολή όλα αυτά; Μάγκες, τα βγάζω και τα χαλάω όπως γουστάρω. Άλλωστε, στη δουλειά μου πρέπει να δείχνεις ότι βγάζεις χρήμα. Πώς να σου εμπιστευτεί ένας ζάπλουτος την περιουσία του, αν σε δει με ένα παλιό-τζην κι ένα μακό; Άσε που το elegant και κομψό σώμα μου, κολακεύεται από το καλό ντύσιμο…

Είχα καλύψει το ένα τετράγωνο και παρατηρούσε χαιρέκακα τα χαμόσπιτα της γειτονιάς του. Κάτι γυφτάκια έτρεχαν ξυπόλητα στον παραπάνω δρόμο. Μια γριά ντυμένη στα μαύρα άπλωνε μπουγάδα. Ένας συνταξιούχος, με μια τρύπια φανέλα, διάβαζε εφημερίδα στην αυλή του σπιτιού του. «Τι κόσμος...» σκέφτηκα, έφερα στο μυαλό μου την γειτονιά μου στην Φιλοθέη και τίναξα τα πέτα του σακακιού μου. «Φτώχια καταραμένη… ».

Και τότε, από το πουθενά, μου ήρθε η ψυχρολουσία. Στο κεφάλι μου, στο λευκό σακάκι μου και στο πουκάμισό μου ήρθε ένα μπουγέλο βρωμόνερα, ανακατεμένα με λάσπη και χώμα. Τα μάτια μου γύρισαν ανάποδα από τα νεύρα -μου κατέστρεψε το κοστούμι!

-    «Εεεε!» φώναξα άγρια και γύρισα προς τα πάνω.

Στον πρώτο όροφο μιας παλιάς, παρακμιακής πολυκατοικίας διέκρινα μια γυναικεία φιγούρα.

-    «Πρόσεχε μωρή μαλακισμένη…» ούρλιαξα, όταν συνειδητοποίησα πως σ αυτή την κατάσταση δεν μπορούσα να πάω στον πελάτη -έπρεπε να γυρίσω σπίτι και να αλλάξω ρούχα!

-    «Άντε γαμήσου ρε φλωράκι» απάντησε εκείνη με μια τραχιά, βραχνή φωνή, που από το τηλέφωνο μπορεί και να την περνούσες για άνδρα.

Σάλταρα. Με βρίζει κι από πάνω, η φτωχοπουτάνα!

-    «Τι είπες, μωρή βρώμα; Θα σε γαμήσω!» της γύρισα…

Και τότε έγινε το απίστευτο: Είδα τη σαγιονάρα της να σπρώχνει με νεύρο τα βρωμόνερα από το μπαλκόνι και σε κλάσματα του δευτερολέπτου έφαγα και το δεύτερο μπουγέλο.

Δεν έλεγχα πια τον εαυτό μου. Έβραζα από τα νεύρα. Δεν είχα καταφέρει να δω την φάτσα της, αλλά κατάλαβα ότι πρέπει να ήταν γύρω στα 35, βαμμένη ξανθιά, όχι πολύ ψηλή και με κανονικό σώμα. Η ματιά μου έπεσε στην πόρτα της πολυκατοικίας. Ήταν ανοικτή. Δίστασα να ορμήσω, αλλά όταν την άκουσα να ξαναφωνάζει κάτι σαν: «πάρε κι αυτά, πουστάκι», δεν άντεξα. Χίμηξα μέσα, ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά και βρέθηκα μπροστά σε μια ανοικτή πόρτα διαμερίσματος. Το σκηνικό ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα: Φτηνά έπιπλα, άβαφτοι τοίχοι, ένας παλιο-καναπές και μια τηλεόραση. Από μέσα μύριζε κρεμμύδι. Η καριόλα -που δεν φαινόταν πουθενά- κάτι μαγείρευε…

