Ιστορίες από τη ζωή μου (6ο Μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Γεια σας! Δυο μήνες πέρασαν από την τελευταία φορά (12/12/08) που έγραψα για τον εαυτό μου και απόψε γράφω την συνέχεια με το 6ο μέρος (και κάτι που γράφω πάντα - παρακαλώ πολύ, γράψτε μου τις εντυπώσεις σας χωρίς χυδαιότητες που μόνο σιχαμάρα, μου προκαλούν). Ευχαριστώ πολύ!

Με τον κύριο Νίκο και την γυναίκα του την κυρία Όλγα, χωρίσαμε για τρεις - τέσσερις εβδομάδες λόγω ενός ταξιδιού που έκαναν στην Βιέννη, αλλά μόλις επέστρεψαν, μου τηλεφώνησαν για να ξαναβρεθούμε. Φθινόπωρο ήταν - τέλη Σεπτεμβρίου και ακόμα έκανε ζέστη. Κανονίσαμε λοιπόν, να πάω στο σπίτι τους ένα Σάββατο γιατί τα Σαββατοκύριακα οι δικοί μου πήγαιναν πάντοτε στο εξοχικό μας και έτσι με το πρόσχημα κάποιου τεστ και έκτακτου "διαβάσματος" ξέμεινα στην Αθήνα.

Από το μεσημέρι ακόμα, έκανα μπάνιο, φτιάχτηκα και το απογευματάκι βγήκα από το σπίτι φορώντας ένα ολόσωμο λινό φορεματάκι κοντό και μπόλικο πάνω μου χωρίς σουτιέν, και πήρα ταξί για το σπίτι τους. Κίνηση δεν είχε και σε 20-25 λεπτά χτυπούσα το κουδούνι τους. Η πόρτα άνοιξε αμέσως σαν να με περίμεναν και με ένα γλυκό τρεμούλιασμα μπήκα στο ασανσέρ και ανέβηκα στο διαμέρισμά τους. Στην πόρτα με περίμενε ο κύριος Νίκος με ένα μαύρο φαρδύ σορτ και ένα φανελάκι μακό από πάνω.

-    «Καλησπέραααα! Σαν τα χιόνια, σαν τα χιόνια! Καλέ ομόρφυνες κι άλλο εσύ. Τι θα γίνει με σένα;», είπε ο κύριος Νίκος και με έσφιξε απαλά στην αγκαλιά του.

-    «Γεια σας!», είπα χαρούμενα κι εγώ και τον άφησα να με κρατήσει πάνω του.

Μύριζε όμορφα και μου άρεσε που με είχε ανάμεσα στα χέρια του. Σας είχα πει ότι ήταν γύρω στα 50-52 τότε (η γυναίκα του γύρω στα 42-44), αλλά χωρίς να είναι όμορφος είχε κάτι το γλυκό πάνω του.

-    «Που είναι η γυναίκα σας;», τον ρώτησα.

-    «Πρώτον δεν υπάρχει πληθυντικός πια ανάμεσά μας και δεύτερον η Όλγα έρχεται αμέσως. Πάμε να κάτσουμε στην βεράντα. Αλλάξαμε τέντες και θέλουμε την γνώμη σου».

Βγήκαμε στην μεγάλη βεράντα και ένιωσα σαν να βρισκόμουνα στην... εξοχή. Λουλούδια παντού σε εκατοντάδες χρώματα παντού - παντού. Και στην βεράντα σε γλάστρες και στην τέντα που λουλουδάτη καθώς ήταν νόμιζες ότι ήσουν κάτω από έναν ουρανό από λουλούδια. Ήταν ένα όνειρο.

-    «Νίκο, είναι όνειρο. Σαν να ταξιδεύεις μέσα σε μια λουλουδένια θάλασσα. Μπράβο σας και μεγιά σας!»

-    «Τότε, δώσε μου ένα φιλί γιατί το σχέδιο το διάλεξα εγώ!», είπε και άνοιξε την αγκαλιά του.

Πήγα κοντά του και φιληθήκαμε απαλά. Τραβήχτηκα όμως απότομα σκεπτόμενη ότι ακόμα είχε φως ημέρας και μπορεί να μας έβλεπαν. Ο κύριος Νίκος το πρόσεξε και έβαλε τα γέλια.

-    «Χαζούλικο! Την πήραμε έτσι ώστε να μας κρύβει από παντού!»

