Απωθημένο ή εγωισμός

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
-    «Πότε θα έρθεις Θεσσαλονίκη για να πάρεις το προσκλητήριό σου για τον γάμο μας; Ή μήπως θέλεις να σου το στείλουμε σε περίπτωση που δεν βολέψει να έρθεις;», ήταν τα λόγια του Δημήτρη όταν μου τηλεφώνησε.

Άρχισαν να μοιράζουν τα προσκλητήρια για τον γάμο που θα έκαναν με την Ελένη. Πέρασαν κιόλας δέκα χρόνια που ήταν μαζί. Οι παρέες μας γνωρίστηκαν όταν φοιτούσαμε. «Υπεύθυνοι»” γι’ αυτό ήταν η Κατερίνα και ο Βασίλης. Η συνομιλία τους στο διαδίκτυο ένωσε τελικά τις δύο παρέες και οδήγησε σε μεγάλες και μακροχρόνιες φιλίες.

Ήταν Μάιος του 2000 όταν συνέβη. Το ραντεβού κλείστηκε στην κεντρική πλατεία της Κοζάνης για το απόγευμα στις επτά, θα βρισκόμασταν πέντε αγόρια και πέντε κορίτσια με σκοπό να γνωριστούμε και να φτιάξουμε μια κοινή παρέα, η οποία θα περνούσε μαζί τέσσερα ανέμελα και ξένοιαστα χρόνια μακριά από τον “έλεγχο” του σπιτιού και των γονέων. Το κεντρικό ρολόι, σύμβολο της πόλης χτύπησε επτά. Ήμασταν εκεί και περιμέναμε να εμφανιστούν τα κορίτσια, και από τις περιγραφές που μας είχαν δώσει κοιτούσαμε γύρω μας ανήσυχα για να τις βρούμε.

Σε μια στιγμή μια παρέα από πέντε όμορφες κοπέλες μας πλησιάζει. Ο Βασίλης που γνώριζε την Κατερίνα μας έκανε νόημα ότι ήταν αυτές. Μας πλησίασαν και αφού ανταλλάξαμε τα τυπικά, ξεκινήσαμε για το στέκι μας όπου πίναμε τον φοιτητικό μας καφέ. Από σύμπτωση τα κορίτσια μας είπαν ότι σύχναζαν στο ίδιο μαγαζί και ότι απλά δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούμε. Τα γέλια έπαιρναν και έδιναν προσπαθώντας παράλληλα να “εξερευνήσουμε” ο ένας τον άλλο.

Η πιο εντυπωσιακή κοπέλα της παρέας ήταν Αθανασία. 1.70 ύψος, αδύνατη με καστανόξανθα μαλλιά και κορμί που πολλές ζήλευαν. Η Βάσω είχε πολύ ωραία χαρακτηριστικά, σχετικά κοντούλα με ένα προσωπάκι όμως όλο νάζι. Η Αντωνία ήταν η μικρότερη της παρέας και η πιο ατίθαση. Μέσα στο κλίμα και την μόδα της εποχής, τολμούσε να κάνει πολλές αλλαγές στην εμφάνιση της. Η Ελένη η πιο ήρεμη και συνεσταλμένη από όλους, έβαζε πάντα μπροστά τα πρέπει και τα γιατί, χωρίς αυτό να την κάνει λιγότερο συμπαθή, με ύψος 1.67, καστανά μακριά μαλλιά και μια γλυκύτητα στο πρόσωπο της, έκαναν τον Δημήτρη να την προσέξει αμέσως.

Τελευταία ήταν η Κατερίνα, έξυπνη, ετοιμόλογη και με τον “αέρα” της πρωτεύουσας μου κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον. Τα ξανθά μακριά μαλλιά της και το απίστευτα μεγάλο στήθος της, με έκαναν να ονειρεύομαι μαζί της νύχτες γεμάτες πάθος και έρωτα. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να την πλησιάσω, χωρίς να φανώ βλάκας ή λιγούρης. Άλλωστε, τώρα που γνωριστήκαμε και είδα ότι οι παρέες μας είχαν πολλά κοινά, ήλπιζα σε κάτι περισσότερο μαζί της.

Οι μέρες περνούσαν πολύ όμορφα, η παρέα είχε πλέον αρχίσει να “δένει”, και τα πρώτα φλερτ έκαναν την εμφάνισή τους. Ο Δημήτρης με την Ελένη ήταν εμφανές πλέον ότι ήθελαν να είναι κάτι παραπάνω από απλοί φίλοι. Τα μηνύματα και οι αναπάντητες κλήσεις στα κινητά ήταν συνεχόμενα, πράγμα που δήλωνε ότι το πράγμα πήγαινε καλά. Η επιβεβαίωση ήρθε μια εβδομάδα αργότερα, όταν μας ανακοίνωσαν ότι είναι πλέον μαζί.

