Με τους μαστόρους στο εξοχικό (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Με την δουλειά πέρασε η ώρα όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι υπήρχε απόλυτη ησυχία. Κοίταξα από δεξιά, κοίταξα από αριστερά… τίποτα. Πήγα στα βορεινά παράθυρα, τίποτα. Ούτε οι εργάτες ακουγότανε από δίπλα. Κατέβηκα κάτω, τίποτα.

Πήγα προς την κουζίνα που είχε πρόσβαση στην νότια πλευρά. Κοίταξα από το παράθυρο κι έμεινα. Σε ένα χώνεμα που έκανε μια κτιστή υπαίθρια ψησταριά είδα την αδελφή μου πεσμένη στα γόνατα, γυμνόστηθη, με το φορεματάκι της μαζεμένο στην μέση να τσιμπουκώνει δυο όρθιους ηλιοκαμένους σωματώδεις, νεαρούς άντρες.

Πάγωσα! Έμεινα στην θέση μου μπροστά στον πάγκο της κουζίνας και κοίταζα αποσβολωμένη από το παράθυρο. Ήμουνα μια κέρινη φιγούρα χωρίς αίμα κι ανάσα. Μετά ένιωσα μια ζέστη από την κορφή ως τα νύχια. Πίστεψα απ’ τον θυμό μου θα ήτανε, κι ύστερα μια υγρασία που ξεκίνησε από τον κόρφο μου, απλώθηκε στο σώμα μου, κατέβηκε στα μπούτια μου κι ύστερα ανέβηκε και πλημμύρισε το… μουνί μου! Ναι! Υγράνθηκα αφάνταστα. Καύλα, αφόρητη καύλα. Το χέρι μου πήγε ασυναίσθητα στον κόρφο μου, γλίστρησε στο στήθος μου κι άγγιξε την ρώγα μου. Ανατρίχιασα…

Δάγκωσα το κάτω χείλος μου για να μην φωνάξω. Έπιασε δουλειά και το άλλο χέρι μου. Κατέβηκε χαμηλά, σήκωσε το φουστανάκι μου και γλίστρησε στην κοιλίτσα μου κατά μήκος του εσώρουχου. Έμεινε λίγο μετέωρο, λες κι είχε μια τελευταία αναστολή κι ύστερα χώθηκε ανάμεσα στο σώμα και το κυλοττάκι μου. Κατέβηκε, κατέβηκε, βρήκε το μουνί μου και το δάχτυλο χώθηκε μέσα στο μουνάκι μου. Υγρό και καυτό.

Τώρα δαγκώθηκα περισσότερο. Μαλακιζόμουν πια χωρίς αναστολή. Τότε πάνω στην έκσταση, νιώθω δυο σαρκώδη κι υγρά χείλη να φιλάνε τον ώμο μου. Έκλεισα τα μάτια και σταμάτησα την ανάσα μου. Σιγά-σιγά ανέβαιναν σαν μυρμήγκια τον λαιμό μου κι έψαχναν τον χώρο πίσω από το αυτί μου. Εκεί έμεινα λίγο. Βγήκε κι η γλώσσα καυτή κι υγρή κι άρχισαν πάλι να κατεβαίνουν. Ένα χέρι, τραχύ και μεστό από την εργασία και την φτιαξιά την αντρική, χώθηκε στον κόρφο μου και χούφτωσε απαλά κι ηδονικά το άλλο μου στήθος. Έψαξε βρήκε την ρώγα μου και την πήρε στα δυο του δάχτυλα.

Καύλα χωρίς όρια. Πρέπει να έβγαλα αίμα από τον δάγκωμα που έριξα στο κάτω μου χείλος. Το άλλο του χέρι μου έζωσε την μέση, βρήκε το χέρι μου και καταδύθηκε μαζί του στα έγκατα της γεννητικής μου περιοχής. Προς στιγμή πήγα να βγάλω το δικό μου το δάχτυλο αλλά το κράτησε κι έβαλε και το δικό του για να εξερευνήσει την πηγή και την ένταση της ηδονής μου.