Με πήρε να κάτσουμε στον ψάθινο καναπέ.

-    «Πολλά γέλια ακούω και... μ’ αρέσουν!», ακούσαμε την Όλγα να λέει βγαίνοντας έξω στην βεράντα.

Από πάνω φορούσε ένα μαύρο φαρδύ πανωκόρμι σαν από μεγάλο σουτιέν και μια υπέροχη λουλουδένια φούστα, μέχρι κάτω από το γόνατο.

-    «Είσαι υπέροχη!», της λέω και σηκώθηκα να την αγκαλιάσω.

-    «Μανάρι μου, μας έλειψες πολύ!», μου είπε, και με αγκάλιασε σφιχτά.

-    «Αγάπη μου, αγάπη μου πόσο σε επιθύμησα καρδούλα μου!»

Συνέχισε και τα χέρια της μου χάιδευαν γλυκά την πλάτη. Τα μάτια της έβγαζαν όλη την γλύκα που ένιωθα στην φωνή της. Ένιωσα πολύ όμορφα και τρυφερά από την αγάπη της και την λαχτάρα της να με νιώσει κοντά της. Με απομάκρυνε λίγο και πιάνοντάς μου το κεφάλι με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου ψιθύρισε:

-    «Πόσο έχουμε ανάγκη την γλύκα σου και την ομορφιά σου…»

Πήρε τα χείλια μου στο στόμα της και τα ρούφηξε μαλακά. Τα χέρια της με τράβηξαν πάνω της και τα ένιωσα στην πλάτη μου να καίνε.

-    «Ει, έι! Τι κάνετε εκεί εσείς οι δυο; Ζηλεύω…», ακούσαμε τον κύριο Νίκο να λέει και μας πλησίασε.

Μας αγκάλιασε σφιχτά και τις δυο και ένωσε τα χείλια του στα δικά μας. Μείναμε έτσι πολλή ώρα φιλώντας ο ένας τον άλλον δυνατά μεθυστικά. Η νύχτα άρχιζε πολύ όμορφα...
Η Όλγα ήταν η πρώτη που χώρισε γελώντας.

-    «Νίκο που είναι οι καλοί σου τρόποι; Βάλε μας κανένα ποτό να πιούμε…», είπε και τον έσπρωξε στην κουζίνα.

Ο κύριος Νίκος έφυγε γελώντας και μουρμουρίζοντας ότι τον έκοψε στο καλύτερο. Καθίσαμε στον καναπέ και συνωμοτικά η Κα Όλγα με ρώτησε:

-    «Πρόσεξες κάτι πάνω του;»

-    «Ναι, πρέπει να αδυνάτισε από την πρώτη φορά».

-    «Μόνο αυτό;»

-    «Τι άλλο;», ρώτησα την κυρία Όλγα.

-    «Ψυχή μου τον έβαλα και έκανε χαλάουα! Τις προάλλες που ήρθε η κοπέλα να κάνει χαλάουα σε μένα του πρότεινα μεταξύ σοβαρού και αστείου να κάνει χαλάουα κι αυτός. Με την μια δέχτηκε και κάθισε σαν μαθητούδι στα χέρια της δασκάλας του. Ούτε κιχ δεν έβγαλε. Πόδια, χέρια, μασχάλες παντού. Κι αν ρωτάς… ναι, και εκεί!», είπε και γελάσαμε.

-    «Το ξέρεις αυτό που λέει: είπαν του τρελού να ..σει κι εκείνος ξε..λιάστηκε; Ε, σε πληροφορώ, ότι μόλις είχε τελειώσει η κοπέλα, ο άντρας μου σηκώθηκε από τον καναπέ και βγάζοντας το σορτσάκι του της είπε να του κάνει χαλάουα κι "εκεί"... η κοπέλα μόνο που δεν πήδηξε από το παράθυρο!»

-    «Και τι έγινε;», ρώτησα έκπληκτη και ψιλογελώντας.

-    «Ε, τι να γίνει; Του έκανε αποτρίχωση παντού. Ευτυχώς που από τον πόνο δεν ερεθίστηκε και η κοπέλα πολύ φτηνά την "γλίτωσε"!», είπε και αρχίσαμε να γελάμε.

-    «Γιατί γελάτε καλά μου, κορίτσια;», ρώτησε ο κύριος Νίκος φέρνοντας έξω τα ποτά.

-    «Είπα στην Έλενα για την χαλάουα…», του είπε και γελάσαμε και οι τρεις.