Ο καιρός περνούσε και κάθε μέρα δέναμε όλο και πιο πολύ σαν παρέα, τα ξενύχτια στα σπίτια πότε του ενός και πότε του άλλου ήταν συχνά με αποτέλεσμα πολλές φορές να υπάρχουν και κόντρες μεταξύ μας. Μια από αυτές δυστυχώς είχε σαν αποτέλεσμα η Βάσω να αποχωρήσει από την παρέα, και όσες προσπάθειες και να κάναμε, τελικά δεν γύρισε. Η στεναχώρια για το γεγονός ήταν μεγάλη, αλλά τελικά αποφασίσαμε πώς ότι έγινε, έγινε και δεν αλλάζει, θα προχωρούσαμε μπροστά και θα ήμασταν καλά. Αυτό φυσικά ήταν το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε για να μην χαλάσει όλη η παρέα.

Με όλα αυτά είχα αφήσει στην άκρη το ενδιαφέρον μου για την Κατερίνα, όχι εντελώς φυσικά. Πολλές βραδιές καθόμουν και φανταζόμουν τα μεγάλα βυζιά της να βάζουν ανάμεσά τους τον πούτσο μου και να τον “παίζουν” μέχρι να βγουν τα χύσια μου και να τα πλημμυρίσουν. Με τις σκέψεις αυτές είχα τραβήξει τις καλύτερες μαλακίες πολλές φορές για το χατίρι της, και πάντα ονειρευόμουν την στιγμή που θα γίνονταν πραγματικότητα.

Οι μήνες πέρασαν και ήρθε το καλοκαίρι, και όλοι μας τραβήξαμε για τις πατρίδες μας για να δούμε τους δικούς μας, και τους εκεί φίλους μας. Οι μέρες περνούσαν ξένοιαστα με πολύ διασκέδαση, κάνοντας σχέδια για διακοπές και για το πώς θα περνούσαμε καλά, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τις υποχρεώσεις που μας περίμεναν με την επιστροφή μας στην σχολή. Οι επικοινωνία φυσικά με τους συμφοιτητές ήταν συχνή για να μην χάνεται και η επαφή, εμένα φυσικά το μυαλό μου ήταν στην Κατερίνα και δεν έβλεπα την ώρα που θα την συναντούσα ξανά.

Ακόμα και τις μέρες που παραθέριζα στην Χαλκιδική με την παρέα μου σκεφτόμουν αυτή και τα τέλεια βυζιά της, χαρακτηριστικό παράδειγμα του “κολλήματός” μου είναι πως ακόμα και όταν πηδούσα μια Σερβίδα γκόμενα που γνωρίσαμε με την παρέα της σε ένα μπαρ, πάνω στην καύλα άρχισα να λέω το όνομα της Κατερίνας. Κάνοντας την Γιοβάννα να με ρωτήσει μετά το γαμήσι ποια είναι αυτή η Κατερίνα, για να πάρει την απάντηση ότι είναι το κόλλημα μου.

Το καλοκαίρι έφτανε στο τέλος του και είχε έρθει η ώρα να αποχωριστούμε την θαλπωρή του πατρικού σπιτιού και τις γεύσεις των σπιτικών φαγητών, και να επιστρέψουμε στις υποχρεώσεις μας, αλλά, και στην “ανεξαρτησία” μας. Η επιστροφή ορίστηκε για τις 3 Σεπτεμβρίου.

Η μέρα που θα συναντιόμασταν επιτέλους έφτασε. Το βραδάκι μαζευτήκαμε στο σπίτι της Κατερίνας για να φάμε όλοι μαζί και να συζητήσουμε  για το πώς περάσαμε δυο μήνες χωριστά σαν παρέα. Όλοι είχαμε να πούμε για τις μικρές ή μεγάλες περιπέτειες που είχαμε, και έτσι με την κουβέντα πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβουμε. Είχε πάει ήδη τρεις το πρωί και αποφασίσαμε πώς έπρεπε να πάμε για ύπνο και ξεκούραση, μιας και ήμασταν όλοι από ταξίδι και αρκετά κουρασμένοι.

Την επόμενη μέρα μας ανακοινώθηκε το πρόγραμμα για την εξεταστική, 15 ημέρες διαβάσματος και εξετάσεων, το χειρότερο όλων μας. Είχαμε αποφασίσει όμως να πάμε καλά, και έτσι αρχίσαμε διάβασμα και η παρέα αραίωσε για λίγο. Τα γραπτά πήγαιναν καλά και όλα κυλούσαν ήρεμα, όταν ένα πρωί την ώρα του καφέ, ήρθε η Κατερίνα με ένα ύφος πολύ διαφορετικό από τις άλλες φορές. Κάθισε μαζί μας και τότε μας είπε κάτι που έπεσε κεραυνός εν αιθρία στην παρέα.

