Οι Απόκριες και ο άγνωστος

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Η ιδέα να πάνε στην Πλάκα ήταν τελικά το καλύτερο που μπορούσαν να κάνουν αυτόν τον καιρό. Όρεξη και άνεση για Πάτρες, εκδρομές, και διάφορα άλλα δεν υπήρχαν. Γιατί όχι φέτος λοιπόν μια βόλτα στην Πλάκα...

Nα παιχτούν και μερικές σεξουαλικές ροπαλιές στα πισινά.

Φόρεσε τη μάσκα της με τα γυαλιστερά περιγράμματα, τη σκούρα στολή, και σαν άλλη πριγκίπισσα της νύχτας ξεκίνησε για την περιβόητη Πλάκα και το περίπατο της. Άλλωστε όλοι είχαν αποφασίσει να ντυθούν. Τη στολή την είχε φτιάξει μόνη της από κάποια παλιά φούστα, λίγα τούλια, μια φαρδιά μπλούζα. Τη γέμισε με φανταχτερά μικροσκοπικά στολίδια και χρυσόσκονες. Όλα περίτεχνα βαλμένα. Πάντα της άρεσε να καλλιτεχνεί, να παίζει όπως έλεγε. Πήρε το ρόπαλο της, φόρεσε μια ελαφριά καμπαρντίνα και βγήκε. Φέτος δεν έκανε κρύο. Μπορούσε να αντέξει με τα λεπτά αυτά ρούχα.

Η Πλάκα γεμάτη κόσμο ο συνήθως. Γέλια, φωνές, χαμός, κόσμος χαρούμενος γιορτάζει ανάμεσα σε μιας περασμένης γενιά κτίρια. Μπλέκονται, μαλώνουν, γελάνε, γνωρίζονται. Το τελευταίο καιρό είναι πιο υποτονικά, αλλά το καρναβαλίστικο, τα ρόπαλα και τα σπρέι παραμένουν.

Την πρώτη φορά που έπεσε πάνω του δεν έδωσε σημασία. Ούτε και εκείνος φυσικά. Ένα χαμογελαστό «ουπς» και μια ξυλιά στα πισινά με τα ρόπαλα ο καθένας και στο δρόμο τους. Την τρίτη ή τέταρτη φορά, ούτε που θυμόντουσαν, πρόσεξαν κάτι παραπάνω. Μια έλξη ένα κάτι. Και οι δυο κρυμμένοι πίσω από μια μάσκα και μια στολή. Κρύβαν τον καθημερινό τους εαυτό και εμφανίζονταν σαν αυτό που ήθελαν να είναι στα όνειρα τους.

Ο κόσμος άρχισε να πληθαίνει όλο και πιο πολύ. Οι παρέες έσπαγαν και ξανάσμιγαν. Σε μερικά σημεία ήταν μέχρι και αδύνατο να προχωρήσεις. Αποσπασμένοι από την παρέα της που όλο και απομάκρυνε, αποφάσισε να πάρει ένα άλλο δρομάκι, ένα στενάκι, να κόψει δρόμο. Ανέβηκε σε ένα σκαλοπάτι και έκανε σχετικό νόημα στους υπόλοιπους να την περιμένουν στο καφέ που είχαν πει ότι θα πήγαιναν. Την Πλάκα όμως δε την ήξερε καλά. Το ένα στενό την οδήγησε στο άλλο, όλο και πιο πολύ απομακρύνονταν από το πλήθος που τώρα δεν ακούγονταν καθόλου πίσω της. Έβαλε πείσμα ότι δε θα γυρίσει πίσω και πως θα τον βρει αυτό το δρόμο.

Ένιωθε ότι χάθηκε για τα καλά όταν έπεσε ακόμα μια φορά πάνω του.

-    Ακόμα και εδώ, χωρίς κόσμο, χωρίς εμπόδια πάλι πάνω μου έπεσες;

Της είπε με κάπως σοβαρό, γοητευτικό, ίσως και ερεθιστικό ύφος.

-    E… ναι… μάλλον χάθηκα και δε σε πρόσεξα… είναι και αυτό το στενάκι αρκετά μικρό. Ίσα που χωράμε και οι δυο μας.

Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, από φόβο, από αγωνία, αλλά και από κάτι που δε μπορούσε να εξηγήσει. Αυτός ο άντρας την έκλυε όσο κανείς άλλος μέχρι τώρα. Δε τον είχε δει κανονικά ακόμη. Η μάσκα του τον κολάκευε, του έδινε μια άλλη όψη στα μάτια της. Προσφέρθηκε να της δείξει το δρόμο. Άπλωσε το χέρι του κάνοντας ταυτόχρονα μια κίνηση να φύγει γυρίζοντας προς την άλλη πλευρά του δρόμου, εκείνη του έδωσε το δικό της. Ένιωσε το χέρι της που έτρεμε και κοντοστάθηκε, γύρισε λίγο απότομα, ίσως άθελα του και βρέθηκαν σχεδόν κολλημένοι. Την ρώτησε αν φοβάται, αν είναι καλά. Του έγνεψε πως δε φοβάται… «ίσως είναι από το κρύο», απάντησε ψέματα.

Έπιασε το χέρι της μέσα στα δικά του, εκείνη έκανε ένα βήμα πιο κοντά σα να αναζητούσε λίγο ζέστη παραπάνω. Κοιτάχτηκαν για λίγο στα μάτια, πίσω από της μάσκες τους. Έκανε να βγάλει τη μάσκα του, αλλά τον σταμάτησε.

-    Όχι, καλύτερα έτσι.

Τολμώντας, κίνησε το χέρι του στο ίσα-ίσα αγγίζοντας το πρόσωπο της και το έμπλεξε στα μακριά σγουρά μαλλιά της. Δε του αντιστάθηκε. Ένιωθε αυτή τη γοητεία ώρα τώρα. Ένιωθε έτοιμη να τολμήσει όσα απαγόρευε στον εαυτό της, όσα φοβότανε. Δε σταμάτησε να τον κοιτάει στιγμή, παρά μόνο για λίγο που χαμήλωσε τα βλέφαρα της, δηλώνοντας μια ασυνείδητη υποταγή. Το βλέμμα του την κυρίευε στιγμή με τη στιγμή.

Την έφερε πιο κοντά του, φιλήθηκαν. Τα χείλια του ζεστά, γεμάτα πάθος, με μια γλυκιά γεύση που μόνο σε σπάνια γλυκά συναντάς. Ίσως να ‘ταν και στο μυαλό της όλα… ένιωθε το κορμί της να θέλει να του δοθεί χωρίς κανένα περιορισμό. Το χέρι της χάιδεψε το κορμί του. Ψηλάφισε το στήθος του πάνω από την ενδυμασία και την πλάτη του. Κατέβηκε ακόμα πιο πονηρά στο παντελόνι του. Έπιασε τον σκληρό του πούτσο και τον χάιδεψε. Κρατούσε με τα δυο του χέρια το κεφάλι της, τη φιλούσε με τόσο πάθος και τόση δίψα. Σύντομα ακολούθησε τη δική της πρωτοβουλία. Έπαιξε λίγο με το λαιμό της, φιλώντας της και δαγκώνοντας την. Τα χέρια του έψαξαν πιθαμή προς πιθαμή το κορμί της. Η λεπτή ενδυμασία της έκανε άφηνε τη σιλουέτα της να αποκαλύπτεται εύκολα στα ερευνητικά του χέρια. Πέρασε το χέρι του κάτω από την μπλούζα της και χάιδεψε και μάλαξε το στήθος της. Επικεντρώθηκε λίγο και στις ρώγες της. Στιγμιαίοι χαμηλοί αναστεναγμοί έβγαιναν από μέσα της.

Του τράβηξε το χέρι, λίγο παιχνιδιάρικα αλλά πολύ σοβαρά. Έβαλε το δικό της μέσα από το παντελόνι του. Χάιδεψε λιγάκι το στητό του καυλί.

-    Δε μας βλέπει κανείς;

-    Όχι. Τέτοια ώρα δε περνάει και κανείς από δω.

Σχεδόν γονάτισε μπροστά του, άνοιξε το παντελόνι του. Έβγαλε τον πούτσο του από το εσώρουχο, και σύντομα τον γεύτηκε με τη γλώσσα της. Τα χέρια της βοηθοί της στο λάγνο της παιχνίδι, νιώθανε τι φλέβες του πούτσου του να φουσκώνουν από αίμα. Λίγο γρήγορα λίγο αργά, γευόταν κάθε του χιλιοστό. Δεν άντεξε άλλο και την τράβηξε όρθια. Τη γύρισε στον τοίχο, και της σήκωσε τη φούστα. Έσκισε το μικροσκοπικό της εσώρουχο. Χάιδεψε τα κάτω της χείλια με τέχνη και άνοιξε τον μουνί της ακόμα πιο πολύ με τα δάχτυλα του. Την έβαλε να τον κατευθύνει μέσα της.

