Επίσκεψη σε οίκο ανοχής έπειτα από 13 χρόνια (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Τα γέλια έδιναν και έπαιρναν συνοδεία του τσίπουρου και εξιστορώντας καταστάσεις τις οποίες είχαμε ξεχάσει με τα χρόνια, αφού είχαμε αφοσιωθεί ο καθένας στην δουλειά του.

Η συζήτηση έφτασε στα φοιτητικά χρόνια και για το πως πέρασε ο καθένας, μιας και δεν ήμασταν πλέον όλοι μαζί. Εκεί ο καθένας μας έλεγε τις συνθήκες ζωής του στην πόλη που σπούδασε καθώς και για τις γνωριμίες που έκανε και για τις σχέσεις, σοβαρές ή της μιας βραδιάς. Κάπου εκεί ο Πέτρος μας είπε για μια κοπέλα που γνώρισε κατά την διάρκεια του τρίτου έτους των σπουδών του. Η Ντίνα όπως μας είπε ήταν τεταρτοετής στο τμήμα λογιστικής του Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης και γνωρίστηκαν μέσω κοινών φίλων σε κάποια εκδήλωση μιας φοιτητικής παράταξης. Το τι μας επιφύλασσε η επόμενη κουβέντα του ούτε που το φανταζόμασταν, μας ενημέρωσε πως τα ερχόμενα Χριστούγεννα θα αρραβωνιαζόταν με την Ντίνα, η εξέλιξη αυτή έπεσε σαν κεραυνός στα κεφάλια μας. “ θα αρραβωνιαζόταν. Ποιος; Ο Πέτρος, που οι σχέσεις που έκανε δεν κρατούσαν παραπάνω από 3 μήνες η καθεμία.” Είπα από μέσα μου. Τελικά αφού δόθηκαν τα συγχαρητήρια και έπεσαν τα σχετικά πειράγματα ήρθε άλλη μία γύρα τσίπουρου για να “βρέξουμε” τις ευχές.

Η συζήτηση συνεχίστηκε για αρκετή ώρα περί των φοιτητικών χρόνων μέσα από την οποία διαπίστωσα ότι οι περισσότεροι φίλοι μου σύναψαν αμέσως σχέση με συμφοιτήτριες και έμειναν με αυτές μέχρι το τέλος των σπουδών, και μερικοί μάλιστα κράτησαν την σχέση αυτή ακόμα και σήμερα, μάλιστα οι 3 δεν μας έκρυψαν το γεγονός ότι σκέφτονται να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Πέτρου. Οι φωνές ενθουσιασμού πρόδωσαν την κατάσταση μας έπειτα από μερικά καραφάκια τσίπουρου. Ο Αργύρης μας είπε ότι μετά τον στρατό άρχισε να δουλεύει το ταξί του πατέρα, του γιατί στην εταιρεία που δούλευε στην αρχή τα χρήματα ήταν λίγα και το ωράριο απάνθρωπο. Κατά την διάρκεια μιας κούρσας προς το πανεπιστήμιο γνώρισε την Ειρήνη, μια κοπέλα από Θεσσαλονίκη φοιτήτρια στο Οικονομικό και έκτοτε είναι μαζί.  Ο Δημήτρης πάλι γνώρισε την Ελένη σε κάποιο μαγαζί που δούλευε εκείνη και είναι μαζί τώρα 3 μήνες. Ο Τάσος και ο Βασίλης από την άλλη είχαν πέσει με τα μούτρα στην δουλειά. Έχουν ανοίξει το δικό τους μαγαζί με μινιατούρες και συλλεκτικά είδη μοντελισμού, και συνέχεια είναι ο ένας στο μαγαζί και ό άλλος στους προμηθευτές σε Ελλάδα και εξωτερικό, αν και τώρα τελευταία ο Βασίλης μας είπε ότι έκανε μια γνωριμία, και θα δει πως θα πάει.

Η συζήτηση γρήγορα άλλαξε θέμα και έφτασε στις ιστορίες από τον στρατό. Όλοι είχαμε να διηγηθούμε αστεία αλλά και σοβαρά περιστατικά. Παράλληλα με αυτά συζητήσαμε και για το πως ικανοποιούσαμε τις σεξουαλικές μας ανάγκες, κατά την περίοδο της στράτευσής μας. Δεν έλειψαν φυσικά και οι εξομολογήσεις για επισκέψεις στους τοπικούς οίκους ανοχής όπως είπαν οι φίλοι μου άλλωστε ο καιρός ήταν πολύς, και οι άδειες λίγες οπότε υπήρχε μεγάλο διάστημα να δουν τις κοπέλες τους. Εγώ πάντως είχα την τύχη να μην υπηρετήσω για πολύ καιρό μακριά από την πατρίδα μου και έτσι έβλεπα συχνά την κοπέλα με την οποία είχα τότε δεσμό, οπότε δεν έτυχε να πάω σε οίκο ανοχής.