-    «Μέχρι τα Χριστούγεννα θα έχω φύγει από εδώ…», μας είπε με μια φωνή που λίγο ήθελε να κοπεί από την στεναχώρια και την λύπη.

Οι ερωτήσεις φυσικά απανωτές για τους λόγους οι οποίοι την ώθησαν σε μια τέτοια απόφαση, η απάντηση όμως ήταν μια:

-    «Οικονομικοί λόγοι είναι παιδιά».

«Γαμώ την τρέλα μου!», ψιθύρισα. «Δεν μπορεί να είναι αλήθεια…!», είπα από μέσα μου. Κι όμως, αυτή ήταν η αλήθεια. Άλλωστε μας την είχε ανακοινώσει πριν τρία λεπτά η Κατερίνα. Τα βλέμματα όλων κατσούφιασαν, μια λύπη ζωγραφίστηκε παντού.

-    «Μην κάνετε έτσι, δεν φεύγω αύριο…»,  είπε η Κατερίνα. «Έχουμε πολύ καιρό ακόμα για να περάσουμε όσο καλύτερα μπορούμε…»

Τα λόγια αυτά ηρέμησαν λίγο την κατάσταση, αλλά πλέον η σκέψη όλων ήταν στην μεταγραφή της Κατερίνας. Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα συνέχεια γυρνούσε στο μυαλό μου η σκέψη της, έπρεπε να κάνω κίνηση ή όχι; Μήπως θα την έφερνα σε δύσκολη θέση, ειδικά τώρα που ξέρει ότι θα φύγει; Με αυτά στο μυαλό μου γύριζα στο κρεβάτι μέχρι που ξημέρωσε.

Οι επόμενοι μήνες κύλισαν ευχάριστα, και σχεδόν είχαμε “ξεχάσει” ότι θα έφευγε η Κατερίνα, για να έρθει τέλη του Νοέμβρη για να μας ανακοινώσει ότι σε δεκαπέντε μέρες φεύγει. Είχε βγει η μεταγραφή της για την Αθήνα. Η Ελένη αμέσως ξέσπασε σε κλάματα και έπεσε στην αγκαλιά της Κατερίνας, η οποία την ηρέμισε. Τα μούτρα μας ήταν μέσα στην στεναχώρια, αλλά παράλληλα σκεφτόμασταν πώς θα κάνουμε αξέχαστες αυτές τις λίγες μέρες που θα είχαμε την φίλη μας κοντά μας, να την κάνουμε να νιώσει ότι δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ, ότι για εμάς θα είναι για πάντα η Κατερίνα μας.

Οι μέρες περνούσαν η μια καλύτερα από την άλλη με γλέντια ξενύχτια και νυχτέρια σε σπίτια, τίποτα δεν πρόδιδε ότι κάτι “άσχημο” θα συνέβαινε σε λίγες μέρες. Ήταν Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου όταν μας “θύμισε”  ότι αύριο το μεσημέρι θα έφευγε για την Αθήνα. Είχε πια φτάσει η μέρα, τα πράγματα της τα είχαμε πακετάρει και τα είχαμε ήδη στείλει στο σπίτι της, όλες αυτές τις μέρες την φιλοξενούσε η Ελένη μιας και το σπίτι το είχε αφήσει.

Το τελευταίο βράδυ όσο και αν θέλαμε να περάσουμε όμορφα, ήταν αδύνατο. Ένα βουβό “γιατί “ μας έπνιγε. Κάναμε βόλτα σε όλη την πόλη, πήγαμε για ποτό και φαγητό αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν είχε σημασία πλέον. Η ώρα είχε πάει τέσσερις τα ξημερώματα και η κούραση από όλα αυτά ήταν εμφανής. Αποφασίσαμε να πάμε για ύπνο για να ξυπνήσουμε νωρίς αύριο το πρωί να κάνουμε τις τελευταίες ετοιμασίες για το ταξίδι της φίλης μας, τότε πήρα το θάρρος και πρότεινα στην Κατερίνα να κοιμηθεί στο σπίτι μου εκείνο το βράδυ. Προς έκπληξη μου αλλά και όλων μας δέχτηκε. Δεν είχα τίποτα πονηρό στο μυαλό μου, ήταν κάτι αυθόρμητο που μου βγήκε εκείνη την στιγμή.

Χωρίσαμε με τα παιδιά και τραβήξαμε για το σπίτι μου. Σε όλη την διαδρομή δεν έβγαλα  μιλιά μόνο σκεφτόμουν, ότι από αύριο η παρέα θα έχει ένα μέλος λιγότερο που θα είναι μαζί μας. Ανεβήκαμε στο σπίτι και κλείδωσα την πόρτα πίσω μου. Καθίσαμε στον καναπέ, και αρχίσαμε να μιλάμε για όλα, τότε της εξομολογήθηκα ότι μου άρεσε πολύ και ότι θα της το έλεγα μόλις γυρνούσαμε από τις καλοκαιρινές διακοπές, αλλά δυστυχώς τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά, για να πάρω μια απάντηση που δεν περίμενα.

