Απρόσμενη συνάντηση (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Η επόμενη μέρα μας βρήκε τους περισσότερους να τρώμε πρωινό και να πίνουμε καφέ, τσάι ή γάλα πριν πάμε για μπάνιο. Το χθεσινοβραδινό ξενύχτι ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές στα πρόσωπά μας, ...

γεγονός που γινόταν ακόμα πιο αντιληπτό από την βουβαμάρα που επικρατούσε στον χώρο, μην ξεχνάμε και την βραδινή κατσάδα των συνοδών.

Καθόμουν με τον κολλητό μου και πίναμε τον καφέ μας δίχως να λέμε και πολλά. Άλλωστε μετά την χθεσινή “σφαλιάρα” που “έφαγα” δεν είχα και πολύ όρεξη για κουβέντα, συνεχώς σκεφτόμουν τα γεγονότα και δεν ήθελα να τα πιστέψω. Την ησυχία μας, διέκοψε η φωνή της Νανάς που μας καλημέρισε και έκατσε δίπλα στον Γιάννη. Αφού πήρε έναν καφέ άρχισε να μας μιλάει για τα χθεσινά και πώς στεναχωρήθηκε πολύ γι’ αυτό που έγινε, μάλιστα μας είπε ότι η Μαίρη ντρέπεται να έρθει να μας μιλήσει και ειδικά σ’ εμένα, ύστερα από αυτό που έγινε.

-    “Ας κάνει ότι θέλει!” Απάντησα κάπως νευριασμένα.

Η ενόχληση μου πλέον ήταν φανερή. Δεν είχα μάθει να με χρησιμοποιούν σαν όργανο ζήλιας, και η Μαίρη αυτό ακριβώς έκανε.

Σηκώθηκα και πήγα να φορέσω το μαγιό μου, αφήνοντας τον Γιάννη και την Νανά να πίνουν καφέ και να συζητούν. Μια βουτιά ήταν ότι χρειαζόμουν για να χαλαρώσω από την ένταση που είχα. Κατέβηκα μόνος στην παραλία και μπήκα στην θάλασσα. Το κρύο νερό έκανε το κορμί μου να ριγήσει. Αργά κατευθύνθηκα προς τα μέσα ώσπου έκανα μια βουτιά και τράβηξα για τα ανοιχτά. Κολυμπούσα με θυμό και νεύρα, τόσο ώστε δεν κατάλαβα πόσο είχα απομακρυνθεί από την παραλία.

Έκανα στροφή για να επιστρέψω. Σε λίγη ώρα ήμουν καθισμένος στην αμμουδιά με τον ήλιο να έχει “ανέβει” για τα καλά. Λίγη ηλιοθεραπεία ήταν ότι έπρεπε. Την ησυχία μου, διέκοψε η παρέα των υπολοίπων παιδιών που ήρθαν με την σειρά τους να βουτήξουν στα δροσερά νερά του Αιγαίου. Ήταν όλοι εκεί εκτός από την Μαίρη και την Νανά. Ο Γιάννης ήρθε και έκατσε δίπλα μου, και μου εξήγησε όλα όσα του είπε η Νανά για την Μαίρη και τον Γιώργο.

-    “Γιατί μου τα λες όλα αυτά;” του λέω. “Δεν με ενδιαφέρει πλέον το ζήτημα. Το κατάλαβες; Δεν είμαι εγώ κανένα παιχνιδάκι στα χέρια της Μαίρης. Αν θέλει κάτι τέτοιο διάλεξε λάθος άνθρωπο!” Του είπα και ξάπλωσα συνεχίζοντας την ηλιοθεραπεία μου.

Το μεσημέρι είχε φτάσει, και οι πρώτες φωνές διαμαρτυρίας ακούστηκαν από το στομάχι. Μαζέψαμε τα πράγματα μας και πήγαμε να πλυθούμε. Σε μισή ώρα ήμασταν στο εστιατόριο και τρώγαμε. Στο απέναντι τραπέζι η Μαίρη με την Νανά έτρωγαν και συζητούσαν χαμηλόφωνα. Τα βλέμματά μας δεν συναντήθηκαν ούτε μια φορά. Τελειώσαμε το φαγητό και σηκωθήκαμε χωρίς να πούμε κουβέντα στις γυναίκες. Ανεβήκαμε προς το σπιτάκι μας, ήθελα να κοιμηθώ και να χαλαρώσω, και τίποτα δεν θα μου διέκοπτε αυτήν μου την απόφαση.

Η ώρα είχε πάει 20:00 όταν ξύπνησα. “γαμώτο, παρακοιμήθηκα και έχασα το απογευματινό μπάνιο” είπα στον εαυτό μου και σηκώθηκα να πλυθώ. Ο Γιάννης έλειπε μάλλον θα είχε κατέβει για καφέ. Έβαλα κάτι πρόχειρο και ξεκίνησα για την καφετέρια. Όταν έφτασα είδα όλα τα παιδιά συγκεντρωμένα, και τον επικεφαλή να κάνει μια ανακοίνωση.

