Η πρώτη της παρτούζα (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Το μεσημεράκι κατέβηκα στο λιμάνι να πιω καφέ και να χαζεύω τον κόσμο. Πήρα τηλέφωνο τον θείο μου και κανόνισα να πάρω το βαρκάκι για ψάρεμα. Κάποια στιγμή πέρασε η αδελφή μου με την Γιώτα, με είδαν και έκατσαν μαζί μου.

Η Γιώτα ήταν ακόμα πιο όμορφη ή έτσι μου φάνηκε.

Είχε πιάσει τα μαλλιά της ένα μικρό κότσο έτσι που τόνιζε ακόμα περισσότερο τον ψηλό λαιμό της. Ήταν άβαφτη. Τα χείλια της ήταν υγρά. Μου χαμογέλασε… εγώ δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Το κατάλαβε και της άρεσε. Το διασκέδαζε μάλλον…

-    «Τι κάνεις αδελφέ;», μου είπε η Λένα.

-    «Τουρισμό…», είπα καθώς χαλβάδιαζα την Γιωτίτσα.

-    «Η γυναίκα καλά;»

-    «Ποια γυναίκα;», πετάχτηκε αυθόρμητα η Γιώτα.

-    «Στην μαμά της!», απάντησα νευριασμένα.

Την ήξερε την δικιά μου η Λένα. Είχαμε γνωριστεί στην Αθήνα τον χειμώνα αλλά τώρα της ήρθε της καριόλας να με ρωτήσει, ή το έκανε επίτηδες όταν κατάλαβε ότι κάρφωνα επίμονα την Γιώτα;

-    «Μπα... μπα…! Χωριστές διακοπές!» 

Το έλεγε με μια ειρωνεία. Την καριόλα! Γι’ αυτό δεν την χώνευα.

-    «Που πάτε κορίτσια; Για μπάνιο;», είπα προσπαθώντας να αλλάξω κουβέντα.

-    «Ναι. Θα πάμε όλοι μαζί και ο Στέλιος. Θες να έρθεις;», μου είπε πάλι με την γνωστή της ειρωνεία.

«Κοίτα να δεις…» σκέφτηκα, «που με δουλεύουν και τα δύο!»

-    «Μπα, όχι. Έχω κάτι δουλειές». Είπα και αμέσως το μετάνιωσα.

Είδα την λάμψη στα μάτια της. Γαμώτο, πως είχα κολλήσει έτσι; Η Λένα έφυγε για λίγο. Πετάχτηκε μέχρι το σπίτι να πάρει τον Στέλιο. Έτσι, μείναμε οι δυο μας.

-    «Εγώ πάω για μπάνιο στην παραλία του Φάρου συνήθως… θες να έρθεις Γιάννη;»

-    «Λέω να πάω για ψάρεμα. Αύριο ίσως…» 

Έτσι ήμουνα. Με είχε στριμώξει και εγώ το έπαιζα άνετος. Δεν ήθελα να ανοιχτώ πολύ. Ήταν και φίλη της αδελφής μου… ίσως και να με έπαιζε με τα μάτια της, αλλά ίσως και να με γούσταρε. Δεν θα έτρεχα και από πίσω της. Θα έπαιζα κι εγώ μαζί της.

-    «Γιάννη…»


-    «Τι;»

-    «Έχεις σχέση;», με ρώτησε με ένα ελαφρώς κατσούφικο ύφος.

Τώρα μάλιστα! Την χέσαμε την συζήτηση.

-    «Γιατί ρωτάς μικρή;», της απάντησα προσπαθώντας να πάρω το πάνω χέρι.

-    «Μου αρέσει να με λες μικρή...» Είπε και ζύγωσε το πρόσωπο της κοντά στο δικό μου.

Κάπου εκεί έχασα το πάνω χέρι στην συζήτηση. Έχασα και τα λόγια μου. Με έκανε να ανατριχιάσω με τον τρόπο που το είπε. Με ένα αισθησιασμό… Με μια θηλυκότητα….  με μια ηδονή που της βγήκε μαζί με τις λέξεις, και με έλουσε από πάνω μέχρι κάτω σαν νερό... ηδονή… Και δεν έμεινε εκεί.  Έπιασε το χέρι μου, μου το χάιδεψε λέγοντας μου:

-    «Έχεις ωραία δάχτυλα! Μακριά και λεπτά. Ωραίο αυτό σε έναν άντρα!»

Θα της ριχνόμουν δίχως δεύτερη σκέψη, αλλά κάποιος την φώναξε από το λιμάνι. Αυτή σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Ήταν ένας μακρυμάλλης Άγγλος που κουβαλούσε πολλές τσάντες με ψώνια. Τις άφησε κάτω και την αγκάλιασε. Εγώ σφίχτηκα. Μίλησαν για λίγο μέχρι που έφυγε ο ξένος και ήρθε πάλι μαζί μου.