-    «Απίστευτη εμπειρία! Νιώθω γυμνός ακόμα και στο γραφείο μου!», είπε ο κύριος Νίκος κοιτώντας την γυναίκα του με αγάπη.

-    «Τι μας έφερες;», ρώτησε η Όλγα.

-    «Λικεράκι δυνατό αλλά αραιωμένο με φυσικό χυμό από κεράσια…», είπε ο κύριος Νίκος και μοίρασε τα ποτήρια.

Ήπιαμε το δυνατό και γλυκό λικέρ. Καθόμουνα στον καναπέ δεξιά από την Όλγα και ο Νίκος στην πολυθρόνα πιο δεξιά μου.

-    «Έλα να σε δείξω στην φίλη μου…», του είπε αφήνοντας το ποτό της στο τραπέζι, πλάι της.

Ο κύριος Νίκος ήρθε κοντά μας και στάθηκε μπροστά της. Η Όλγα ανασηκώθηκε και του έβγαλε το μπλουζάκι του. Το πανωκόρμι του άτριχο έδειχνε όμορφο και πολύ νεώτερο. Μου άρεσε και ασυναίσθητα σήκωσα το χέρι μου και του χάιδεψα το πλευρό του και μετά την κοιλιά. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο Νίκος έσκυψε και φίλησε την Όλγα στο στόμα. Ήταν μισό μέτρο μακριά μου και άκουγα τις βαριές τους ανάσες. Μου άρεσε αυτό που έβλεπα και έκανα.

Το χέρι μου κατέβηκε από την κοιλιά του και τρύπωσε κάτω από το σορτ του πλάι στο αριστερό του μπούτι. Ο Νίκος πέτρωσε και η γυναίκα του το κατάλαβε. Κοίταξε ένα λεπτό το χέρι μου που κάτω από το λεπτό ύφασμα χάιδευε το πόδι του άντρα της και απομακρύνθηκε πίσω στον καναπέ έβγαλε το πανωκόρμι της και άρχισε να ζουλάει τα βυζιά της, να τα σφίγγει και να τρίβει τις ρώγες της με τα δάχτυλά της. Η εικόνα της ήταν για να τρελαίνεται κανείς. Την κοίταζα που έτρεμε από την καύλα και το χέρι μου ασυναίσθητα πήγε μπροστά και χούφτωσε τον πούτσο του κου Νίκου, που έβγαλε έναν αναστεναγμό.

Η Όλγα άνοιξε τα μάτια της και έγλειψε τα χείλη της. Ανασηκώθηκε λίγο και με χέρια που έτρεμαν κατέβασε εντελώς το σορτ του κυρίου Νίκου και έτσι το χέρι μου φάνηκε που είχε χουφτώσει τον πούτσο του και του τον έπαιζε πάνω - κάτω. Ο κύριος Νίκος είχε ακινητοποιηθεί και ανάσαινε πολύ βαριά από την ευχαρίστηση.

-    «Σ’ αρέσει αγόρι μου;», του είπε με λατρεία η γυναίκα του.

-    «Τρελαίνομαι!», της είπε αυτός. Τρελαίνομαι...

Το χέρι μου αντικαταστάθηκε από το χέρι της Όλγας κι εγώ του χάιδεψα τα αρχίδια. Ο κύριος Νίκος τρεμούλιασε και παραλίγο να πέσει.

-    «Πάμε να κάτσεις…», του είπε.

Ο κύριος Νίκος σαν υπνωτισμένος πήγε στην πολυθρόνα του και κάθισε άκρη - άκρη ξαπλώνοντας πίσω στην πλάτη. Εμείς τον ακολουθήσαμε και η Όλγα γονάτισε μπροστά του ανάμεσα στα ανοιγμένα πόδια του. Του φίλησε τον πούτσο και με την γλώσσα της του τον χάιδεψε τρυφερά. Πλησίασα κι εγώ και κατεβάζοντας τις τιράντες μου άφησα το φόρεμα μου να πέσει στο πάτωμα, μένοντας με το κιλοτάκι μου. Πήγα κοντά στην Όλγα και γονάτισα πλάι της.

-    «Θέλεις να του τον γλείψεις κι εσύ λιγάκι;», με ρώτησε χωρίς να βγάλει τον πούτσο του από το στόμα της...

-    «Όχι, εγώ θα τον ταΐσω!», της είπα χωρίς να αστειεύομαι και μισοσηκώθηκα.