Με την κουβέντα η ώρα είχε πάει 17:00, η εύθυμη διάθεσή μας και τα τσιπουράκια, μας είχαν φέρει σε μια κατάσταση ευφορίας, και το σώμα αλλά και το μυαλό αναζητούσαν πλέον την ξεκούραση. Πληρώσαμε τον λογαριασμό, και αφού ανανεώσαμε το ραντεβού μας για την επόμενη φορά που θα βολέψει όλους μας, χαιρετηθήκαμε και τράβηξε ο καθένας για το σπίτι του.

Σε όλη τη διαδρομή με το αστικό προς το σπίτι, σκεφτόμουν συνέχεια την συνάντηση με τους φίλους μου και τις συζητήσεις που κάναμε. Πιο πολύ όμως τριγύριζε στο μυαλό μου η απόφαση που είχαν πάρει οι περισσότεροι να δεσμευτούν και επίσημα. “Αυτοί δεν ήταν έτσι” σκέφτηκα από μέσα μου, ”πως άλλαξαν όλοι τόσο πολύ τον τρόπο σκέψης τους;”. Με την σκέψη αυτή στο μυαλό μου, έφτασα στο σπίτι μου. Άνοιξα την πόρτα μπήκα μέσα και κατευθύνθηκα αμέσως στο δωμάτιό μου. Αφού ξεντύθηκα έπεσα εξαντλημένος από την κούραση και το ποτό για ύπνο. Το κρεβάτι και το στρώμα φάνταζαν εκείνη τη στιγμή η καλύτερη παρέα που μπορούσα να έχω. Κοιμήθηκα αμέσως η ανάγκη για ξεκούραση ήταν κάτι παραπάνω από δεδομένη. Ξύπνησα στις 21:30 το βράδυ έπειτα από ένα τηλεφώνημα ενός συνεργάτη, ο οποίος μου πρότεινε να βγούμε κατά τις 11 για ποτό. Απαντώντας θετικά στην πρόσκλησή του, σηκώθηκα και έκανα έναν δυνατό καφέ για συνέλθω.

Κατά τις 22:00 μπήκα για μπάνιο για να φύγει όλη “η βρωμιά” και η κούραση της ημέρας από πάνω μου, καθώς και για να ξυριστώ. Αφού τελείωσα, ξεκίνησα να ντύνομαι για να πάω να συναντήσω τον Μίλτο. Σε όλη την διαδρομή σκεφτόμουν τους φίλους μου που ήταν με τις κοπέλες τους, ενώ εγώ βγαίνω έξω για μια υποτιθέμενη διασκέδαση, που σε τελική ανάλυση το μόνο που θα μου προσφέρει θα είναι λίγο ακόμα αλκοόλ στο αίμα.

Αφού βρεθήκαμε με τον Μίλτο τραβήξαμε για γνωστό μπαράκι στο ύψος της διαγωνίου. Το βράδυ κυλούσε σχετικά αδιάφορα, συζητώντας κυρίως για δουλειές και λιγότερο για γυναίκες, αθλητικά και όλα τα υπόλοιπα αντρικά θέματα συζήτησης. Η ώρα είχε πάει 2:30 χωρίς να έχει συμβεί κάτι συνταρακτικό, πέρα από κάποιες κλεφτές ματιές με κάποιες κοπέλες από διπλανές παρέες. Τότε ήταν που ο Μίλτος μου πρότεινε να φύγουμε γιατί αισθανόταν κουρασμένος. Συμφώνησα μαζί του και τραβήξαμε για το αυτοκίνητό του.

Φτάνοντας πριν μπω μέσα του λέω:

-    “Φίλε εγώ δεν έχω ύπνο, λέω να συνεχίσω και κάπου αλλού”.

Αφού τον καληνύχτισα, ξεκίνησα να κάνω μια βόλτα στην παραλία σκεπτόμενος που να πάω για ένα τελευταίο ποτό. Καθώς προχωρούσα σκεφτόμουν “πόσο θα ήθελα να ήμουν σπίτι μου τώρα με την κοπέλα μου αγκαλιά κάνοντας έρωτα”. “ Αλλά τι λέω αφού δεν έχω κοπέλα, εδώ και 3 μήνες έχουμε χωρίσει.”