Μπήκε αργά, και βασανιστικά. Σε ένα ρυθμό που σύντομα θα εξελίσσονταν σε πιο γρήγορο πιο άγριο. Από μέσα της έβγαιναν βαθιοί αναστεναγμοί. Απολάμβανε κάθε του χιλιοστό να την πονάει. Πάντα την πόναγε αυτή η στάση. Δεν μπορούσε καν να καταλάβει γιατί τώρα χάνονταν σε μια δύνη ηδονής και πάθους. Ένας άγνωστος κρατιόταν από τα σγουρά μαύρα μαλλιά της και ικανοποιούσε σκοτεινές της φαντασιώσεις. Το ένα της χέρι σταμάτησε να ακουμπάει στο τοίχο και έπιασε τον πούτσο του άγνωστου για να το βάλει πιο δυνατά μέσα της. Ένιωθε το κορμί της να καίει, ήταν έτοιμη να εκραγεί. Ήθελε να φωνάξει αλλά η γειτονιά την εμπόδιζε. Αυτό το εμπόδιο την άναβε ακόμα πιο πολύ, η μάσκες οι στολές, το σκοτάδι, ο άγνωστος άντρας.


Είχαν καιρό που έκαναν μαθήματα, και ήταν καλεσμένοι για της απόκριες στο σπίτι για βραδινό. Παρότι τόσο καιρό το ένιωθε σαν σπίτι της, οι καλεσμένοι και αυτές οι συζητήσεις την έκαναν να νιώσει λίγο άβολα. Αποφάσισε να πάει στο δωμάτιο που έκαναν το μάθημα να δει λίγο τον κόσμο από μακριά. Ίσα που φαίνονταν από το παράθυρο αυτό. Η Πλάκα απλώνονταν από κάτω τους. Το παράθυρο στη γωνία έβλεπε στο βάθος το πολυσύχναστο δρόμο και από κάτω του περνούσε ένα μικρό σκοτεινό στενό δρομάκι.

Σαν κάτι να άκουσε και η προσοχή της στράφηκε στο βάθος του στενού. Ακούμπησε στο παντζούρι και προσπαθώντας να μη βγει τελείως έξω έσκυψε να δει. Ένα ζευγάρι έκανε έρωτα. Ντυμένοι και οι δυο. Εκείνη ακουμπούσε στον τοίχο και ο άντρας έμπαινε από πίσω της. Δάγκωσε τα χείλη της. Να γυρίσει πίσω ή να μείνει εκεί μέχρι να φύγουν; Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει. Κοιτούσε όλο και πιο έντονα. Ο μαθητής της, την πλησίασε και έριξε μια ματιά να δει τι γίνεται.

-    Σσσσσσς… πρόσεχε!

Δεν ήθελε να φανερωθούν. Ο νέος, κοντοστάθηκε και κοίταζε μαζί της. Έκανε μαζί της φροντιστήριο εδώ και μερικά χρόνια. Στην τελευταία τάξη πια και είχε κάθε λογής φαντασίωση μαζί της. Έτρεξε γρήγορα και έσβησε το φως του δωματίου. Κάθισε δίπλα της να παρακολουθήσει. Θα μπορούσε να κάτσει πιο μακριά αλλά σχεδόν ακουμπούσε πάνω της. Έκανε λίγο πιο κοντά της. Την ακούμπησε με το χέρι του δήθεν να κρατιέται για να δει καλύτερα. Πως κάνουν όλα τα παιδιά όταν θέλουν να κοιτάξουν ταυτόχρονα. Όσα έβλεπε τόσο καιρό σε ταινίες και περιοδικά εξελίσσονταν μπροστά του. Κατάλαβε ότι είχε καυλώσει, όπως και ότι η όμορφη καθηγήτρια που τόσο τη φαντασιωνόταν δεν πειράχτηκε που ένιωθε το καυλί του πάνω στο μηρό της. «Ίσως να μη το είχε καταλάβει….», σκέφτηκε. Κίνησε το χέρι του προς τα κάτω της. Έφτασε στους γλουτούς της.

Έκλεισε λιγάκι τα μάτια της καθώς χάιδευε τον κώλο της και ένας σχεδόν αθόρυβος αναστεναγμός της ξέφυγε. Αποφάσισε να τραβήξει το φόρεμα της και να αποκαλύψει τα οπίσθια της. «Αυτό θα ήταν σίγουρα μια πρόκληση», σκέφτηκε. Μερικές βαθύτερες αναπνοές άκουγε καθώς απογύμνωνε το αντικείμενο του πόθου του. Παρόλη την ταραχή του δε το σκέφτηκε τόσο πολύ. Κινήθηκε από πίσω της. Γονάτισε και σαν παιδί που γεύεται πρώτη φορά το γλυκό του άρχισε να γεύεται αυτούς τους ποθητούς γλουτούς. Με δύναμη έπιασε και έσκισε το εσώρουχο της. Ήθελε να το βγάλει για να μη το χαλάσει αλλά δε κρατήθηκε.

