Η ζηλιάρα και η παράξενη

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

 

Είχα ήδη κουμπώσει το παντελόνι μου κι είχα βρέξει τα μαλλιά μου, έψαχνα το σακάκι μου με το βλέμμα και σκεφτόμουν ότι ευτυχώς ήταν από τα υφάσματα εκείνα που δεν τσαλακώνονται. Κάθισα στη άκρη του κρεβατιού για να φορέσω τα παπούτσια μου.

Την ρώτησα αν είχα μαύρο βερνίκι και με κοίταξε χωρίς να απαντήσει. Μετά από λίγο μου είπε: «μείνε».

-    «Ξημερώνει…», της είπα «πως θα πάω στην δουλειά έτσι; Μυρίζω ολόκληρος μουνί και σεξ».

Ήταν ψέματα βέβαια γιατί στην δουλειά δεν θα πήγαινα με τίποτα καθώς είχα σχεδιάσει να συναντηθώ γύρω στις 8 το πρωί με ένα τσουλί απο τον Κολωνό που γυρόφερνα εδώ και καιρό, και όταν έβλεπα τον κώλο της πάθαινα συγκοπή. Αυτή εδώ, ήταν πιο κυριλέ κι είχε καιρό να γαμηθεί. Το κακό ήταν πως είχε τόση μεγάλη μοναξιά που σχεδόν σου έπεφτε ο πούτσος. Άρχισα να της πιάνω τα πόδια μέσα στο αυτοκίνητο της ενώ ανεβαίναμε προς τον Υμηττό κι όταν έφτασα ψηλά στο μουνί της, έκλεινε τα μάτια και οδηγούσε με τα μάτια κλειστά. Ευτυχώς δεν είχε κίνηση αλλιώς τώρα δεν θα ζούσα να το διηγηθώ. Βέβαια υπήρχαν και καριόλες που θα χαιρόντουσαν να σκοτωθώ αλλά ο Θεός όπως και να το κάνουμε είναι γένους αρσενικού.

Την γάμησα στο καπό. Φορούσε ταγέρ και κάλτσες ως πάνα από το γόνατο, μαύρα όλα. Είχε πανσέληνο κι ούτε καν το είχα προσέξει, αυτή μου το είπε αργότερα. Αν με καύλωνε κάτι σε αυτή τη γυναίκα ήταν ότι ήταν το γεγονός ότι ήταν δικηγόρος αστικών υποθέσεων και γαμιόταν με μια απάθεια πρωτοφανή. Φόραγε γυαλιά κι από την πρώτη στιγμή σκέφτηκα να την χύσω πάνω στα γυαλιά της και στο ακριβό της ρούχο. Άνοιξε τα πόδια και της έτριψα το καυλί μου στα μουνόχειλα κι ύστερα την ξάπλωσα μπρούμυτα στο καπό και σήκωσα την φούστα από το ταγέρ ως την μέση της. Είχε κορμί λαμπάδα κι έτσι όπως έβλεπα την φούστα ανασηκωμένη και τις μαύρες κάλτσες, τρελάθηκα και της τον έβαλα βίαια. Φώναξε και μέσα στην ερημιά δεν της απάντησε κανείς.

Μούσκευε ώρα με την ώρα και της τράβαγα τα μαλλιά. Την πονούσα επίτηδες και δεν μιλούσε… μόνο τον έπαιρνε και κουνιόταν ελαφρά. Τον έβγαλα από το μουνί της κι ανέβηκα στο καπό. Έτσι ψηλή που ήταν και με τα τακούνια που φορούσε, ο πούτσος μου αφέθηκε πρώτα στα χέρια της κι έπειτα τον πήρε στο στόμα αργά αργά σα να ήταν ιερό κειμήλιο. Η γλώσσα της, λίγο άτολμη στην αρχή, βρήκε την προστυχιά που χρειαζόταν και η πίπα έγινε συναρπαστική. Ήθελε να βγάλει τα γυαλιά της μα δεν την άφησα. Κατάλαβα ότι ένας μαλάκας μας κοιτάει από τους θάμνους αλλά πλησίαζε η ώρα να χύσω και δεν πρόκειται να διέκοπτα για τίποτα. Της τα πέταξα στα γυαλιά κι εκείνη πάλι δεν είπε τίποτα. Ευτυχώς δεν με ρώτησε αν μου άρεσε.