-    «Γιάννη φεύγω. Θα τα πούμε εμείς ε;»

-    «Ναι γλυκιά μου», της είπα.

Αυτή έσκυψε και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι κοντά στο στόμα με τα υγρά της δροσερά της ζουμερά της χειλάκια.

-    «Τσάο…»

Έμεινα μόνος μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Είχα αναστατωθεί. Δεν ήμουνα και κανένα παιδάκι να καψουρευτώ με την μια, αλλά με αυτήν ήταν διαφορετικά. Πρώτη φορά που ένιωθα τέτοιο συναίσθημα. Με ζύγωνε και μου ανέβαινε η αδρεναλίνη. Ηλεκτριζόμουν. Την είχα πατήσει μαζί της. Ήθελα να την βλέπω συνέχεια. Το μετάνιωσα που δεν δέχτηκα την πρόσκληση-πρόκληση για μπάνιο ο μαλάκας! Σκέφτηκα να σηκώσω τα μακριά καλοσχηματισμένα δάχτυλα μου και να ρίξω μια μούντζα στον εαυτό μου μπας και συνέλθω.

Δεν μου άρεσε αυτό. Έχανα τον έλεγχο και δεν ένιωθα άνετα. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο όταν χτύπησε το κινητό μου. Το σήκωσα. Ήταν η Σοφία η κοπέλα μου από τον μακρινό πλανήτη του Βόλου. Έτσι μου φάνηκε.

Μιλήσαμε λίγο. Δεν είχα όρεξη άλλωστε. Ανταλλάξαμε τις συνηθισμένες τυπικές μαλακίες που ανταλλάσσει ένα βαριεστημένο ζευγάρι όταν είναι μακριά. Την φαντάζομαι με την μαμά της να πηγαίνει για μπάνιο κουβαλώντας όλη την σαλονοτραπεζαρία στην παραλία. Έτσι έκανε η μαμά της. Το πρόσεχε το κορίτσι. Εμ; Μην κάτσει το κωλαράκι της κόρης της στην άμμο και της καιγόταν. Ας κάτσει εκεί να της φοράει και την κιλότα η μαμά της. Της άρεσε να την προσέχουν. Αυτό ήταν ένα από τα πολλά παράπονα που είχε από εμένα.

Έπρεπε να χωρίσω με την Σοφία. Δεν ήταν κακή κοπέλα, απλά δεν ταιριάζαμε πλέον. Ίσως βαρεθήκαμε -εγώ πάντως σίγουρα. Το κατάλαβε ότι δεν είχα όρεξη για κουβέντα. Έτσι αποχαιρετιστήκαμε και έμεινα εγώ παγωμένος στην καρέκλα καλοκαιριάτικα και αυτή με τον άνθρωπο που την προσέχει -ευτυχισμένη υποθέτω- σε μια παραλία του Βόλου. Πρέπει να ήπια αρκετές μπίρες γιατί κοιμήθηκα όλη την υπόλοιπη μέρα και την νύχτα. Ευτυχώς δεν ξύπνησα από αγκομαχητό το βράδυ (νηστεία ελέω δεκαπενταύγουστου. Η αδελφούλα μου ήταν και θρησκευόμενο κορίτσι. Είχε όλο τον υπόλοιπο χρόνο να ξεσκίζεται)!

Σηκώθηκα μόλις που άρχισε να χαράζει. Ντύθηκα και βγήκα έξω. Υπήρχε ησυχία στο χωριό. Ήταν ανήμερα της Παναγίας. Μεγάλη μέρα! Θα είχε και πανηγύρι το βράδυ. Πήγα προς το μικρό λιμανάκι να πάρω το βαρκάκι. Θα μου έκανε καλό η θάλασσα. Είχα και την ζαλάδα από τις χθεσινές μπίρες. Μπήκα στη βάρκα και ανοίχτηκα. Είχε ένα ελαφρύ αεράκι που θα έκοβε σε λίγο. Ξημέρωνε. Από το χωριό άκουσα τις καμπάνες. Στην βάρκα ευτυχώς είχε μερικά ψαρευτικά. Βρήκα κάτι κολπάδες και έτσι θα πήγαινα να ψαρέψω χταπόδια.