-    «Βασίλη το είχα καταλάβει ότι σου αρέσω, αλλά ούτε εγώ ήθελα να πω τίποτα επειδή ακριβώς γνώριζα από πολύ νωρίς για την μεταγραφή μου. Την αίτηση την είχα κάνει λίγο πριν φύγουμε για τις διακοπές».

Εκεί έμεινα αμίλητος. Δεν ήξερα τι να απαντήσω, πόσο μάλλον να κάνω…

-    «Το κρεβάτι σου είναι εκεί…», της είπα και της έδειξα το κρεβάτι στο οποίο κοιμόμουν. «Εγώ θα κοιμηθώ στον καναπέ…», της λέω και ξεκινάω για να ετοιμάσω το κρεβάτι της.

-    «Σήμερα δεν μπορώ να κοιμηθώ μόνη μου… Θέλω κάποιον δίπλα μου. Φοβάμαι τόσο πολύ…», μου λέει και κούρνιασε στην αγκαλιά μου.

Την κράτησα τόσο σφιχτά που ένιωθα την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε πάνω μου. «Θεέ μου!», λέω. «Τι να κάνω τώρα; Την θέλω τόσο πολύ!». Σε μια στιγμή ένιωσα το χέρι της να με χαϊδεύει στον λαιμό και σιγά - σιγά να με τραβάει προς το μέρος της. Τα χείλη μας έγιναν ένα, χαθήκαμε μέσα σε μια γλυκιά έκσταση που όμοια της δεν είχα ξαναζήσει. Τα χέρια μας εξερευνούσαν τα σώματα μας, οι ματιές μας γεμάτες νόημα και πάθος. Ξαφνικά αποτραβιέται και μου λέει:

-    «Το θέλω πολύ να κάνουμε έρωτα, αλλά δεν πρέπει. Αύριο φεύγω και δεν θέλω να αφήσω άλλη μια “πληγή” πίσω μου…»

-    «Σε καταλαβαίνω… και θα σεβαστώ την απόφασή σου…», της λέω.

-    «Σ’ ευχαριστώ πολύ!», μου λέει και ξαπλώσαμε για ύπνο.

Η επόμενη μέρα ήταν από τις πιο δύσκολες που έχω περάσει ποτέ. Σηκώθηκα νωρίτερα, έφτιαξα καφέ και άνοιξα το ραδιόφωνο για να υπάρχει κάτι να ακούγεται στον χώρο. Πήγα στο δωμάτιο και την είδα που κοιμόταν… «Θεέ μου! Πόσο όμορφη είναι!», είπα στον εαυτό μου. «Και δυστυχώς σε τέσσερις ώρες δεν θα είναι πια κοντά μας. Θα έχει πάρει τον δρόμο για την Αθήνα, αφήνοντας μας την παρουσία της σαν ανάμνηση την οποία ποτέ δεν θα ξεχάσουμε».

-    «Καλημέρα!», μου λέει μια φωνή πίσω μου.

Είχε ξυπνήσει και ήρθε στο καθιστικό.  

-    «Καλημέρα! Γιατί ξύπνησες τόσο πρωί;»

-    «Σε άκουσα που μιλούσες και ξύπνησα. Θα μου βάλεις κι εμένα έναν καφέ;», με ρώτησε.

-    «Ναι, φυσικά. Πάω να σου τον ετοιμάσω…», της λέω και τραβάω για την κουζίνα.

«Μη χειρότερα…», λέω στον εαυτό μου. «Παραμιλούσα χωρίς να το καταλάβω, κι αυτή τα άκουσε όλα. Τι γνώμη θα έχει τώρα για εμένα;», αναρωτήθηκα. Γύρισα φέρνοντας την τον καφέ και κάθισα απέναντί της, χωρίς να μιλάω πολύ. Αρχίσαμε μα λέμε διάφορα για να “σπάσει” η ησυχία και να ξεχάσουμε λίγο το γεγονός της αναχώρησή της, αλλά θέλοντας και μη τα πάντα γυρνούσαν γύρω από αυτό.