Τα κάτω της χείλια, το λωτό της που τόσο επιθυμούσε τον είχε τώρα μπροστά του. Έσκυψε και την φίλησε λαίμαργα. Όπως έβλεπε τόσα χρόνια σε ταινίες. Έπαιζε με την γλώσσα του την κλειτορίδα της, την ρούφαγε και την άφηνε. Δε μπορούσε να αρνηθεί μια τέτοια θεσπέσια γεύση. Έβαλε τη γλώσσα του μέσα της, στο μουνί της. Παρόλη όμως την επιθυμία του να συνεχίσει το κορμί του ήθελε πιο πολλά. Ακόμη περισσότερα ήθελε το δικό της, που με κλειστά πια απολάμβανε το φιλί του νεαρού μαθητή της. Έβαλε και τα δάχτυλα του μέσα. Ήθελε να ψηλαφίσει, να μάθει πως και τι είναι. Ένιωσε την υγρασία της και τα μαλακά της τοιχώματα. Έφτασε στο τράχηλο της, εκεί που την άκουσε να αναστενάζει λίγο ακόμα πιο πολύ. Σηκώθηκε καυλωμένος να φέρει ένα προφυλακτικό. Δεν άργησε πολύ, πάντα είχε ένα για ώρα ανάγκης. Επιβάλλονταν πια!

Παρόλο που εκείνη έκανε ότι κοιτάει, λίγα πια έβλεπε. Μπορεί και το ζευγάρι να είχε φύγει, δεν ήξερε. Μόνο τον πούτσο του άρχισε να νιώθει πάνω της. Τον έπιασε να τον οδηγήσει μέσα της. Ήξερε ότι είναι αρχάριος. Είχε όμως το ταλέντο, είχε μέσα του το πάθος ακατέργαστο και δυνατό. Δεν ήξερε τι να κάνει και γίνονταν οι κινήσεις του απρόβλεπτες. Ένιωθε πως σύντομα θα είχε απανωτούς οργασμούς. Έσφιξε με δύναμη το παντζούρι που κρατιότανε καθώς ένιωθε να σκίζεται το μουνί της από τον πούτσο του. Κύματα ηδονής άρχισαν να την πλημμυρίζουν το ένα μετά το άλλο.

Νιώθοντας το κορμί της να σπάει από ηδονή, της ξέφυγε μια σύντομη κραυγή. Δε την ένοιαξε όμως. Σε ένα σκοτεινό στενάκι ήταν, ποιος θα ενδιαφέρονταν. Λίγο της έλειψε να λιποθυμήσει. Κρατήθηκε ανασηκώθηκε λιγάκι. Γύρισε και έπιασε τον άγνωστο με το στόμα της. Δε χρειάστηκε πολύ, με λιγοστές πια κινήσεις, ένιωσε τα υγρά του να ρέουν μέσα της. Δεν ήταν ανάγκη να λερωθούν τώρα. Καθάρισε τον πούτσο του με το στόμα της, το έβγαλε και απαλά το ξανάβαλε στο εσώρουχο του. Ετοιμάστηκαν, ξεκίνησαν το δρόμο τους προς το σπίτι με το ανοιχτό παράθυρο.

-    Ναι αγόρι μου… πιο δυνατά! Χύνω!!!

Το κορμί της τραντάχτηκε στο παράθυρο καθώς κρατιόταν να μην ακουστεί μέσα. Αποκαμωμένη από τον ερεθισμό, συνέχισε περιμένοντας και εκείνον να τελειώσει.

-    Έλα αγόρι μου, πιο γρήγορα… πιο δυνατά! Χύσε με!

Δε του έβγαινε να μιλήσει ακόμα. Όμως ο πούτσος του άρχισε να εκρήγνυται. Οι σπασμοί του εκτόξευσαν τα υγρά του με αρκετή δύναμη, που το ένιωσε και εκείνη ακόμα και μέσα από το προφυλακτικό.

Τον έβαλε να καλλωπιστεί ξανά και να γίνει όπως ήταν πριν. Ένα μάθημα ζωής μόλις είχε τελειώσει. Πέρασε αυτό πέρασαν και οι απόκριες. Οι μάσκες ποτέ δε βγήκαν για να γνωριστούν. Τι νόημα είχε άλλωστε; Χάθηκαν μέσα στο πλήθος, βρήκαν ξανά την  παρέα τους που ανησύχησε τόση ώρα.

«Άσε… χάθηκα μωρέ…»

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")