Στράφηκα προς τους θάμνους κι άκουσα δυο πόδια να τρέχουν. Ίσιωνε τα ρούχα της κι αυτό με καύλωσε αφάνταστα. Καθάρισε τα γυαλιά της και μου είπε να πάμε σπίτι, μα πριν προλάβει να μπει στο αυτοκίνητο της σήκωσα την φούστα κι άρχισα να την χαϊδεύω με μανία στα πόδια. Πήρα το ένα βυζί της στο στόμα και μετά έτριβα την ρώγα της με το μάγουλό της, κι η ρώγα της ήταν πιο σκληρή κι από τον πούτσο μου. Παρότι ήταν βαριά την σήκωσα όρθια και με στήριγμα το αμάξι, της τον κάρφωνα βαθιά μέσα στο μουνί, όπου έμενα ακίνητος για λίγο και μετά της τον ξαναέβαζα δυνατά και πάλι ακίνητος. Της άρεσε αυτό κι επιτέλους είπε δειλά:

-    “Γάμα με, γάμα με, όπως εσύ ξέρεις”

Συνέχισα έτσι σαδιστικά μέχρι να χύσει. Έτρεμε τόσο πολύ που αν δεν υπήρχε το αυτοκίνητο για στήριγμα σίγουρα θα είχαμε σωριαστεί κάτω.

Ο Χολαργός ήταν κοντά και οδηγούσε αργά γιατί συγχρόνως μου τον έπαιζε, ενώ εγώ κάπνιζα και σκεφτόμουν τι να της κάνω ώστε να σοκαριστεί. Στο τελευταίο φανάρι, την έβγαλα έξω από το αμάξι, της σήκωσα την φούστα και της έκανα στην άκρη την κιλότα. Της έβαλα κωλοδάχτυλο ενώ ένιωθα την ντροπή της και ταυτόχρονα την καύλα της. Είχα γυρίσει προς τον δρόμο, δηλαδή ήμασταν πλάτη με πλάτη, κι εγώ με το δάχτυλο μέσα στην κωλοτρυπίδα της κοίταγα γελαστός τα λίγα αυτοκίνητα που περνούσαν, κάποιος σταυροκοπήθηκε αλλά έτσι κι αλλιώς θα ήθελε να είναι στην θέση μου.

Όταν φτάσαμε σπίτι την κόλλησα στον τοίχο και τριβόμουνα πάνω της, ενώ στο αφτί της της έλεγα πόσο βρωμόμουνο είναι, πόσο καταπιεσμένη σκύλα και πόσο της άρεσε να αισθάνεται τον καυλωμένο πούτσο ενός ανήθικου άντρα να τρίβεται στην κοιλιά και τα μπούτια της.

Την γάμησα ψυχρά κι ανώμαλα.  Που και που για να την παγιδέψω της μίλαγα γλυκά και πέρναγα απαλά τα δάχτυλά μου στα μάγουλά της, κι απότομα την δάγκωνα στα βυζιά και έχωνα με δύναμη τα χέρια μου στα κωλομέρια της. Της έδωσα και κάνα δύο χαστούκια κι έπειτα την πέταξα στην μοκέτα και την ξέσκισα πισωκολλητά. Έχυσα στα μπούτια της κι έπεσα στο κρεβάτι. Δεν ξάπλωσα, έπεσα ο μισός ενώ τα πόδια μου πάταγαν στο πάτωμα. Το ζήτημα είναι ότι άρχισε τις τρυφερότητες κι αυτά τα πράγματα πάντα μου φέρνουν αμηχανία. Είχε να το κάνει δυο χρόνια, έτσι είπε, φυσικά δεν την πίστεψα όπως δεν πιστεύω καμία σε ότι λέει εκτός αν τύχει κι είμαι στις πολύ καλές μου.

Ετοιμαζόμουν λοιπόν να φύγω όταν άπλωσε το χέρι και μου είπε: “Μείνε”. Γαμώ την πουτάνα μου, η μοναξιά τους είναι το πιο αντικαυλωτικό πράγμα που υπάρχει στον κόσμο. Ήθελε αγκαλιά κι είπα, άντε ας το υποστώ αυτό. Έτσι το σακάκι έμεινε στο πάτωμα και τα χέρια της με γράπωσαν με μια απόγνωση που άρχισε να μου γίνεται βραχνάς. Όταν αποκοιμήθηκε άρπαξα το σακάκι άνοιξα την πόρτα, μπήκα στο ασανσέρ και πήρα ταξί για τον Κολωνό.