Η ώρα περνούσε και έπρεπε να πάμε να βρούμε και τα υπόλοιπα παιδιά για έναν τελευταίο καφέ. Ετοιμαστήκαμε και φύγαμε από το σπίτι. Σε λίγη ώρα ήμασταν όλοι μαζί σε μια καφετέρια. Διάθεση για κουβέντα δεν υπήρχε, μόνο κάποιες στιγμές γελούσαμε λέγοντας διάφορα αστεία περιστατικά που μας είχαν συμβεί. Η ώρα ήταν 11:15 έπρεπε να ξεκινήσουμε για τον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων. Πήραμε τα πράγματα της Κατερίνας και ξεκινήσαμε, στις 12:00 έφευγε και έπρεπε να ήμασταν λίγο νωρίτερα εκεί. Φτάσαμε στις 11:30 και περιμέναμε να ακούσουμε να αναγγέλλουν την φόρτωση των αποσκευών, αυτό έγινε δεκαπέντε λεπτά αργότερα και έτσι εγώ με την Δημήτρη πήγαμε και τακτοποιήσαμε τα πράγματα. Σε πέντε λεπτά ανακοινώθηκε η επιβίβαση των επιβατών, είχε έρθει η ώρα να αποχωριστούμε την Κατερίνα.

Μας χαιρέτησε έναν - έναν ξεχωριστά και αφού συμφωνήσαμε να έχουμε συχνή επικοινωνία και να βλεπόμαστε όταν μπορούσαμε ανέβηκε στο λεωφορείο. Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια μας το ίδιο και της Κατερίνας, ήταν απίστευτο έφευγε η γυναίκα η οποία μου άρεσε και της άρεσα. Της έκανα νόημα να ανοίξει την τσάντα της όταν θα ξεκινήσει, της είχα βάλει μέσα κάτι το οποίο μου ζητούσε καιρό τώρα καθώς και ένα σημείωμα.

Το λεωφορείο άναψε την μηχανή του και αφού κόρναρε μια φορά ξεκίνησε. Καθόμασταν και κοιτούσαμε την Κατερίνα να χάνεται στο βάθος του δρόμου, και με αυτήν την εικόνα τραβήξαμε για τα σπίτια μας. Μπήκα μέσα και ξέσπασα σε κλάματα, δεν ήθελα να το κάνω μπροστά σε κανέναν, δεν ήθελα να με δουν να κλαίω, δεν ήταν του χαρακτήρα μου. Ξάπλωσα στο κρεβάτι για να ηρεμήσω, και σκεφτόμουν πώς θα ήταν πλέον η φοιτητική μου ζωή χωρίς την γυναίκα που γούσταρα, χωρίς την Κατερίνα.


========================================================================


Τα χρόνια πέρασαν, οι σπουδές τελείωσαν, η επικοινωνία με τους πιο πολλούς χάθηκε, η παρέα μας όμως διατηρούσε δυνατούς δεσμούς φιλίας. Εγώ μιλούσα με όλους πλην της Κατερίνας, και αυτό όχι επίτηδες απλά συνέβη λόγω καθημερινότητας, απόστασης και λόγω στρατού. Άλλωστε και η σχέση που είχα εκείνο τον καιρό, με είχε απορροφήσει τελείως οπότε που χρόνος, ώσπου ξαφνικά ένα πρωί που ήμουν στην δουλειά, χτυπάει το τηλέφωνο στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν η Ελένη και με ενημέρωνε για τον τρόπο παραλαβής του προσκλητηρίου. Παράλληλα μου έλεγε και για τους καλεσμένους, αμέσως το μυαλό μου πήγε στην Κατερίνα, και ρώτησα την Ελένη:

-    «Θα έρθει και η Κατερίνα;»

Για να πάρω την απάντηση:

-    «Φυσικά και θα έρθει! Μάλιστα θέλει να της βρω ξενοδοχείο στην Θεσσαλονίκη».

Μια τρελή σκέψη μου πέρασε από το μυαλό! «Γιατί να μην την φιλοξενήσω εγώ, αφού το σπίτι μου στην Θεσσαλονίκη είναι πολύ μεγάλο και έχει πολλά δωμάτια;», σκέφτηκα και είπα στην Ελένη να μου δώσει το τηλέφωνό της για να το κανονίσουμε. Την άλλη μέρα την πήρα τηλέφωνο. Η έκπληξή της μεγάλη δεν το περίμενε αυτό. Αφού είπαμε τα τυπικά, αρχίσαμε να μιλάμε για τον επικείμενο γάμο, και για το πως θα περάσουμε εκείνες τις ημέρες που θα είμαστε όλοι μαζί. Αφού συμφωνήσαμε να μιλάμε κάθε μέρα για να κανονίσουμε τις λεπτομέρειες της διαμονής της, κλείσαμε το τηλέφωνο.