-    “Μετά το χθεσινό γεγονός, οι συνοδοί καθηγητές αποφασίσαμε για σήμερα να μην πάμε πουθενά για διασκέδαση. Θα μείνουμε εδώ και όσοι θέλετε μπορείτε να διασκεδάσετε εδώ στον χώρο της καφετέριας. Προδώσατε την εμπιστοσύνη που σας δείξαμε, και δεν ρισκάρουμε να γίνει κάτι παρόμοιο αν όχι και χειρότερο.”

Τα λόγια αυτά όπως ήταν λογικό “σκόρπισαν” απογοήτευση σε όλους μας.

«Για την μαλακία 2 ατόμων την πληρώνουμε όλοι!» Ακούστηκε από πολλούς.

Φύγαμε φανερά απογοητευμένοι αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα, η απόφαση δεν σήκωνε συζήτηση, ήταν αμετάκλητη όσο και να μας πείραζε αυτό.

Η ώρα ήταν 23:00 και κατεβήκαμε με τον Γιάννη και τα υπόλοιπα παιδιά στην καφετέρια, δεν γινόταν να καθίσουμε μέσα άλλωστε για διασκέδαση ήρθαμε. Φτάσαμε και παραγγείλαμε μπύρες. Πολλά παιδιά χόρευαν με τα τραγούδια που ακούγονταν από τα ηχεία, άλλα παιδιά συζητούσαν και οι πιο τολμηροί φλέρταραν με τα κορίτσια, προσπαθώντας να αποσπάσουν έστω ένα φιλί ή ένα ραντεβού.

Απέναντί μας καθόντουσαν και μας κοιτούσαν δυο κοπέλες που γνωρίζαμε από παλιά. Η Νίκη και η Φλώρα. Ομολογώ ότι ποτέ δεν τις είχα παρατηρήσει, είχαν βελτιωθεί αρκετά και δεν έμοιαζαν σε καμία περίπτωση με το πως ήταν παλαιότερα. Μας έκαναν νόημα να πάμε κοντά τους. Δεν χάσαμε ευκαιρία, τις πλησιάσαμε και αμέσως γίναμε μια καλή παρέα.

Η ώρα ήταν 01:30 η διάθεση πολύ καλή και πολύ ερωτική. Προτείναμε στις κοπέλες μια βόλτα στην παραλία. Δέχτηκαν με ευχαρίστηση, άλλωστε τόσες ώρες εκεί είχαμε αρχίσει να βαριόμαστε. Φτάσαμε στην παραλία. Το τοπίο μοναδικό. Η θάλασσα ήρεμη και πάνω της να καθρεφτίζεται το φεγγάρι, μοναδική σκηνή για ερωτευμένους. Ο Γιάννης με την Φλώρα απομακρύνθηκαν λίγο και εμείς καθίσαμε στην αμμουδιά ακούγοντας το κύμα που ερχόταν προς τα εμάς.

Η συζήτηση που κάναμε ήταν για διάφορα θέματα κυρίως για το μέλλον μας, υπήρχε η αγωνία για το αύριο. Μέσα σε όλα αυτά κοίταξα την Νίκη στα μάτια. Δεν πίστευα αυτό που ζούσα. Η ματιά της τα έλεγε όλα, περίμενε από εμένα να κάνω την πρώτη κίνηση. Ένα χάδι, ένα φιλί και θα ήταν δική μου. Πόσο λαχταρούσα να είχα μια γυναίκα στο πλευρό μου για να αλλάξω την καθημερινότητά μου. Και τώρα ήταν εκεί, έτοιμη. Αρκούσε μόνο μια μου λέξη, μια μου κίνηση και θα ήταν δική μου, μόνο δική μου.

Δεν την έκανα. Με σταμάτησε η σκέψη της Μαίρης. Δεν μπορούσα να την βγάλω από το μυαλό μου. Με “χρησιμοποίησε” και εγώ την σκεφτόμουν ακόμα. Ήμουν σε πολύ δύσκολη θέση. Από την μια μεριά μια κοπέλα που έδειχνε καθαρά ότι με θέλει και από την άλλη μια γυναίκα η οποία μου φέρθηκε με τον χειρότερο τρόπο. Έπρεπε πάση θυσία να ξεκαθαρίσω την κατάσταση με την Μαίρη.

Σηκωθήκαμε από την αμμουδιά, η ώρα ήταν είδη 03:30 έπρεπε να πάμε για ύπνο. Αφού άφησα την Νίκη στο σπιτάκι της και την καληνύχτισα, τράβηξα για το πιο όμορφο ραντεβού που είχα, το κρεβάτι μου. Περνώντας έξω από το σπίτι που έμεναν η Νανά με την Μαίρη, άκουσα φωνές και γέλια. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και έτσι πλησίασα για να δω τι γίνεται. Η περιέργεια μου μεγάλη.