Δεν είχα προλάβει να αποφασίσω τι θα κάνω, όταν ξαφνικά πετάχτηκε πίσω από την πόρτα και βγάζοντας ένα μουγκρητό μου έχωσε μια δυνατή κλωτσιά ανάμεσα στα πόδια. Από τη δύναμη, η βρώμικη σαγιονάρα της έφυγε και πετάχτηκε έξω στο διάδρομο. Διπλώθηκα απ τον πόνο. Δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω. Σκυμμένος όπως ήμουν, έβλεπα μόνο τα πόδια της (τα νύχια της ήταν βαμμένα άσπρα, με φτηνό βερνίκι) που ήταν μέσα στα χώματα και τις λάσπες. Μέσα στην ζάλη μου, διαπίστωσα πως οι γάμπες της ήταν απίστευτα γυμνασμένες και οι γραμμωμένοι μηροί της πρόβαλαν κάτω από μια ποδηλατική βερμούδα από λίκρα. Η σκύλα ήταν πολύ γυμνασμένη και κατάλαβα ότι είχα μπλέξει άσχημα, όταν με άρπαξε βίαια από τα μαλλιά και με έσυρε μέσα στο διαμέρισμά της. Μετά, έκλεισε την πόρτα πίσω της με βρόντο.

-    «Τώρα θα σε τσακίσω σκατόφλωρε» είπε μουγκρίζοντας και μου έχωσε μια δεύτερη γονατιά στο στήθος, κρατώντας το κεφάλι μου κάτω.

Βόγκηξα. Όμως, το χειρότερο ήταν ότι εντελώς ανεξήγητα είχα καυλώσει! Με μια σπρωξιά με πέταξε στο πάτωμα κι άρχισε να με κλωτσάει παντού: Στο κεφάλι, στο στομάχι, στο πρόσωπο, στο στήθος. Η δεύτερη σαγιονάρα είχε φύγει κι αυτή από τις κλωτσιές και τα γυμνά της πόδια άφηναν σημάδια λάσπης στο λευκό κοστούμι μου. Ξαφνικά, σταμάτησε και με πάτησε στο λαιμό. Μου κόπηκε η ανάσα και τότε μόνο κατάφερα να γυρίσω και να δω το πρόσωπό της. Ήταν άγρια όμορφη. Είχε ξανθά πλατινέ μαλλιά, τετράγωνο σέξι σαγόνι, καταγάλανα μάτια και από το φανελάκι που φορούσε διακρίνονταν τα γυμνασμένα μπράτσα της. Είχα πέσει σε αθλήτρια κι αυτό ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρο. Την είχα άσχημα…

Η σκύλα είχε κολλήσει για τα καλά το πέλμα της στο καρύδι του λαιμού μου και το πίεζε.

-    «Με έβρισες, πουστάκι; Ε; Τόλμησες να με βρίσεις;» είπε και προσπάθησα να απαντήσω.

Έσκυψε χωρίς να πάρει το πόδι της από το λαιμό μου και με έφτυσε στο πρόσωπο, με μανία.

-    «Σκάσε! Μην κουνηθείς γιατί σε τέλειωσα» με απείλησε και τότε κόλλησε την πατούσα της στο πρόσωπό μου.

Σάλια, χώματα, ιδρώτας του ποδιού της και βρώμικα νερά ανακατεύτηκαν στο πρόσωπό μου. Η ποδαρίλα που ανάδιδαν τα πόδια της ήταν ανυπόφορη. Πρέπει να είχε να τα πλύνει εδώ και μέρες, όμως συνέχιζε να με καυλώνει ολοένα και πιο πολύ! Όπως ήμουν ανάσκελα πια, μου έπιασε τα χέρια απ τους καρπούς και άρχισε με το πόδι της να μου πατάει τη μύτη, μετά το στόμα, μετά τα μάτια, βάζοντας κόντρα. Με είχε σχεδόν διαλύσει.

-    «Σ’ αρέσει ρε φλωράκι;» είπε γελώντας και με ξαναέφτυσε.