Από εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου έκανε σχέδια για πολλά πράγματα, έπρεπε να ετοιμάσω το σπίτι ώστε να είναι όλα στην εντέλεια, στο πίσω μέρος του μυαλού μου όμως, στριφογυρνούσε η νύχτα που είχε κοιμηθεί σπίτι μου πριν δέκα χρόνια στην Κοζάνη, και αμέσως ήρθε και η γεύση από το φιλί της στο στόμα μου. Βαθιά μέσα μου ήθελα να ξαναζωντανέψω αυτόν τον έρωτα που είχα τότε, αλλά δεν ήξερα αν το έκανα επειδή το ήθελα ή αν ήταν απωθημένο.

Τις επόμενες μέρες η επικοινωνία μας ήταν καθημερινή και μάλιστα κρατούσε ώρες ολόκληρες, βλέπεται τα πακέτα σύνδεσης μας έδιναν αυτήν την δυνατότητα. Οι συζητήσεις δεν άργησαν να πάνε σε πιο προσωπικό επίπεδο, και μάλιστα αρχίσαμε να μιλάμε πλέον με υπονοούμενα για το τι θα κάνουμε τώρα που θα μένουμε μαζί.

Η μέρα του ερχομού της Κατερίνας έφτασε, εγώ την περίμενα ήδη στο σπίτι το οποίο είχα φροντίσει να καθαρίσω και να τακτοποιήσω. Θα ερχόταν στις 16:00 το απόγευμα, έτσι λοιπόν έφτιαξα καφέ και άνοιξα την τηλεόραση για να περάσει η ώρα. Στις 15:45 χτύπησε το τηλέφωνο για να μου πει ότι είναι στο ταξί και ερχόταν στο σπίτι. Βγήκα στο μπαλκόνι και την περίμενα. Μετά από δεκαπέντε λεπτά ένα ταξί σταματάει μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας, και από μέσα βγαίνει μια γυναίκα με κοντό καρέ μαλλί ξανθό και σπαστό, με μαύρο γυαλί και ντύσιμο μοντέρνο. Την κοιτάω και λέω ότι δεν μπορεί αν είναι αυτή η Κατερίνα είναι διαφορετική, αλλά, έτσι όπως χάζευα ακούω μια φωνή να μου λέει:

-    «Δεν θα έρθεις να με βοηθήσεις με την βαλίτσα;»

Τα έχασα. Κοιτάω και βλέπω ότι η ξανθιά γυναίκα απευθύνεται σ’ εμένα. Βγάζει τα γυαλιά και τότε αποκαλύπτεται το βλέμμα που τόσα χρόνια λαχταρούσα να δω αν η Κατερίνα, σαφώς αλλαγμένη και τελείως διαφορετική σε εμφάνιση, σαφώς ομορφότερη με πολύ καλό σώμα. Κατεβαίνω και αφού αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε ανεβάσαμε τα πράγματά της επάνω.

Καθίσαμε για να ξεκουραστεί από το ταξίδι και πιάσαμε κουβέντα για τα παλιά, καθώς και για το τι θα κάναμε αυτές τις μέρες. Σε μια στιγμή τα βλέμματα μας συναντήθηκαν και αμέσως άλλαξαν πορεία. Γύρισα και ξάπλωσα στον μηρό της, ήταν εμφανές πλέον ότι κάτι άλλο πήγαινε να γίνει. Σε μια στιγμή σηκώθηκε και πήγε στο δωμάτιο για αν αλλάξει. Την ακολούθησα, μπήκα μέσα και την έπιασα από τους ώμους, λέγοντάς της πόσο όμορφη είναι, σκύβω να την φιλήσω αλλά τραβιέται, προσπαθώ δεύτερη φορά, αλλά μου λέει ότι δεν πρέπει την Τρίτη φορά βυθιστήκαμε σε ένα βαθύ και τρυφερό φιλί που κράτησε αρκετή ώρα. Όταν τελικά χωρίσαμε τα χείλη μας, μου λέει:

-    «Τώρα ξέρεις ότι χάλασε η φιλία μας και ότι έχουμε περάσει σε ένα άλλο επίπεδο…»

-    «Το ξέρω και δεν με πειράζει καθόλου!», της απαντώ και φιλιόμαστε ξανά.

Αργότερα βγήκαμε έξω για να κάνουμε μια βόλτα πριν πάμε στο σπίτι της Ελένης για τα εθιμοτυπικά. Σε όλη την διαδρομή ήμασταν αγκαλιά και πιασμένοι χέρι - χέρι, σαν να ήμασταν χρόνια μαζί. Αφού τελειώσαμε με την βόλτα ξεκινήσαμε για το σπίτι της Ελένης κουβαλώντας όλα τα απαραίτητα πράγματα. Φτάσαμε και η υποδοχή ήταν πολύ όμορφη, κόσμος παντού και φαγητά, ποτά και δυνατή μουσική, περίμεναν να έρθει ο γαμπρός με το νυφικό, ήταν το έθιμο.