Η ανάγκη μου για επαφή με γυναίκα έπειτα από 3 μήνες μεγάλη, αλλά ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτα με καμία.

Συνεχίζοντας την βόλτα μου, σαν αναλαμπή θυμήθηκα την απογευματινή κουβέντα με τους φίλους μου, και την πρώτη μας εμπειρία στο μπουρδέλο. Η φευγαλέα αυτή σκέψη δεν άργησε να τυπωθεί μέσα στο μυαλό μου, και έτσι πλέον υπήρχε μόνο ένας δρόμος, και αυτός ήταν η πορεία προς τον βαρδάρη.

Ανέβηκα στην Εγνατία και τράβηξα για την συνοικία του έρωτα.  Περίεργα συναισθήματα με κυρίευαν, και θυμόμουν την πρώτη μου φορά εκεί, το τρακ και το άγχος που είχα για το τι θα γίνει. Με αυτά έφτασα επιτέλους στην περιοχή των κόκκινων φώτων.

Κοίταξα γύρω μου. Κόσμος πήγαινε και ερχόταν, έμπαινε και έβγαινε από τα σπίτια του έρωτα, άλλοι βιαστικοί και άλλοι χαλαροί, χωρίς να δίνουν σημασία του τι γίνεται γύρω τους, και εγώ εκεί να στέκομαι ακίνητος και να παρακολουθώ αμήχανος, μη μπορώντας να φανταστώ ότι ήμουν στο μέρος όπου έγινα άντρας. Αποφάσισα να μπω στα σπίτια και να δω την κατάσταση, άλλωστε είχαν περάσει 13 χρόνια από την πρώτη και τελευταία φορά που πήγα σε οίκο ανοχής. Μπήκα στο πρώτο σπίτι που βρήκα μπροστά μου. Ήταν απίστευτο. Ήταν το ίδιο σπίτι που είχα πάει και την πρώτη φορά. Το φθηνό άρωμα χώρου ήταν το ίδιο όπως και τότε, ο χώρος σαφώς καλύτερος και ανακαινισμένος και βαμμένος επιμελώς, καλύπτοντας την φθορά του χρόνου και της χρήσης. Μέσα ο κόσμος στην πλειοψηφία του αλλοδαποί οικονομικοί μετανάστες, περίμεναν  να εμφανιστεί η κοπέλα για να κρίνουν και να αποφασίσουν αν θέλουν να περάσουν λίγες στιγμές ηδονής μαζί της, έναντι αμοιβής.

Κάθισα σε μια άκρη του καναπέ και περίμενα και εγώ με τη σειρά μου να δω την κοπέλα. Σε λίγο εμφανίστηκε μπροστά μας μια γυναίκα που η ηλικία της δεν ξεπερνούσε τα 25-26 χρόνια. Ψηλή, ξανθιά με έντονα μελιά μάτια σφιχτό κωλαράκι και κανονικά βυζιά και σώμα αψεγάδιαστο. “ Τέτοια γυναίκα δεν είναι για να δουλεύει εδώ” σκέφτηκα, για να διακόψει την σκέψη μου η φωνή της ηλικιωμένης γυναίκας που κανόνιζε το οικονομικό θέμα, λέγοντας το ποσό και τις υπηρεσίες που προσφέρει η κοπέλα. “Τσιμπουκάκι, πισωκολλητό  ελεύθερα πιασίματα”, “ γαμώτο”, λέω από μέσα μου “ούτε το ποίημα δεν έχει αλλάξει τόσα χρόνια”. Όταν ρώτησε η οικονόμος ποιος θέλει να περάσει, μια μαζική έξοδος έγινε από το σπίτι, αφήνοντας με μόνο μου μέσα. Τότε η κυρία μου είπε:

-    “Μπες μέσα και δεν θα χάσεις”.

Σηκώθηκα από την θέση μου διστακτικά και κατευθύνθηκα προς το μέρος της.

-    “Πόσο θέλεις;” την ρωτάω.

-    “40 ευρώ” μου απαντάει.

