Πεινασμένο μωρό

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Η ώρα είχε περάσει κι ακόμα έφτιαχνε τις βαλίτσες. Σε δυο ώρες πέταγε και ποιος ξέρει πότε θα μπορούσε να έρθει ξανά στο ζεστό περιβάλλον του σπιτιού του. Κοιτούσε την Έλενα που ετοίμαζε τον απογευματινό καφέ και μπορούσε να καταλάβει γιατί είχε τέτοια νευρικότητα. Θα έμενε πάλι μόνη για καιρό..

Άφησε τις βαλίτσες δίπλα στη είσοδο και έκατσε δίπλα της για έναν τελευταίο καφέ. Κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντα.. έφτανε μόνο μια αγκαλιά.

Σηκώθηκε αργά και πήγε στο παιδικό δωμάτιο, έκατσε δίπλα στο μικρό κρεβατάκι της τρίχρονης κόρης του κι άρχισε να της μιλά, να την χαϊδεύει, να την αγκαλιάζει. Η Έλενα μάζευε την κουζίνα και η νευρικότητα χτυπούσε κόκκινο. Έτρεμαν τα χέρια της, ένιωθε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Προσπαθούσε να ηρεμήσει αλλά θολές σκέψεις την είχαν κυριεύσει.

Ένιωσε στην τσέπη της τη δόνηση απ’ το κινητό και μια ανάσα ανακούφισης της βγήκε από το στόμα χωρίς να το θέλει. Είχε μήνυμα… «Μωρό; Έφυγε;». Σε λίγο έκλεινε την πόρτα πίσω του κι ένας κόμπος είχε ανέβει στο λαιμό του. Έπρεπε να βιαστεί, είχε ήδη αργήσει είκοσι λεπτά. Ήταν έντεκα και κάτι και το μωρό μόλις είχε κοιμηθεί. Το κοιτούσε κι έβλεπε ένα χαμόγελο στο προσωπάκι του, έμοιαζε με αγγελούδι.

Άρχισε να νιώθει πάλι τη δόνηση αλλά αυτή τη φορά ήταν αναπάντητη. Έτρεξε προς την πόρτα. Είχε έρθει επιτέλους! Άνοιξε. Εκείνος έκλεισε την πόρτα πίσω του και με μια κίνηση απότομη έβαλε τα χέρια του στον τοίχο, ανάμεσα τους… Η Έλενα έτρεμε. Κόλλησε το πρόσωπό του στο δικό της κι άρχισε να της γλείφει τα χείλη.

-    «Μες στην καύλα είσαι πάλι βρωμιάρα…!»

Το χέρι γλίστρησε γρήγορα ανάμεσα στα πόδια της και το ένιωθε ήδη μούσκεμα. Της σιγοψιθύρισε κάτι στ’ αφτί και φιλούσε το λαιμό της. Εκείνη είχε αρχίσει να τρέμει απ’ τον πόθο και το χέρι της κατέβηκε αργά στο φουσκωμένο παντελόνι του.

-    «Σήμερα θέλω να με γαμάς όλο το βράδυ…»

Έσκυψε γρήγορα και πεινασμένα και τον πήρε στο στόμα της. Τα χέρια της τα είχε στη μέση του και τον έσπρωχνε προς το μέρος της.

-    «Ναι… όλο μέσα καύλα μου, τίποτα δεν περισσεύει».

Της σήκωσε το φουστάκι και την ανέβασε στο πάσο της κουζίνας. Με μια γρήγορη κίνηση έφερε στο στόμα του τα δάχτυλα του ποδιού της κι άρχισε να τα γλείφει ερεθιστικά. Σιγά - σιγά ανέβαινε στις γάμπες… πίσω απ’ τα γόνατα… ανάμεσα απ’ τα μπούτια, και η γλώσσα του κυλούσε αργά και βασανιστικά στο κορμί της που έτρεμε από ηδονή.

-    «Ετοιμάσου καριόλα να στο φάω τώρα! Ήρθε η ώρα του…»

Άρπαξε με τα δόντια του το δαντελένιο εσώρουχο και το έκανε κομμάτια. Μετά βίαια άρχισε να την δαγκώνει παντού και το στόμα του είχε πλημμυρίσει απ’ τους χυμούς της. Οι κραυγές της είχαν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο δυνατές, άρχισε να τον εκλιπαρεί.

-    «Τώρα σε θέλω γαμιά μου…!»

-    «Σκίσε με τώρα, δεν αντέχω άλλο σου λέω!!!»

Τη πήρε αγκαλιά και την γύρισε. Τα χέρια της ακούμπησαν στο πάσο. Έφερε μια καρέκλα κοντά και της έβαλε το δεξί πόδι επάνω. Μετά την ανάγκασε να σπάσει τη μέση της όσο πιο χαμηλά μπορούσε. Άρχισε να παίζει με τον πούτσο του και να τον τρίβει στο μουνί της.

-    «Πάρε με τώρα, τ’ ακούς; Μη με παιδεύεις άλλο… Σκίσε με τώρα!!!»

Συνέχισε να παίζει και να την αγνοεί. Κι εκείνη να κλαίει και να τον παρακαλάει. Ξεκίνησε να της χτυπάει το κωλαράκι μέχρι που έγινε κατακόκκινο. Οι κραυγές έβγαιναν τώρα ανεξέλεγκτα και δυνατά.

-    «Πάρε με καύλα μου! Κάνε μου ότι θες απόψε… Πάρε με επιτέλους παλιοκαριόλη!!!»

Άρχισαν να παίρνονται δυνατά με απίστευτο πάθος… Ασταμάτητα. Οι κραυγές τους ηχούσαν τώρα στο δωμάτιο βαριά και δυνατά. Αχόρταγοι εραστές έτοιμοι για τα πάντα. Μια χαραμάδα φως εδώ και ώρα είχε ανοίξει… και πίσω τους δυο αθώα μάτια κοιτούσαν…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")