Η στιγμή αυτή δεν άργησε να έρθει και έτσι άρχισε το γλέντι. Τα  ποτά πολλά το κέφι άφθονο, όταν ξαφνικά μου λέει η Κατερίνα “ζαλίζομαι” την πηγαίνω στο διπλανό δωμάτιο για να καθίσει μιας και είχε ησυχία. Κάθομαι δίπλα της και την ρωτάω αν νιώθει καλύτερα, για να πάρω μια θετική απάντηση. Γυρίζω και την φιλάω με κίνδυνο μήπως έρθει κάποιος και μας δει, δεν θέλαμε να δώσουμε δικαίωμα ούτε να μάθει κάποιος κάτι, αγκαλιαζόμασταν με πάθος, όταν κάποια στιγμή μου λέει:

-    «Είμαι μούσκεμα. Πιάσε το μουνάκι μου να δεις…»

Και μου τραβάει το χέρι κάτω από την φούστα της. Το μουνάκι της αποτριχωμένο και λείο έκαιγε από την καύλα και τα πρώτα χύσια του είχαν ήδη μουσκέψει το στρινγκάκι  της, άρχισα να παίζω μαζί του, και να βάζω πότε ένα και πότε δυο δάχτυλα μαζί, παράλληλα αυτή μου χάιδευε τον πούτσο και τ’ αρχίδια τα οποία είχαν φουσκώσει από την καύλα.

-    «Σε θέλω!», της λέω. «Δεν κρατιέμαι. Κοίτα πως με έχεις κάνει!»

-    «Κι εγώ σε θέλω. Θέλω το καυλί σου να μου σκίσει το μουνάκι μου. Αλλά τώρα όπως ξέρεις δεν γίνεται. Κάνε υπομονή μέχρι να γυρίσουμε στο σπίτι…»

-    «Εντάξει!», της λέω και αποτραβιέμαι.

Αφού ένιωσε καλύτερα γυρίσαμε στο γλέντι το οποίο θα συνεχίζαμε με τη νύφη σε γνωστό μαγαζί της πόλης. Κατά τις δυο φτάσαμε στα μπουζούκια, μπήκαμε μέσα και αμέσως σχεδόν αρχίσαμε να χορεύουμε και να λικνιζόμαστε στον ρυθμό της μουσικής. Η Κατερίνα όλη την ώρα τριβόταν επάνω μου και όποτε έβρισκε ευκαιρία μου χούφτωνε τ’ αρχίδια λέγοντας μου:

-    «Αυτά και ο πούτσος σου είναι δικά μου. Θα σου τα φάω όλα!», και γύρισε πλάτη κολλώντας τον κώλο της στην ήδη καυλωμένη πούτσα μου.

Η ώρα ήταν τέσσερις το πρωί όταν μπήκαμε σπίτι. Ξεντυθήκαμε γρήγορα και αφού αλλάξαμε ξαπλώσαμε για ύπνο, η μέρα ήταν έντονη και χρειαζόμασταν ξεκούραση, όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια για εμάς εκείνες τις μέρες. Ξαπλωμένοι αρχίσαμε τα φιλιά και τα χάδια τα οποία γρήγορα εξελίχθηκαν σε χουφτώματα και αναστεναγμούς ηδονής. Τα πρώτα ρούχα είχαν φύγει από πάνω μας, και εγώ είχα ήδη αρχίσει να γλύφω τα υπέροχα βυζιά της τα οποία φανταζόμουν και τραβούσα μαλακία παλιότερα, και σιγά - σιγά άρχισα να κατεβαίνω προς την κοιλιά και τον αφαλό της με στόχο να κάνω το μουνάκι της να σπαρταράει, αλλά καθώς κατέβαινα πιο χαμηλά με σταματάει και μου λέει:

-    «Δεν θέλω να μου γλείψεις το μουνάκι. Κανέναν δεν έχω αφήσει να το κάνει. Σιχαίνομαι μετά να με φιλήσουν…»

Έπεσα από τα σύννεφα! Υπήρχε γυναίκα που δεν ήθελα να της περιποιηθούν το μουνί; Αφού λοιπόν αποχώρησα από την περιοχή του μουνιού της, ξάπλωσα δίπλα της και τότε ήρθε από πάνω μου και άρχισε να γλείφει και να με φιλάει σε όλο μου το κορμί, με φιλούσε στον λαιμό πίσω από το αφτί και έπαιζε και με τις ρώγες μου. Σιγά - σιγά άρχισε να κατεβαίνει πιο χαμηλά ώσπου έφτασε στην περιοχή του πούτσου μου.