Γονάτισα πλάι του στην φαρδιά πολυθρόνα και έσκυψα πάνω του φιλώντας τα χείλια του. Ο κύριος Νίκος ανταποκρίθηκε αμέσως. Φιληθήκαμε άγρια. Μου χούφτωσε τα στήθια που με τις ανάσες μου σαν να χόρευαν μπροστά του και τα έσφιξε στα δάχτυλά του. Βόγκηξα από την ευχαρίστηση και δάγκωσα τα χείλια μου για να μην φωνάξω όταν το στόμα του αντικατέστησε τα χέρια του. Άρχισε να ρουφάει τις ρώγες μου που είχαν γίνει σαν από πέτρα.

Η Όλγα από την άλλη ανεβοκατέβαζε το κεφάλι της και ο πούτσος του σαν ένα σάρκινο πιστόνι μπαινοέβγαινε στο στόμα της συνεχώς και πιο γρήγορα. Το χέρι της ακούραστο του τον έπαιζε ασταμάτητα. Κατέβηκα από την πολυθρόνα και γονάτισα πλάι της, για να βλέπω καλύτερα. Αυτό που έβλεπα με εξιτάρισε απίστευτα. Το δεξί, χέρι μου πήγε κάτω, ανάμεσα από τα μπούτια μου και άρχισε να τρίβει το ύφασμα πάνω από το μουνάκι μου. Το άλλο τρύπωσε κάτω από την φούστα της Όλγας.

Άρχισα να την χαϊδεύω ανάμεσα στα μπούτια της. Ακούμπησα τα κεφάλι μου στο γυμνό μπούτι του κυρίου Νίκου και έβλεπα το "θέαμα" από τους δέκα πόντους. Φίλησα το άτριχο μπούτι του και μετά το ξαναφίλησα και μετά ξανά και ξανά… Η Όλγα με είδε και με μάτια θολά από την ευχαρίστηση που της έδινε το χέρι μου, έβγαλε τον πούτσο από το στόμα της και μου τον πρότεινε. Ήταν το δικό μου στόμα που άρχισε να φιλάει τον πούτσο του τώρα. Του τον χάιδεψα με την γλωσσίτσα μου και του τον ψιλοδάγκωσα και μετά ξανά και ξανά…

Άρχισε να μ’ αρέσει αυτό που έκανα. Τα χείλια μου του τον ρούφαγαν σφιχτά αλλά το κεφάλι του δεν μπορούσα να το πάρω μέσα από τα χείλια μου. Ένιωσα τον κύριο Νίκο να σφίγγεται και την ανάσα του να βαραίνει. Η Όλγα με έσπρωξε απαλά και το στόμα της πήρε την θέση μου. Τον έβαλε όλον μέσα από τα δόντια της... μέχρι που ο κύριος Νίκος ξαφνικά τσιτώθηκε. Το κορμί του σαν να έγινε γέφυρα και κάρφωσε με τον πούτσο του το στόμα της.

-    «Χύνω αγάπη μου, χύνω Όλγα μου… χύνω ψυχή μου!», ψιθύρισε και άρχισε να σπαράζει.

Η Όλγα με τον πούτσο του καρφωμένο στο στόμα της κατάπινε συνεχώς το σπέρμα του και δεν τον έβγαλε, από μέσα της, ούτε και μετά αφότου ο κύριος Νίκος είχε χύσει. Το κορμί του χαλαρωμένο μισοξάπλωσε στην πολυθρόνα. Έγειρε προς το μέρος μου με μάτια θολά από την υπερένταση. Μου έκανε νόημα και σηκώθηκα και γονάτισα πλάι του... έσκυψα και φιληθήκαμε τρυφερά. Η Όλγα με μερικά τελευταία ρουφήγματα τον καθάρισε καλά και σηκώθηκε.

-    «Λοιπόν, του άρεσε του αγοριού μας;», ρώτησε με μια γλύκα που μου άρεσε πάντα.

Ο κύριος Νίκος της χαμογέλασε αχνά.

-    «Ευχαριστώ Ολγίτσα μου!», της είπε.

Αφήσαμε πέντε λεπτά να περάσουν και σηκωθήκαμε από εκεί. Ο ήλιος είχε αρχίσει να πέφτει και είχε δροσούλα. Πήραμε τα ρούχα μας και τα ποτήρια μας και μπήκαμε μέσα στο σπίτι…

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")