Ντέπυ - Από πίσω με σφραγίδα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Χειμώνας σ’ ένα εξοχικό στην Ραφήνα. Ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μαζί με την Βίκυ, έξω ο αέρας να λυσσομανάει, καπνίζουμε και σκεφτόμαστε την Ντέπυ. Η Βίκυ θα το ζητήσει, το ξέρω. Θα το ζητήσει για μια ακόμα φορά κι εγώ δεν θ’ αρνηθώ, για μια ακόμα φορά.

-    «Δεν θέλω απλώς να την γαμήσεις Κώστα, θέλω να την ξεφτιλίσεις! Θέλω να την δω να σέρνεται, να παρακαλάει, να πνιγεί στην ντροπή και στα χύσια σου. Γάμα την! Θα έχεις προσέξει πως κουνάει τον κώλο της, θα έχεις αισθανθεί τις λοξές ματιές που σου ρίχνει…»

Παραγγελιά.

Ότι πεις. Πάντοτε χαμένη ήσουν Βίκυ γιατί τα δικά μου ότι πεις ήταν τόσο κρυφοσαρκαστικά και αδιόρατα που ποτέ σου δεν αντιλήφθηκες το βαθύτερο νόημα. Κι έτσι στο ίδιο δωμάτιο λίγες ώρες μετά τα χέρια μου χαϊδεύουν άγρια την Ντέπυ που είναι ξαπλωμένη μπρούμυτα. Την χαϊδεύουν στον κώλο που είναι ο ωραιότερος κώλος με διαφορά που κυκλοφορούσε τότε στην Αθήνα. Τα δάχτυλα πιέζουν την φούστα της, τζην σκληρή φούστα κι η Ντέπυ με το πρόσωπο στο μαξιλάρι στέκεται ακίνητη παραδομένη στην λαγνεία της στιγμής.

Χώνω το χέρι μου από κάτω και της χουφτώνω ταυτόχρονα τον κώλο και το μουνί. Την τρίβω δυνατά κι έπειτα ανοίγω το φερμουάρ της φούστας της και την πετάω στην παρακατιανή καρέκλα. Της κάνω νόημα να μην κουνηθεί ενώ ταυτόχρονα βγάζω το πουκάμισό μου και το παντελόνι. Μένω γυμνός με τον πούτσο μου καυλωμένο και ξαπλώνω πάνω της κι αρχίζω να τρίβομαι δυνατά και κυκλικά στην απίστευτη κωλάρα της. Τα κωλομέρια της τρέμουν από προσμονή.

Πιάνω τον πούτσο μου και γυρνώντας λίγο πλάγια τον περνάω κάτω από το μαύρο της εσώρουχο. Την δαγκώνω στον ώμο -όχι πολύ δυνατά- κι επανέρχομαι στην προηγούμενη θέση μου. Της κατεβάζω την κιλότα πίσω από τα γόνατα, της ανοίγω τα κωλομέρια και της τον ακουμπάω στην κωλοτρυπίδα. Της τον τρίβω απαλά και σαλιώνω το μικρό μου δάχτυλο και με πολύ προσοχή το βάζω μέσα στην τρύπα της. Μετά το σπρώχνω ολόκληρο κι η Ντέπυ ανταποδίδει ακολουθώντας τον στριφογυριστό ρυθμό. Σκύβω, της δαγκώνω τα κωλομέρια με μικρές, σύντομες κι ακαριαίες δαγκωνιές

-    «Μου αρέσει αυτό. Μη σταματάς, μη σταματάς…»

Δεν σταματάω φυσικά και απλώνω το αριστερό μου χέρι στο κομοδίνο παίρνοντας από το φτηνό έπιπλο τον στυλό μπικ που επίτηδες είχε αφήσει η Βίκυ εκεί στο δωμάτιο. Την βασανίζω λίγο με το στυλό, τον χώνω ανάμεσα στα μπούτια της και μετά τον πιέζω στην κωλοτρυπίδα της. Σοκάρεται για λίγο… ήταν 22 χρονών μουνάρα αλλά δεν ήταν μαθημένη σε τέτοια. Τον χώνω στον κώλο της όχι φυσικά από την πλευρά της μύτης και τον κουνάω μέσα-έξω με ένα τέμπο σταθερό, ούτε αργά ούτε γρήγορο. Ρίχνω μια ματιά στην πόρτα. Το ματάκι είναι μαυρισμένο. Η Βίκυ θα χαϊδευόταν πίσω από την πόρτα, θα είχε χώσει το χέρι της μέσα από το μαύρο κολάν και θα έτριβε απεγνωσμένα το διεφθαρμένο της μουνί.