Βγάζω από το πορτοφόλι μου τα χρήματα και της τα δίνω και παράλληλα αυτή με οδηγεί σε ένα από τα άδεια δωμάτια που υπήρχαν. Μπήκα μέσα και έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Κοίταξα γύρω μου και σκέφτηκα: “Πόσοι άνθρωποι έχουν περάσει και περνάνε καθημερινά από εδώ; Σε λίγο θα είμαι και εγώ ένας από αυτούς”.  Άρχισα  να γδύνομαι για να είμαι έτοιμος όταν θα έρθει η ιέρεια του έρωτα. Σε λίγο ήμουν ξαπλωμένος φορώντας μόνο το μποξεράκι μου. Από έξω άκουγα τακούνια να χτυπάνε και κατάλαβα πως ερχόταν η κοπέλα. Ανοίγει η πόρτα και ήταν αυτή. Με κοιτάζει και μου χαμογελάει. Μη ξέροντας εγώ αν το χαμόγελο αυτό ήταν αληθινό επειδή έβλεπε ένα σχετικά νέο και ομορφότερο άντρα από αυτούς που έχει συνηθίσει να βλέπει ή αν το έκανε υποχρεωτικά.

Ξεντύθηκε και ξάπλωσε λίγο χαμηλότερα από εμένα τραβώντας να βγει το μποξεράκι μου. Αφού έμεινα ολόγυμνος άνοιξε ένα προφυλακτικό και με τρόπο επιδέξιο το πέρασε στην  μισοκαυλωμένη  μου ψωλή. Ξεκίνησε να μου κάνει ένα εκπληκτικό τσιμπούκι και παράλληλα να παίζει με τ’ αρχίδια μου και να μου χαϊδεύει το στήθος και να μου τσιμπάει τις ρώγες. Η ασχολία της με τον πούτσο μου συνεχίστηκε μέχρι που ήμουν εντελώς καυλωμένος και έτοιμος να χωθώ μέσα στο λαχταριστό μουνάκι που έβλεπα μπροστά μου.

-    “ Είσαι έτοιμος;” με ρώτησε.

-    “Έτοιμος!” της απαντώ.

-    “Πως θέλεις να ξεκινήσουμε;”  με ρωτάει.

-    “Κανονικά” της λέω.

Και αμέσως ξαπλώνει ανάσκελα και ανοίγει τα πόδια, φανερώνοντας μου ένα πανέμορφο και ροδαλό μουνάκι όλο υποσχέσεις. Την πλησιάζω και μπαίνω αργά και σιγά-σιγά μέσα της, ώσπου να εξαφανιστεί ο πούτσος μου μέσα στο μουνάκι της. Άρχισα να την γαμάω στην αρχή σιγά, μη θέλοντας να τελειώσω αμέσως. Η απόλαυση που ένιωθα ήταν μοναδική, άλλωστε είχα να κάνω έρωτα τόσο καιρό. Επιτάχυνα τον ρυθμό μου, καθώς η κοπέλα μου ανέφερε ότι όταν χτυπήσει η πόρτα θα πρέπει να τελειώνει με τον πελάτη. Έτσι και εγώ άρχισα να μπαινοβγαίνω μέσα της πιο γρήγορα κάνοντας την να βγάζει μικρές κραυγές απόλαυσης οι οποίες αποτυπώνονταν και στο βλέμμα της αλλά και στο γεγονός ότι άρχισε να παίζει με το μουνί και την κλειτορίδα της.

Ξαφνικά την νιώθω να σφίγγεται και να ξεσπάει σε έναν οργασμό. Με την εικόνα αυτή μπροστά μου δεν άργησα και εγώ να χύσω βαθιά μέσα στο μουνί της. Η απόλαυση που ένιωσα ήταν μοναδική. Τραβώντας με προσοχή την ψωλή μου από το μουνί της διαπίστωσα ότι είχα χύσει μια μεγάλη ποσότητα σπέρματος, αποτέλεσμα της μεγάλης καύλας που είχα.

Μόλις τελειώσαμε σηκωθήκαμε και αρχίσαμε να ντυνόμαστε, εγώ δηλαδή γιατί αυτή φορούσε μόνο ένα μπικίνι και ψηλοτάκουνα παπούτσια και παράλληλα την ρωτούσα διάφορα, όπως το όνομά της, την ηλικία της και τον τόπο καταγωγής της. Μου είπε ότι την έλεγα Τατιάνα, ήταν 24 ετών και καταγόταν από χώρα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Την ρώτησα αν της άρεσε το γαμήσι μαζί μου, για να πάρω μια απάντηση που με ικανοποίησε, λέγοντας μου:

-    “Έχυσα στ’ αλήθεια. Σ’ ευχαριστώ”.