Έπιασα το νησί κάβο, κάβο αργά. Είχε μεσημεριάσει όταν έφτασα στον κάβο που ήταν ο φάρος. Στην παραλία ήταν ένα ιστιοπλοϊκό αγκυροβολημένο και κάτι τύποι κάνανε βουτιές. Τους κοίταζα. Έκαναν αρκετή φασαρία. Ξανακοίταξα. Είχαν βγει στα ρηχά και παίζανε κάτι σαν κυνηγητό. Γέλια… ήταν τρεις άντρες και μια γυναίκα.

Ξανακοίταξα καλύτερα… ώσπου την είδα… η Γιώτα! Η δικιά μου Γιώτα!!! Έπαιζε με τους τρεις άντρες. Αυτοί ήταν ξένοι, μίλαγαν αγγλικά. Έχασα την βάρκα κάτω από τα πόδια μου! Νόμιζα ότι πνιγόμουν. Ξεροκατάπια… δεν το πίστευα! Την αναγνώρισα τώρα. Ναι! Ήταν αυτή. Γούρλωσα τα μάτια μου. «Όχι ρε γαμώτο!» Σκέφτηκα. «Έπρεπε να είχα πάει μαζί της». Δεν έπρεπε να την αφήσω εχθές και αντί αυτού πήγα και έγινα λιώμα στις μπίρες ο μαλάκας. Ο μεθύστακας του νησιού.

Ξεχείλισα από μια απροσδιόριστη οργή. Τσαντίστηκα με μένα. Τσαντίστηκα με αυτήν. Τσαντίστηκα με τις μπίρες… αλλά δεν είχα και τίποτε μαζί της. Στο κάτω - κάτω ένα φλερτ ήτανε. Είχα ζαλιστεί… είχα θολώσει. Σκεφτόμουνα όλο μαλακίες. Τι αθώο φλερτ; Την είχα καψουρευτεί όσο δεν πήγαινε άλλο.  Αλλά όχι μόνο αυτό. Την έβλεπα κιόλας να χαριεντίζεται με αυτούς τους τρεις μαντράχαλους.

Κάτι με τράβαγε σε αυτήν, και μαζί με εμένα τράβαγε και την βάρκα. Πήγα προς τα βράχια έτσι όπου δεν φαινόμουν από αυτούς. Έδεσα την βάρκα σε ένα βράχο και βγήκα έξω. Δεν ήξερα τι θα έκανα μα ήθελα να πάω κοντά της.

Προχώρησα προσεκτικά στα βράχια μέχρι που έφτασα σε μια πυκνή συστάδα από σκίνα. Δεν μπορούσα να δω την παραλία. Έτσι προχώρησα μέχρι τα πρώτα πεύκα. Τώρα τους έβλεπα. Θα πήγαινα να τους μιλήσω, αλλά μια δεύτερη έκπληξη με περίμενε: Η Γιώτα είχε βγάλει το πάνω μέρος του μαγιό και έτσι είδα πρώτη φορά τα στήθη της. Περδικόστηθη  μου Γιώτα. Και τι ωραία που κουνιόντουσαν καθώς πλατσούριζε.

Οι υπόλοιποι έπαιζαν μαζί της κάτι σαν, πιάστε τον κώλο της Γιώτας με τα δυο χέρια. Δύσκολο παιγνίδι γιατί αυτή ξεγλιστρούσε εύκολα. Εμένα μου φάνηκε ότι ήθελε, αλλά τους παίδευε λίγο. Η ζαλάδα μου είχε φύγει. Με διακατείχε μια περιέργεια για να δω τι θα κάνουν. Έσκυψα και τους παρακολουθούσα.

Και το έκαναν τελικά. Πρώτος ο μακρυμάλλης που τον είχα δει στο λιμάνι να την αγκαλιάζει, έβγαλε το μαγιό του. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι δυο καθώς τρέχανε πίσω από τον κώλο της Γιώτας. Σε κάποια στιγμή την έπιασαν και οι τρεις. Την έζωσαν με τα χέρια τους χαϊδεύοντας την. Ο καριόλης ο μακρυμάλλης της φίλαγε τις ρώγες της που είχαν μεγαλώσει. Μαύρα πολύτιμα πετράδια ακουμπισμένα πάνω στην κορφή του κάθε στητού βυζιού της.

Σύρθηκα λίγο πιο κοντά μέχρι που έφτασα ένα ριγμένο ξερό πεύκο. Ήθελα να δω καλύτερα. Ήθελα να σηκωθώ και να πάω κοντά της αλλά να της πω τι; Ήρθα και εγώ, θα με πάρετε και μένα στην παρέα σας; Θέλω να παίξω και εγώ αυτό το συναρπαστικό κυνηγητό; Να φύγω δεν μπορούσα. Ήθελα να την δω έστω και έτσι να δω τι άλλο θα κάνει…

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")