Βγάζω τον στυλό και χώνω την γλώσσα, η Ντέπυ τρελαίνεται, μιλάει μπερδεμένα… ανάμεσα στα λόγια ξεχωρίζω και κάποια «μη» ασήμαντα απομεινάρια ψεύτικου καθωσπρεπισμού. Δάχτυλα τώρα με την σειρά, το ένα μετά το άλλο… η τρύπα γλιστράει, έχει χαλαρώσει, είναι σχεδόν έτοιμη για να ξεσκιστεί. Την αρπάζω από τα πλευρά και την στήνω. Της τον βάζω αρχικά στο μουνί ενώ χώνω στην πίσω τρύπα της το μεγάλο δάχτυλο. Ανασαίνει βαριά με διακοπές, κι εγώ παραφρονώ μαγκώνω με δύναμη τα πλευρά της και την γαμάω σαδιστικά. Ίσα-ίσα που ακούω το «χύνω» της Βίκυς έξω από την πόρτα και την ανάσα που ξεψυχά. Βγαίνω και ξαπλώνω δίπλα στην Ντέπυ.

-    «Πάρε μου τσιμπούκι Ντέπυ. Τώρα! Μα, χωρίς να τον παίζεις, χωρίς χέρια. Δεν θέλω να χύσω τώρα».

-    «Ότι πεις…», απαντάει και τον παίρνει με λαχτάρα στο στόμα.

Όταν της το ζητάω τον τρίβει στα μάγουλα και τον χώνει ανάμεσα στα βυζιά της. Με κοιτάει και χαμογελάει. Της δίνω ένα χαστούκι μεσαίας δυναμικότητας. Λυσσάει! Τον ξαναπαίρνει στο στόμα μανιασμένα. Τις τσιμπάω τις ρώγες δυνατά… ουρλιάζει, με βρίζει.

-    «Γαμιόλη άντρα!», ανταποδίδω:

-    «Πουτάνα γυναίκα! Αρραβωνιασμένο τσουλί! Φτηνή! Γαμημένη! Ξεφτιλισμένη!!!»

Ο αρραβωνιαστικός της ίσως και να φύλαγε σκοπιά κοιτώντας την φωτογραφία της.

-    «Θέλω να με γλείψεις...», μου λέει και σηκώνεται από πάνω μου.

Καμία αντίρρηση φυσικά. Χαϊδεύει για λίγο τα μπράτσα μου κάνει κύκλους με τα δάχτυλά της γύρω από τα τατουάζ μου. Ήθελε να της κάνω ένα, έτσι κι αλλιώς τα σύνεργα τα είχα στο εξοχικό. Το μουνί της ήταν ξυρισμένο αλλά όχι τελείως. Έτσι ακριβώς όπως μου άρεσε. Μοσχομύριζε… την έγλειψα περιφερειακά πριν χώσω την γλώσσα μου βαθιά μέσα της…

-    «Λίγο πιο εκεί, λίγο πιο εκεί. Αχ! Γαμιά μου σε παρακαλώ… αχ ναι! Εκεί….»

Έξω από την πόρτα ένιωσα το τρέμουλο της Βίκυς. Έχυσε αφηνιασμένα και μου τράβηξε πολύ δυνατά τα μαλλιά ενώ ο οργασμός της κορυφώθηκε σε ένα κρεσέντο ήχων και βάρβαρων μουγκρισμάτων. Την άρπαξα δυνατά, την γύρισα και της τον κάρφωσα μέσα στον κώλο. Δεν είχε συνέλθει από το δικό της ντελίριο κι ούτε πρόλαβε να πονέσει. Της έσκιζα την κωλάρα και χαμογελούσα γιατί ήξερα πως και η Βίκυ χαμογελούσε. Δεν έχυσα μέσα στην τρύπα της αλλά όταν ένιωσα τα αρχίδια μου να στέλνουν το σπέρμα στον πούτσο κι από εκεί στην έξοδο, τον τράβηξα γρήγορα έξω και μαστίγωσα τα κωλομέρια της επαναληπτικά πετώντας τα χύσια μου οπουδήποτε υπήρχε κορμί.

Ήθελε να της κάνω ένα τατουάζ, στο δεξί κωλομέρι, έναν μικρό μαύρο πάνθηρα που είχα χαμηλά πάνω από τον αριστερό μου καρπό. Η Βίκυ έφερε το μοτεράκι, τις σινικές μελάνες, καφέ και τσιγάρα. Αρκετή ώρα μετά έφερε και τον καθρέφτη. Πάντα έκανα ωραία γράμματα, καλλιγραφικά. Είχα σκαλίσει με όλη μου την δεξιοτεχνία την ημερομηνία κι από κάτω την φράση:

«Σήμερα μου έσκισε τον κώλο ο Κώστας».

Το έβγαλε μετά από καιρό με λέιζερ. Δεν μου ξαναμίλησε ποτέ και ποτέ δεν με ένοιαξε για αυτό. Ήταν ακόμα ένα τρόπαιο στην τροπαιοθήκη και μάλιστα ένα τρόπαιο με καταπληκτικό κώλο.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")