Η πρώτη της παρτούζα (4ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Είχε αρχίσει να φυσάει και πάλι. Δεν θυμάμαι. Κάποια στιγμή ξύπνησα. Δεν ξέρω πόση ώρα είχε περάσει. Κοίταξα προς τον κόλπο. Το σκάφος έλειπε… Ήτανε ώρα να κατέβω. Θα έφευγα και από εδώ και από το νησί…

άι στο διάολο! Έφτασα στην παραλία. Η βάρκα ήταν ακόμα εκεί, γυρισμένη με το πλάι και με τα κουπιά να την έχουν με κάποιο τρόπο φρενάρει..

- «Τα είδες όλα ε;»

Πάγωσα όταν άκουσα αυτή την φωνή. Ήταν η Γιώτα! Δεν την είχα δει. Ήταν κάτω από ένα πεύκο ντυμένη και κάπνιζε. Νευρίασα. Με ξάφνιασε! Οι άλλοι είχαν φύγει και αυτή εδώ. Άραγε το ήξερε ότι ήμουν εδώ; Το είχε καταλάβει άραγε; Συνήθως όταν νιώθω άβολα ή στριμώχνομαι, βγάζω μια υπέρμετρη επιθετικότητα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είχα και τους λόγους μου με αυτήν την καριόλα.

- «Τι θέλεις Γιώτα;»

- «Ήμουνα σίγουρη ότι ήσουν εδώ. Το κατάλαβα λίγο αργά…»

Το πρόσωπο της είχε κοκκινίσει.

- «Ναι λοιπόν, σε είδα. Άλλωστε γαμιόσουνα μεσημεριάτικα φόρα παρτίδα. Και να μην ήθελα, σε είδα».

- «Δεν ήθελες;»

- «Άντε γαμήσου καριόλα! Άντε γαμήσου!», της είπα καθώς προσπαθούσα να ισιώσω την βάρκα.

- «Το ξέρω ότι με γουστάρεις τρελά. Φαίνεται! Μου έχει μιλήσει η αδελφή σου για σένα.

- «Καλή καριόλα κι αυτή».

- «Γιάννη κι εγώ σε θέλω… αλήθεια. Έλα, κάτσε δίπλα μου».

- «Γιατί το έκανες αυτό Γιώτα; Γιατί μου το έκανες; Σου αρέσει να σε παίρνουν μάτι;»

- «Σε περίμενα εχθές να περάσεις από το λιμάνι, αλλά δεν ήρθες».

- «Και επειδή δεν ήρθα έπρεπε να παρτουζώνεσαι μεσημεριάτικα;»

- «Μη μου μιλάς έτσι σε παρακαλώ. Όχι εσύ…»

Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν μπορούσα να την κοιτάξω στα μάτια. Τώρα την κοίταξα και το εννοούσε. Το είχα παρατραβήξει. Πήγα δίπλα της, έκατσα, άναψα και εγώ ένα τσιγάρο. Δεν μίλησα μέχρι που άρχισε να με χαϊδεύει στα μαλλιά. Ζύγωσε το στόμα της στον αυτί μου και μου ψιθύρισε:

- «Σε λατρεύω…»

Δεν μίλησα. Είχα αφεθεί στο απαλό χάδι της όταν άρχισε να με φιλάει. Το φιλί της ήταν ελαφρύ… ένιωθα την γλώσσα της μέσα μου. Τα είχα ξεχάσει όλα. Γύρισα και της είπα:

- «Κι εγώ σε λατρεύω όσο τίποτε άλλο!»

Το είπα… μου έφυγε από μέσα μου, και ξαφνικά λύθηκαν τα χέρια μου. Την αγκάλιασα την έριξα κάτω. Της έβγαλα το στήθος έξω και άρχισα να της ρουφάω τις σκληρές της ρώγες. Θεέ μου! Δεν είχα ξανανιώσει ποτέ κάτι τέτοιο. Στο μυαλό μου σιγά-σιγά ερχόντουσαν εικόνες από αυτό που είχα δει πριν, καθώς την ξέσκιζαν οι τρεις και συνάμα καύλωνα. Αυτή το κατάλαβε.