Με μια κίνηση μου τον αρπάζει με το χέρι της και τον χώνει στο στόμα της. Τον ρουφούσε με μανία και τον έπαιζε δυνατά πάνω κάτω χαϊδεύοντας μου παράλληλα τα’ αρχίδια μου τα οποία είχαν φουσκώσει από την καύλα. Η γλώσσα της εξερευνούσε κάθε σημείο της πούτσας μου καθώς και την βάλανο πράγμα το οποίο με καύλωνε ακόμα πιο πολύ. Ρουφούσε το κεφαλάκι και το πιπίλιζε, όταν ξαφνικά κατέβηκε και μου ρούφηξε ένα - ένα τ’ αρχίδια μου…

Η καύλα μου μεγάλη ήθελα να την γαμήσω τώρα. Δεν άντεχα άλλο αφού την σηκώνω και την βάζω να ξαπλώσει ανάσκελα φέρνω τον πούτσο μου μπροστά από την μουνάρα της και με μια κίνηση της τον καρφώνω στην πλημμυρισμένη από χύσια μούνα της. Ο ρυθμός στην αρχή ήταν αργός αλλά σιγά - σιγά αυξανόταν. Οι ήχοι από τα υγρά που έχυνε το μουνί της με έκαναν να καυλώνω ακόμα περισσότερο και να την γαμάω πιο δυνατά. Όταν πλησίαζε ή ώρα για να χύσει με τραβάει και με σφίγγει πάνω της κάνοντας την πούτσα μου να καρφωθεί όλη μέσα στο μουνάκι της. Έβγαλα την πούτσα μου και την πλησίασα στο στόμα της…

-    «Γλείψε τα χύσια σου…», της είπα.

Και τότε άρπαξε τον πούτσο μου και τον έχωσε όλο στο στόμα της καθαρίζοντας τον από τα υγρά της. Δεν αλλάξαμε στάση και έτσι συνέχιζα να την πηδάω πότε δυνατά και πότε τρυφερά. Τσιμπούσα και έγλειφα τις ρώγες της οι οποίες ήταν σκληρές και μεγάλες και δεν χόρταινα να τις έχω στο στόμα μου. Σε λίγο πλησίαζε ο δεύτερος οργασμός της… τότε εγώ καρφώθηκα με δύναμη στο μουνί της κάνοντάς να χύνει και να παραμιλάει…

-    «Σκίσε με γαμιά μου! Κανείς δεν με έχει γαμήσει έτσι όπως εσύ. Κάνε με να χύσω πάλι…»

Και έμπηξε τα νύχια της στην πλάτη μου, εγώ κάρφωσα την πούτσα μου ακόμα πιο δυνατά στο μουνί της και τότε έχυσε για τρίτη φορά μέσα σε φωνές και βογκητά.

-    «Θέλω να χύσω άλλη μια φορά…», μου είπε και έχωσε την γλώσσα της στο στόμα μου. «Γάμα με, σκίσε με! Θέλω σήμερα να γαμηθώ όπως ποτέ ξανά. Θέλω να με ξεμουνιάσεις!»

Τα λόγια της αυτά όλο καύλα. Με έκαναν να θέλω να την ξεσκίσω ακόμα πιο πολύ. Γαμούσα το μουνί της και παράλληλα έβαλα ένα δάχτυλο στον κώλο της. Βόγκηξε από ηδονή και καύλα… με τράβηξε πάνω της και μου ψιθύρισε στο αφτί:

-    «Χύνω καύλα μου, χύνω γαμιά μου, χύνω πάνω στην πούτσα και στ’ αρχίδια σου!»

Τα λόγια της αυτά με καύλωσαν αφάνταστα και ένιωθα πως θα έχυνα. Τράβηξα την πούτσα μου από το μουνί της και την πήγα στο στόμα της.

-    «Θέλω να τα πιώ όλα! Θέλω να χύσεις στο στόμα μου…»

Ανέβηκα πάνω της και έχωσα την ψωλή μου στο στόμα της και άρχισα να της το γαμάω. Αυτή μου χάιδευε και μου τσιμπούσε τ’ αρχίδια. Δεν θα αργούσα να χύσω… η καύλα μου ήταν μεγάλη, όταν σε μια στιγμή ένιωσα το σπέρμα μου να ανεβαίνει στο πουτσοκέφαλο…

-    «Χύνω! Χύνω στο στοματάκι σου. Πιες τα όλα μωρό μου. Μην αφήσεις σταγόνα να πέσει!»

Αυτή κατάπινε τις μεγάλες ποσότητες σπέρματος που έβγαλα ρουφώντας από το κεφαλάκι και την τελευταία σταγόνα.

-    «Σου άρεσε μωρό μου;», της είπα.

-    «Εσύ τι λες; Τέσσερις φορές έχυσα με την πούτσα σου καρφωμένη μέσα στην μουνάρα μου!»

Έσκυψα και της έδωσα ένα φιλί στο στόμα, την πήρα αγκαλιά και αποκοιμηθήκαμε πάνω στα μουσκεμένα σεντόνια. Αύριο ήταν μια καινούρια ημέρα…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")