Παραλίγο να τρακάρω με τον άντρα της αλληνής μα ευτυχώς μπήκα σε ένα φούρνο κι εκεί κατάλαβα ότι πεινούσα. Χτύπησα το κουδούνι συνθηματικά δύο γρήγορες και μια μετά από λίγη ώρα και μου άνοιξε. Με φίλαγε παντού μόνο που ξέχασα να κάνω μπάνιο κι είχα νυχιές στον σβέρκο. Της είπα ότι τσακώθηκα σε ένα μαγαζί και την γάμησα έτσι όπως της άξιζε. Ήταν το πουτανάκι μου εδώ και δυο μήνες. Είχαμε και κοινή καταγωγή, οπότε κίνδυνος δεν υπήρχε να μαθευτεί. Την έλεγαν Ηρώ. Την είχα εκπαιδεύσει ώστε να λέει δήθεν αθλητικές ειδήσεις κι εγώ να την γλύφω κάτω από το τραπέζι. Ήταν άψογη στον ρόλο. Επίσης, την έβαζα να ψάχνει ρούχα στο πατάρι κι εγώ της κράταγα την σκάλα κι έβλεπα κάτω από την φούστα της, κι όταν κατέβαινε την γαμούσα επιτόπου.

Εκείνο το πρωινό την γάμησα τόσο βίαια που της κόπηκε η ανάσα. Την έσπρωξα στην πλάτη του καναπέ κι απότομα έφερα τον κώλο της προς το μέρος μου και της τον άνοιξα με τα χέρια δυνατά κι έπειτα της τον έχωσα με την μία. Βόγκαγε και με έβριζε…

-    “Παλιοκαριόλη! Έχε χάρη που σε γουστάρω…”

Μα εγώ της έκλεισα το στόμα, κι η πουτάνα μου δάγκωσε το χέρι για μπω ακόμα πιο βαθιά στην κωλάρα της. Κι ήταν μια παράξενη στάση έτσι όπως είχε διπλώσει στην πλάτη του καναπέ κι εγώ γαμούσα τον κώλο της ενώ καλά καλά δεν είχα ξεντυθεί.

Μέσα σε όλη αυτή την θολούρα όταν έφυγα πήρα στην βιασύνη μου το κινητό της άλλης. Την ώρα που έχυνα ακούστηκε ο γαμημένος ήχος κι ήταν κάτι σαν κλασική μουσική, από μια ταινία το 2046, ενώ εγώ είχα έναν απλό ήχο. Το έβγαλα από την τσέπη ενώ ακόμα ο πούτσος μου ήταν μέσα στον κώλο της κι απάντησα ψύχραιμα κι όσο πιο ψύχραιμα μπορούσα…

-    ”Έλα να πάρεις το κινητό σου από το σπίτι και να φέρεις το δικό μου. Έχω όλα τα επαγγελματικά μου τηλέφωνα”

-    ”Εγινε μάνα, ξεκινάω”

Κι ήρθε η θύελλα… πέταξε τασάκια, κάδρα, ένα ηλίθιο βάζο που πάντοτε μισούσα κι έκανε και μια απόπειρα να μου ορμήσει. την απέκλεισα με τον καναπέ και έφυγα γρήγορα από εκεί μέσα.

Ανέβηκα στον Χολαργό και αποκοιμήθηκα σχεδόν αμέσως. Όταν ξύπνησα έλειπε και πάνω στο ψυγείο είχα κολλήσει ένα χαρτάκι που έγραφε…

«Μείνε μαζί μου απόψε».

Πήρα τηλέφωνο έναν φίλο μου και το ‘χε κλειστό. Περίμενα μέχρι να γυρίσει. Με ρώτησε αν την σκεφτόμουν κι αυτό ήταν η αφορμή να ανοίξω την πόρτα και να βγω στην λιακάδα.

Στην Μεσογείων πέρασε μπροστά μου μια ξανθιά με έναν τέλειο κώλο. Η ζωή ήταν και πάλι ωραία. Της μίλησα και μου είπε ότι είχε δεσμό. Οι μισές από όσες έχω γαμήσει πάντα είχαν δεσμό.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")