Έπιασε τον πούτσο μου με τα δυο της χέρια και τον ανεβοκατέβαζε σιγά-σιγά και βασανιστικά… Έκανα μια κίνηση να μπω μέσα της. Αυτή τραβήχτηκε, πήρε το χέρι μου και το έβαλε πάνω στην κοιλιά της. Το κατέβαζε αργά προς το απαλό και ζεστό μουνί της…

- «Έτσι… χάιδεψε με αγόρι μου…»

- «Θέλω να μπω μέσα σου. Να σε νιώσω γλυκιά μου».

- «Όχι. Μη χαλάς την στιγμή…»

Τώρα πια στιγμή χάλαγα δεν κατάλαβα, αλλά αυτή είχε τον δικό της τρόπο. Η ξεκωλιάρα δεν έφτανε που σκυλοπηδιότανε με τον κάθε μαλάκα, με εμένα της βγήκαν τα χαϊδεματάκια και ο ερωτισμός. Έτσι αυτή συνέχιζε να παίζει την ψωλή μου και εγώ το μουσκεμένο μουνί της, προς αναζήτηση της περιβόητης στιγμής. Ένιωθα την κλειτορίδα της στα δάχτυλα μου σκληρή σαν μπίλια. Είχε καυλώσει πολύ. Έβγαζε πνιχτούς ήχους…

Τελικά ήρθε αυτή η στιγμή. Χύσαμε σχεδόν ταυτόχρονα. Εγώ πάνω στην κοιλιά της… Έκανε πάλι την ίδια κίνηση: έπαιρνε τα χύσια μου και τα άπλωνε με κυκλικές κινήσεις παντού πάνω της. Όταν τελείωσε, έγλυψε τα δάχτυλα της και μου έδωσε ένα φιλί.

- «Σ’ αγαπάω Γιάννη…»

Δεν της απάντησα. Είχα ξαπλώσει έτσι στην άμμο με μισοκατεβασμένο το σορτσάκι μου, είχα βάλει τα χέρια μου στο στήθος της, και την χάιδευα. Κάτσαμε έτσι αγκαλιασμένοι αρκετή ώρα. Δεν σκεφτόμουν πλέον τίποτα. Την είχα στην αγκαλιά μου και μου έφτανε αυτό…

Πέρασε αρκετή ώρα… σχεδόν είχαμε αποκοιμηθεί έτσι. Σηκώθηκα. Έπρεπε να φύγουμε, ο ήλιος έδυε. Άρχισε να σουρουπώνει. Μπήκαμε μέσα στην βάρκα.  Έκατσε στην πλώρη απέναντι μου. Απομακρυνθήκαμε από την παραλία του φάρου. Έριξα μια τελευταία ματιά… ήδη μου έλειπε…

- «Το έχεις ξανακάνει αυτό μικρή;», την ρώτησα μετά από ώρα.

- «Ποιο;»

- «Ομαδικό σεξ ή μάλλον καλύτερα παρτούζα ε..;»

Μου είχε έρθει πάλι στο μυαλό όλο αυτό. Άρχιζε να με τρώει αυτό που είχα δει.

- «Τι θέλεις Γιάννη; Μπράβο! Τρέχα να το πεις σε όλο το χωριό πόσο πουτάνα είμαι».

- «Σου αρέσουν αυτά ε;»

- «Άκου να σου πω κύριε ψυχολόγε. Από μικρή μου άρεσες αν σε ενδιαφέρει να μάθεις. Πάντα σε γούσταρα και τώρα που σε είδα στο νησί, η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Δεν προσπαθώ να δικαιολογηθώ για τίποτα.. Σε περίμενα Γιάννη. Απογοητεύτηκα. Είσαι πολλά για μένα. Κατάλαβέ το μαλάκα!»

Μου μίλαγε με μια ευγένεια… εγώ ήθελα να την ξευτελίσω.

- «Και είπες να κάνεις μια παρτούζα να ξεθυμάνεις!»

- «Ποτέ δεν θα είναι το ίδιο με εσένα μετά από όλα αυτά!», το είπα με πολύ κακία και ειρωνεία αυτό.

