Ανεξέλεγκτο πάθος

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

«Να πας να κάνεις και ότι θες! Να περάσεις και όσο πιο καλά μπορείς. Κάνε ότι γουστάρεις… και με άλλον αν θες πήγαινε. Αρκεί να μη το μάθω, να μην μου βάλεις την υποψία ότι τρέχει κάτι!

Αρκεί να μη καταλάβω τίποτα στο λέω. Δε θέλω να καταλάβω το παραμικρό παραστράτημα. Αν είναι να το κάνεις, πρόσεξε να μη σε καταλάβω!»

Ο ήχος του κινητού της την έβγαλε λίγο από τη συζήτηση στο βραδινό γεύμα με τη παρέα. Έσκυψε λίγο σα να μην ήθελε να δώσει στόχο ότι μιλάει και να μην ενοχλήσει αλλά ούτε και να φύγει από τη παρέα.

«Έλα, τι έγινε και παίρνεις βραδιάτικα; Σου είχα πει ότι θα είμαι σε ξένο σπίτι για φαγητό».

Η φωνή του ακούστηκε βαριά. Με κοφτό τόνο της είπε πως σε 2 ώρες θα είναι εκεί.

«Πας καλά…;» δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της.

«Ξέρεις που θα σε βρω, σε 2 ώρες να είσαι έτοιμη…»

Η κλήση τερματίστηκε. Της το έκλεισε πριν προλάβει να του απαντήσει. Ταράχτηκε έπρεπε να φύγει πιο νωρίς από ότι σκόπευε και έπρεπε να το κάνει μόνη της. Πως θα έλεγε στους συνοδούς της τώρα τι συνέβη… αναρωτήθηκε. Βιαστικά, τους είπε πως δεν είναι και πολύ καλά και θα πρέπει να γυρίσει στο ξενοδοχείο μόνη της. Ο ένας που εδώ και μέρες την φλέρταρε έως και έντονα, προσφέρθηκε να την συνοδεύσει. Το βλέμμα της όμως αυτή τη φορά ήταν αυστηρό και έδειχνε να εννοεί αυτό που έλεγε.

-    «Όχι θα πάω μόνη μου».

Είχε περάσει ήδη μια ώρα μέχρι να πάρει την απόφαση να φύγει, το σημείο συνάντησης ήταν άλλο τόσο μακριά. Αναρωτιόταν τι το ήθελε σήμερα να απομακρυνθούν τόσο πολύ. Φόρεσε τη καπαρντίνα της και έφυγε βιαστικά. Της ήταν πάντα δύσκολο να οδηγήσει με τις γόβες αλλά τώρα ήταν έκτακτο και το άγχος της δε την άφηνε να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Μπήκε στο αμάξι και ξεκίνησε.

Από μακριά την είδε να στέκεται κάτω από το χλωμό φως της κολώνας της ΔΕΗ μπροστά στο πεζούλι. Σε γνωστό σημείο που είχαν περάσει και τους άρεσε πολλές φορές στο παρελθόν. Στέκονταν εκεί με τα πόδια ενωμένα, τα χέρια σταυρωμένα κάτω απ’ το στήθος της με το τσιγάρο της να τρέμει στο χέρι της. Κάπνιζε νευρικά. Αν και είχε σταματήσει τόσο καιρό σήμερα δεν αντιστάθηκε.

-    «Δεν νομίζω ότι σου έδωσα κανένα δικαίωμα να έρθεις εδώ απρόσκλητος, πόσο μάλλον στις 2 το πρωί. Ούτε έκανα κάτι για να νομίζεις ότι απίστησα και να μου φερθείς έτσι», του είπε με τρεμάμενη κι αγχωμένη φωνή.

Εκείνος σταμάτησε μπροστά της, την κοίταξε στα μάτια, την παρατήρησε, την εξερεύνησε. Την κοίταξε κατάματα κι ύστερα πρόσεξε το έντονο βάψιμό της, το κατακόκκινο κραγιόν, τα φροντισμένα μαλλιά της. Φανερά εκνευρισμένη κάπνιζε τώρα, τρέμοντας. Είδε το ντύσιμο της, αρκετά επίσημο για την περίσταση, τα δάχτυλα της τα μακριά που τα θαύμαζε, με άψογα βαμμένα κατάμαυρα νύχια.

-    «Γιατί εκνευρίζεσαι και αγχώνεσαι, γιατί τρέμεις; Σε διέκοψα από κάτι, από τα χαϊδολογήματα με τον εραστή σου;»

-    «Ναι με διέκοψες!!!» Του είπε με πιο έντονο τόνο. «Ήμουν με το γκόμενο, θες κάτι;» Συνέχισε με προκλητικό ύφος.

Ήθελε να πει κι άλλα ακόμα χειρότερα από τα νεύρα για την απρόσμενη επίσκεψή του. Όμως δε πρόλαβε. Τη χαστούκισε όχι τόσο δυνατά αλλά για αυτήν ήταν αρκετό. Ποτέ δεν είχε σηκώσει χέρι πάνω της. Όμως αυτή τη φορά ένιωσε διαφορετικά. Ένιωθε ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τα βγάλει πέρα μαζί της. Ένιωθε ότι έπρεπε να το κάνει… τα νεύρα του τον ωθούσαν… τον έσπρωχναν. Δεν ήταν ώρα για συζητήσεις και αυτή ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν με τα λόγια. Γι’ αυτό και συχνά την αποκαλούσε επικίνδυνη γυναίκα. Εκείνη έμεινε άναυδη, άφησε από τα δάχτυλά της να πέσει κάτω το τσιγάρο και έκανε να ανταποδώσει το χτύπημα. Όχι δεν είχε πονέσει αλλά δε θα του περνούσε. Της έπιασε το χέρι πριν προλάβει να τον χτυπήσει. Την κοίταξε αγριεμένος και την τράβηξε πάνω του. Γύρισε το κεφάλι της πλάγια να μη τον βλέπει και να μη κοιτάζει το πρόσωπο του. Το χέρι της πονούσε από τη δύναμη του. Τον ένιωθε ταραγμένο, νευριασμένο.