Μετά, έχωσε τα δάκτυλα του ποδιού της στο στόμα μου.

-    «Γλύψτα! Γλύψτα, ρε αδελφούλα γιατί θα σε σκοτώσω σήμερα» με διέταξε άγρια.

Άρχισα να γλύφω τα βρώμικα πόδια της με μανία. Ταυτόχρονα, κάθε λίγο, εκείνη έσκυβε ξανά και με έφτυνε στο πρόσωπο. Με είχε πραγματικά ταπεινώσει όσο δεν έπαιρνε άλλο…

Μετά από λίγα λεπτά, που όλη η λάσπη και η βρώμα από τα πόδια της είχε καταλήξει στο στόμα μου, με διέταξε να γυρίσω μπρούμυτα. Μην μπορώντας να κάνω αλλιώς κόλλησα τη μούρη μου στο πάτωμα. Και πριν προλάβω να καταλάβω το λόγο, άρπαξε με δύναμη τα χέρια μου και μου πέρασε, οπισθάγκωνα, χειροπέδες. Ήμουν, πλέον, στο έλεός της. Με άρπαξε από το σβέρκο βίαια και με έσπρωξε προς το μπαλκόνι. Ήταν γεμάτο λάσπες και βρωμόνερα, αφού η σκύλα πότιζε κάτι σπασμένες γλάστρες. Με μια κλωτσιά στον κώλο, με πέταξε κάτω. Κάθισα με το (όχι πια) λευκό παντελόνι μου στο πάτωμα του μπαλκονιού και κατάφερα να στηρίξω την πλάτη μου στον τοίχο. Είχα χεστεί πάνω μου. Δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου σ αυτή την κατάσταση, αλλά η καύλα μου ήταν απερίγραπτη και πρωτόγνωρη.

Με χαστούκισε άγρια. Τα βαμμένα άσπρα νύχια των χεριών της χάραξαν το μάγουλό μου. Με ξαναχαστούκισε, πιο δυνατά αυτή τη φορά και αίματα πετάχτηκαν απ τη μύτη μου. Έσκυψε και με έφτυσε ξανά, ενώ αμέσως μετά με χαστούκισε με το πέλμα της. Με μια γρήγορη κίνηση, μου έσκισε το πουκάμισο, που τώρα πια θύμιζε σφουγγαρόπανο.

-    «Τώρα, φλωράκι, θα πάθεις κάτι πολύ άσχημο» μου ψιθύρισε στ αυτί γελώντας με κακία και μου εξήγησε: «Θα σε κάνω να τελειώσεις. Και θα σ’ αρέσει τόσο, παλιοπουστάκι, που θα ‘ρχεσαι κάθε μέρα και θα κλαις σαν σκύλος έξω απ την πόρτα μου. Θα μου σκας όλο το μισθό σου για να σε ξεφτιλίζω. Θα με παρακαλάς κλαίγοντας να σε κλωτσάω, να σε πατάω, να σε φτύνω, να σε χαστουκίζω, να σε ταπεινώνω».

Κι ενώ με τρόμο σχεδόν κατάλαβα τι ήθελε να πει (και, διάβολε, είχε δίκιο!) κάθισε ξαφνικά κάτω, με την πλάτη στα κάγκελα του μπαλκονιού και την όψη της προς εμένα.

Το ένα της πόδι, κόλλησε στον καβάλο μου και άρχισε να τον πιέζει με δύναμη. Η βρώμικη λασπωμένη πατούσα της σχεδόν έλιωνε τον πούτσο μου. Το άλλο της πόδι ήρθε απότομα και κόλλησε στο πρόσωπό μου, γεμίζοντας το στόμα μου με λάσπες και τα ρουθούνια μου με ποδαρίλα. Η σκληρή φτέρνα της κάθισε στο καρύδι μου και τα δάκτυλα της πάτησαν με δύναμη στα ματωμένα χείλη μου. Άπλωσε τα χέρια της γρήγορα και μάγκωσε τα μπράτσα μου από την έξω μεριά. Οι χειροπέδες δεν με άφηναν να αντιδράσω, αλλά πολύ φοβάμαι ότι με τέτοια καύλα και λυμένος να ήμουν, δεν θα έκανα απολύτως τίποτα.