- «Μη μου μιλάς έτσι σε παρακαλώ. Ήταν μια στιγμή γαμώτο. Δεν καταλαβαίνεις; Μια στιγμή… την ζεις και πάει… πέρασε. Όπως όταν βουτάς το χέρι σου στην θάλασσα. Ποτέ δεν πιάνεις το ίδιο νερό… έτσι και μια στιγμή…»

- «Μόνο που όταν εσύ έβαλες το χέρι σου στο νερό Γιώτα και τράβηξες και τρεις μπαρμπουνομάγουλους γαμιάδες μαζί!»

- «Άντε γαμήσου μαλάκα! Για σένα είμαι μια πουτάνα. Ε, μπορεί και να είμαι τελικά. Μα τίποτα δεν καταλαβαίνεις; Δεν ήθελα να δεις όλο αυτό. Έτυχε. Πες το όπως θες… νιώθω τόσο άσχημα απέναντί σου…»

Μου το είπε και έβαλε τα χέρια της στο πρόσωπο άρχισε να κλαίει σιγά με πνιχτούς λυγμούς. Το μετάνιωσα που της μίλησα έτσι. Δεν είχαμε ούτε καν σχέση. Στο κάτω-κάτω ελεύθερο κορίτσι ήτανε, ότι ήθελε έκανε. Από την μια λυπήθηκα, από την άλλη οργιζόμουν. Θα ήταν όλα πολύ πιο εύκολα άμα δεν την είχα λατρέψει τόσο πολύ. Αυτό ήταν που με έκαιγε μέσα μου. Την σκεφτόμουνα όπως την είδα πρώτη φορά πίσω από τον πάγκο με το γυρτό της κεφάλι να μου χαμογελάει, αλλά τώρα ήταν διαφορετικά. Δεν μπορούσα να δεχτώ κάτι τέτοιο.

Μετά από ώρα, είδαμε επιτέλους τα φώτα του χωριού. Ακουγότανε μέχρι εδώ η κίνηση και η φασαρία. Γύρισε προς τα εμένα, με κοίταξε μέσα στα μάτια. Ήταν μπροστά μου έτσι καθάρια, γλυκιά όσο ποτέ άλλοτε. Τα μάτια της είχαν μια λάμψη μεγαλύτερη και από τα φώτα του χωριού. Μου είπε:

- «Δεν θα κάνω μπάνιο αγόρι μου για να μείνει το άρωμα του ερωτά μας πάνω μου… να σε έχω μαζί μου… έστω και έτσι».

- «Ελπίζω να κρατήσει πολύ γιατί αύριο το πρωί φεύγω Γιώτα».

- «Μόνο αυτό ξέρεις να κάνεις τελικά; Να φεύγεις, ε;»

- «…»

- «Μπράβο! Κάντο λοιπόν».

Άλλαξε τον τόνο στην φωνή της. Μίλησε σχεδόν ψιθυριστά. Τα μάτια της ήταν υγρά από τα δάκρυα.

- «Σ’ αγαπάω Γιάννη. Σε λατρεύω… δεν θέλω να τελειώσουμε έτσι».

Ξαναγύρισε το πρόσωπο της μπροστά. Από τότε, ούτε ξαναείδα τα μάτια της. Νομίζω ότι έκλαιγε πάλι. Ζύγωνα στην μικρή προβλήτα στο διπλανό λιμανάκι. Ήθελα έστω και την τελευταία στιγμή, να την αγκαλιάσω και να μείνουμε έτσι. Δείλιασα όμως…Στο χωριό έριχναν τα πρώτα βεγγαλικά. Δεν ήθελα να τα δω… γύρισα πίσω και είδα την θάλασσα που είχε πάρει το χρώμα της νύχτας…Στο μυαλό μου ήρθε ένα στιχάκι από ένα τραγούδι του Γιώργου Ανδρέου:

«Πάνω από την θάλασσα. Στη μεριά του ανέμου,
στα μαύρα ντύνεσαι κι ανοίγεις το σκοτάδι.
Σηκώνεις τα άστρα σε χορό
και το κορμί μου σ’ άγριο ποτάμι.»

Τέλος

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")