Πλησίασα, άνοιξα την πόρτα ελαφρά και τι να δω; Μέσα υπήρχαν 7 άτομα 5 αγόρια και 2 κορίτσια τα οποία ήταν ξαπλωμένα στο κρεβάτι, ευτυχώς με τα ρούχα. Μέσα στον χαμό διέκρινα και μια γνωστή φυσιογνωμία. Ήταν ο Γιάννης, και είχε αρχίσει να κάνει παιχνίδι με την Νανά. Φιλιά, χάδια και ματιές όλο νόημα. Η Μαίρη σε μια γωνιά του κρεβατιού με τον Γιώργο ο οποίος της ζητούσε επίμονα να τα ξαναβρούν.

Σε μια στιγμή παρατήρησα τους άλλους τρεις που ήταν μέσα. Είχαν πέσει για ύπνο μιας και είχαν πιεί αρκετά ποτά. “Αυτοί δεν καταλαβαίνουν πλέον τίποτα!” Είπα και έκανα να φύγω. Πριν προλάβω να τραβήξω την πόρτα πίσω μου, άκουσα μια αγριεμένη φωνή να λέει:

-    “Που πας εσύ;”

Ήταν η φωνή του Κυρίου Στέφανου τον οποίο ειδοποίησαν κάποιοι λέγοντας του ότι στο συγκεκριμένο κατάλυμα γίνονται όργια.

-    “Πάω για ύπνο”. Του λέω και κάνω να φύγω…

-    “Τι έγινε; Γαμήσαμε και φεύγουμε;” Μου λέει.

-    “Όχι κύριε Στέφανε…” Του απαντάω εγώ.

Και πριν προλάβω να τελειώσω την φράση μου, μου δίνει ένα χαστούκι που θα θυμάμαι για πάντα.

-    “Άστα αυτά και λέγε τι κάνατε εκεί μέσα; Ήρθαν κάποιοι και μου είπαν ότι εδώ μέσα κάνετε όργια!!!”

-    “Ειλικρινά δεν ξέρω κάτι…” του απαντώ. “Περνούσα από έξω, άκουσα φωνές και ήρθα να κοιτάξω. Αν θέλετε να μάθετε τι γίνεται δείτε μόνος σας”.

Ανοίγει την πόρτα με φόρα… το θέαμα που αντίκρισε τον θύμωσε πάρα πολύ. Ο Γιάννης με την Νανά να είναι αγκαλιά και να μπαλαμουτιάζονται, και κάτω από τα σεντόνια να ακούγεται η φωνή της Μαίρης να λέει:

-    “Γιώργο μη!!!”.

Αφού τους βγάζει όλους έξω αφήνει τις γυναίκες μέσα. Μας πηγαίνει παραπέρα για να μας μιλήσει.

-    “Τι λέγαμε εχθές; Θέλετε να φύγουμε αύριο; Πέστε μου τι θέλετε και εγώ θα εισηγηθώ να γυρίσουμε πίσω”.

Τα λόγια του ήταν φωτιά. Πρώτη φορά τον έβλεπα έτσι. Το μάγουλό μου έκαιγε από την σφαλιάρα.

-    “Όχι κύριε Στέφανε, δεν θέλουμε να φύγουμε”. Ακούστηκε να λέει ο Τόλης.

-    “Πως να σας εμπιστευτώ ξανά, μου λέτε;” μας ρωτάει σε ύφος έντονο. “Σας χαρίσαμε την χθεσινή μαλακία κι εσείς τώρα κάνετε χειρότερη; Ξέρετε τι θα γίνει έτσι και μαθευτεί αυτό παραέξω; Θα σηκωθούμε να φύγουμε αυτήν την στιγμή. Ξέρετε πως ο διευθυντής δεν σηκώνει τέτοια. Εγώ δεν θα πω τίποτα αλλά αν ξαναγίνει κάτι άλλο, οτιδήποτε όμως, θα αναφέρω και το σημερινό περιστατικό. Πάρτε το σαν απειλή αυτό. Έγινα κατανοητός;”

-    “Μάλιστα κύριε Στέφανε!” Είπαμε με μια φωνή και διαλυθήκαμε να πάμε για ύπνο.

Τα λόγια του βούιζαν στ’ αφτιά μου, αλλά πιο πολύ άκουγα την φράση της Μαίρης προς τον Γιώργο. Με είχε πειράξει πολύ αυτό πλέον δεν κρυβόταν. Φτάσαμε με τον Γιάννη στο σπίτι μας και πέσαμε για ύπνο.

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")