-    «Ήρθε η ώρα σου, φλωράκι» μούγκρισε η σκύλα.

Άρχισε με ρυθμικές κινήσεις να με τραβάει προς το μέρος της με τα χέρια της και ταυτόχρονα να με σπρώχνει προς τον τοίχο, πατώντας με το ένα πέλμα της ανάμεσα στα πόδια μου και με το άλλο στο πρόσωπό μου.

-    «Γλύψε τα πόδια μου, ρε μαλακισμένο! Γλύψτα!» φώναζε και άρχισε μια επαναλαμβανόμενη κίνηση μπρος-πίσω.

Η βρώμικη πατούσα της έλιωνε τον πούτσο μου. Η ποδαρίλα της με έπνιγε και τα δάκτυλά της κόντευαν να σπάσουν τα δόντια μου.

-    «Πάρ’ τα! Πάρ’ τα, πουστάκι» μούγκριζε γελώντας και εγώ βογκούσα και καύλωνα όσο ποτέ στη ζωή μου. «Χύσε στα πόδια μου, ρε! Χύσε, ρε ξεφτίλα!» ούρλιαξε…

Και με έφτυσε ξανά στο πρόσωπο, την ώρα που, κοντεύοντας να πάθω ασφυξία από την ποδαρίλα, ο πούτσος μου άδειαζε μέσα στο παντελόνι μου μια μεγάλη ποσότητα σπέρματος. Συνέχισε να με λιώνει μέχρι που έκλεισα τα μάτια μου και έχασα τον κόσμο.

Σηκώθηκε, με έφτυσε άλλη μια φορά και στο πρόσωπό της ζωγραφίστηκε η αηδία, καθώς με έβλεπε μες στα αίματα, τις λάσπες, με σκισμένα ρούχα, μισοπεθαμένο, στο μπαλκόνι της. Την ένιωσα να χώνει το χέρι της στην τσέπη του σακακιού μου και να μου παίρνει κάπου 1500 ευρώ από το πορτοφόλι. Μετά, μου το πέταξε με δύναμη στο πρόσωπο, με χαστούκισε ξανά με την πατούσα της και με άρπαξε από το σβέρκο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μου έβγαλε τις χειροπέδες.

-    «Χάσου απ' τα μάτια μου. Και μην ξανάρθεις εδώ, αν δεν έχεις τουλάχιστον δυο χιλιάρικα πάνω σου».

Βρέθηκα, ξαφνικά, στο διάδρομο της πολυκατοικίας, σε άθλια κατάσταση και η πόρτα της έκλεισε με δύναμη πίσω μου.

-    «Άντε γαμήσου, τώρα, σκατόφλωρε…» την άκουσα να λέει, καθώς απομακρυνόταν.

Έφυγα άρον- άρον. Γύρισα σπίτι, έκανα ένα ντους και άλλαξα ρούχα. Φόρεσα ένα άλλο Armani λινό κοστούμι και ένα πουκάμισο Versace. Τηλεφώνησα στον πελάτη, προφασίστηκα τρακάρισμα και έβαλα το ραντεβού για την άλλη μέρα. Μετά, πήρα την πιστωτική μου κάρτα από το άδειο πορτοφόλι. Σταμάτησα με το αυτοκίνητο στο πρώτο ΑΤΜ. Σήκωσα κάπου 2.000, έβαλα βενζίνη και έστριψα και πάλι στη Λιοσίων. Η σκύλα έκανε την τύχη της. Στην τράπεζα έχω κάπου 50.000 ευρώ και πολλά ακριβά κοστούμια στην ντουλάπα μου…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")