Την έπιασε από τη μέση και την κόλλησε πάνω του. Έσκυψε στο λαιμό της και με κλειστά μάτια απόλαυσε το άρωμα της. Πάνω στο δέρμα της αυτό το άρωμα γινόταν κάτι παραπάνω από παραίσθηση. Το χέρι του χάιδεψε το κορμί της.

-    «Όχι… μη… δεν είμαι δική σου» ψέλλισε εκείνη καθώς ένα δάκρυ κύλησε στα βαμμένα της μάγουλα.  

Δεν ήταν δάκρυ πόνου, ούτε στεναχώριας. Ένιωθε το σώμα της πάνω του να τρέμει. Δάκρυζε γιατί τη διεκδικούσε, ήξερε ότι ήρθε για εκείνη και μόνο. Πως αδιαφορούσε για τους φίλους του και το χρόνο του. Δάκρυζε από ηδονή και το σώμα της έτρεμε. Ένιωθε την διεκδίκηση του.

-    «Σταμάτα.. δεν είμαι δική σου» του ψιθύρισε ξανά καθώς ένιωθε το χέρι του στα μπούτια της να τη χαϊδεύει λαίμαργα.

Ένιωθε ότι την διεκδικούσε από τα πάντα, όχι από ένα τυχαίο φλερτ ούτε από κάποιον που της άρεσε. Την διεκδικούσε από το τίποτα από κανέναν, την διεκδικούσε από τον ίδιο της τον εαυτό. Ποτέ της άλλωστε δε κοίταξε διαφορετικά κάποιον τρίτο.

-    «Μη σε παρακαλώ» ψιθύρισε πάλι.

Το χέρι του μπήκε κάτω από τη φούστα της.

-    «Όχι, όχι μη.. δεν σου ανήκω» του έλεγε σιγανά και αργά με τρόπο που δε το εννοούσε.

Έφτασε στο εσώρουχο της, το δέρμα της το ένιωθε δροσερό απαλό λείο.

-    «Δεν σου ανήκω» του ψέλλισε ξανά κι εκείνος τράβηξε με δύναμη το εσώρουχο της που κομματιάστηκε.

Ένας αναστεναγμός βγήκε από μέσα της. Τον έκρυψε όμως, ίσα που ακούστηκε. Της ανασήκωσε τη φούστα, και καυλωμένος όπως ήταν ετοιμάστηκε να την γαμήσει.

-    «Όχι σε παρακαλώ».

-    «Είσαι δική μου» της ψιθύρισε με άγριο πάθος στο αυτί της και τον έχωσε μέσα της.

Σήκωσε το πόδια της και τον αγκάλιασε για να τον σπρώξει βαθιά μέσα της Εκεί κάτω από το χλωμό φως της τρεμάμενης λάμπας, ένιωθε τη καρδιά της να σπάει, τα μάτια της δάκρυσαν και τα νύχια της καρφώθηκαν στη πλάτη του. Την τον έβαζε αργά, με σιγουριά κι αυτοπεποίθηση, σε κάθε κίνησή του το μουνί της άνοιγε διάπλατα. Ένιωθαν την επαφή τους έντονη και αργή. Το σώμα της έτρεμε σε κάθε του σπρώξιμο.. Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο σεξ, δεν ήταν απλά έρωτας ούτε αγάπη, ήταν όλα αυτά μαζί, της έκλεβε όλο το είναι της, όλη τη ψυχή της. Του παρέδιδε τα πάντα και ακόμα πιο πολλά. Γιατί ακόμα και τα πάντα εκείνη τη στιγμή έδειχναν λίγα.

Οι ανάσες τους βάραιναν, η στιγμή κρατά αιώνια και τα σώματα τους σβήνουν στον πόθο. Ένιωθε το κορμί της να τρέμει να συσπάται. Δεν είχε ξανανιώσει ποτέ κάτι τόσο έντονο. Ένιωθε και εκείνον να βράζει πάνω της… ένιωθε το πάθος του να την τυλίγει. Έτρεμαν και οι δυο μαζί, δε κοιτάζονταν, τα μάτια τους ήταν κλειστά. Δε χρειάζονταν καν να δουν. Επικοινωνούσαν με τη σκέψη τους, με το είναι τους. Έχυσαν ταυτόχρονα κι οι δύο… τα χέρια του γράπωσαν τα κωλομέρια της κι εκείνη τον δάγκωσε δυνατά στο στήθος.

Δεν έμεινε, έφυγε το ίδιο βράδυ. Δεν κάθισε ούτε να τα πουν, ούτε τίποτα παραπάνω. Εκείνη γύρισε στο ξενοδοχείο ξεσπώντας σε κλάματα στο κρεβάτι της. Δεν μπορούσε να ελέγξει τώρα τα συναισθήματα της. Τον ήθελε, ήταν δική του για πάντα και αυτό την έκανε να τρέμει.

Για να κοιμηθεί ικανοποίησε η ίδια τον εαυτό της φέρνοντας στο μυαλό της την εικόνα του να μπαίνει μέσα της.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")