Τότε της απάντησα ότι και εμένα μου άρεσε πολύ. Μου είπε πως σε μιάμιση ώρα τελείωνε η βάρδια της. Δούλευε 10 ώρες συνεχόμενα και είχε πια εξαντληθεί. Της λέω:

-    “Είναι πολλές οι ώρες”, για να μου απαντήσει:

-    “Έτσι όμως βγάζω λεφτά για να ζήσω..”

Και συνέχισε λέγοντάς μου πως σκοπός της είναι να κάνει τους άλλους να περνάνε καλά. Τελειώνοντας την σύντομη αυτή κουβέντα μας και ευχαριστώντας την για τις υπηρεσίες της, μου είπε κάτι που θα θυμάμαι για πάρα πολύ καιρό. Μου είπε:

-    “Εγώ σ’ ευχαριστώ, γιατί εσύ μου δίνεις εμένα να φάω και να ζήσω. Εγώ σου προσφέρω μόνο σεξ, ενώ εσύ μου καλύπτεις τις υπόλοιπες ανάγκες που έχω σαν άνθρωπος”.

Η κουβέντα της αυτή με άφησε άφωνο! Και αφού με χαιρέτησε άνοιξε την πόρτα και χάθηκε πίσω της, αφήνοντας με να ετοιμαστώ και να φύγω.

Άνοιξα την πόρτα και βγήκα από το δωμάτιο και είδα για άλλη μια φορά κόσμο να περιμένει, για να τσεκάρει την ομορφιά και το σώμα της κοπέλας, τα οποία μπορούσε να κάνει δικά του για 10-15  λεπτά έναντι του ποσού των 40 ευρώ.

Βγήκα από το σπίτι και κατευθύνθηκα προς την Εγνατία για να πάρω τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι μου. Η ώρα ήταν 4:30 και εγώ περπατούσα ανάμεσα στα φώτα της πόλης και τους ήχους από τα βιαστικά αυτοκίνητα τα οποία διέσχιζαν τον δρόμο της πόλης.

Όλη την ώρα σκεφτόμουν αυτό που είχα κάνει πριν από 15 περίπου λεπτά. Είχα ξαναπάει έπειτα από 13 χρόνια σε οίκο ανοχής. Με την σκέψη στα γεγονότα όλης της ημέρας έφτασα στην πιάτσα των ταξί και μπήκα μέσα στο πρώτο που βρήκα διαθέσιμο εκείνη την ώρα. Αφού του έδωσα την διεύθυνση έγειρα προς το κεφάλι μου προς το τζάμι κοιτώντας αφηρημένα έξω από αυτό. Σε όλη την διαδρομή ανταλλάξαμε μόνο δυο τυπικές κουβέντες με τον οδηγό για γενικά θέματα ακούγοντας τον να παραπονιέται και αυτός για τα δικά του προβλήματα. Με τα πολλά έφτασα επιτέλους σπίτι, και αφού πλήρωσα ευχαρίστησα και καληνύχτισα τον οδηγό.

Μπαίνοντας σπίτι έκλεισα και κλείδωσα πίσω μου την πόρτα, και τράβηξα για το δωμάτιό μου. Αφού ξεντύθηκα μπήκα να κάνω ένα καυτό ντους πριν πέσω για ύπνο. Το νερό έπεφτε καυτό πάνω μου διώχνοντας την κούραση και χαρίζοντάς μου ένα αίσθημα χαλάρωσης. Καθ’ όλη την διάρκεια του ντους, σκεφτόμουν τα τελευταία λόγια της Τατιάνας. Μου ήταν αδύνατον να φανταστώ ότι θα τα άκουγα αυτά τα λόγια από μια εκδιδόμενη γυναίκα, άλλωστε στο μυαλό μου φάνταζαν ως οι πιο κακές, βρώμικες και αναίσθητες γυναίκες χωρίς αισθήματα και ενδοιασμούς. Με αυτά στο μυαλό μου και καθώς είχα τελειώσει από το μπάνιο και είχα ντυθεί, ετοιμάστηκα να ξαπλώσω, - άλλωστε αύριο το απόγευμα έπρεπε να φύγω για την πόλη μου – μιας και ο ύπνος ήταν απαραίτητος έπειτα από τέτοια νύχτα.

Ξάπλωσα και έκλεισα τα μάτια και αποκοιμήθηκα, σκεφτόμενος την επίσκεψή μου στον οίκο ανοχής έπειτα από 13 χρόνια.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")