Πλημύρισα καθώς τον δέχτηκα μέσα μου. Ταυτόχρονα αισθάνθηκα μια πίεση στον πισινό μου από ένα εξόγκωμα που μου φάνηκε τεράστιο. Το χέρι του έφυγε από τον κόρφο μου, κατέβηκε στο παντελόνι του και το ελευθέρωσε. Σήκωσε το ρούχο μου και οι σάρκες μας είχαν μια απευθείας επαφή. Έγειρα προς τα πίσω το κεφάλι μου κι αφέθηκα στο χάδι του άγνωστου εισβολέα.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε, αλλά θυμάμαι ότι άνοιξα τα μάτια κι από το ανοιχτό παράθυρο είδα την αδελφή μου στημένη στα πόδια της να πηδιέται πισωκάπουλα από τον ένα εραστή της και ταυτόχρονα να έχει σκύψει το σώμα της σε ορθή γωνία και να ρουφάει το καυλί του άλλου άντρα. Νόμισα ότι τα καυλιά τους ενωνόταν μέσα της λες και την σούβλιζαν.

Ένιωσα τον πρώτο οργασμό σαν έκρηξη. Αντί να γονατίσω από την ένταση, φούντωσα. Γύρισα απότομα face to face χωρίς να δώσω σημασία στο πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά του άντρα που βρισκόταν τόση ώρα πίσω μου κι έπαιζε με τις μύχιες επιθυμίες κι ηδονές μου. Με μια λυσσαλέα κίνηση του έσκισα το πουκάμισο και χίμηξα σαν ύαινα νηστική πάνω στις σάρκες του. Τον φιλούσα παντού. Στο στήθος, στην κοιλιά, στους ώμους, τα μπράτσα, τα χείλη. Ναι, τα χείλη. Η αρχή και το τέλος της σαρκικής επαφής. Το απόλυτο ελιξίριο. Παράφορη, παθιασμένη επαφή.

Δεν ξεκολλούσαν γιατί ή δίψα αντί να λιγοστεύει περίσσευε. Οι οργασμοί ξεσπούσαν σαν βαρελότα. Με κάθισε στον πάγκο. Το φιλί συνέχιζε. Ο πούτσος του ευθυγραμμίστηκε με το μουνί μου. Το φιλί συνέχιζε. Τα πόδια μου σηκώθηκαν για να διευκολύνουν την είσοδο. Το φιλί συνέχιζε… Μπήκε και τα πόδια μου τον έκλεισαν μέσα στις λαγόνες σαν το πιο πολύτιμο δώρο της στιγμής. Το φιλί συνέχιζε.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε. Απλά σε άγνωστο χρόνο ένιωσα ένα άλλο κορμί κι ένα άλλο δαυλί να με εμβολίζει εκεί στα όρθια και να με εγκλωβίζει στην όρεξη των δυο αρσενικών συντρόφων και γαμιάδων. Πως μπήκανε μέσα μου μη ρωτάτε, δεν ξέρω. Θυμάμαι ότι εκεί που αρμένιζα πάνω στα κατάρτια τους ακολουθώντας μια ουράνια αρμονία ήχων, ηδονών κι αισθήσεων άκουσα την φωνή της αδερφής μου να λέει:

-    "Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί μα η χαρά δεν την αφήνει"

-    "Αϊ γαμήσου!" Της πέταξα ξέπνοα.

-    "Ότι θέλεις γλύκα μου, ότι θέλεις. Απόλαυσε εσύ την χαρά που νιώθεις για να καταλάβεις τι σου έλεγα τόσα χρόνια που έκανες την αγρότισσα στον Μιλτούτσο σου."

-    "Σκάσε… σκάσε…!!!" Είπα ενώ δεν σταμάτησα στιγμή το γαμήσι που έτρωγα.

Δεν ξέρω πόσο κράτησε. Θυμάμαι ότι πηδιόμουνα, κοιμόμουνα, ξυπνούσα, έτρωγα και ξανά από την αρχή. Πρέπει να τους πήρα όλους αλλά κυρίως με πηδούσε ο Μουχτάρ, ο πρώτος που με πλησίασε. Η Έμυ πηδιόταν κι αυτή ή απέναντι μας ή στο πάνω δώμα αλλά και φρόντιζε τις προμήθειες για όλους μας. Θυμάμαι ότι με το ζόρι με τράβηξε από τον Μουχτάρ αργά την επομένη και μ’ έβαλε στο αυτοκίνητο για την Αθήνα.

Ήμουνα κυριολεκτικά διαλυμένη. Αλλού πήγαιναν τα πόδια μου, αλλού οι γοφοί μου, αλλού το κορμί κι αλλού το κεφάλι μου. Αισθανόμουνα τα βυζιά μου να μυρμηγκιάζουν και τα πνευμόνια μου γεμάτα από ένα ευδαιμονισμό που δεν χωρούσε μέσα τους. Αισθανόμουνα τα γεννητικά μου όργανα ανοιχτά έτοιμα να βουλωθούν και ταυτόχρονα μπουκωμένα που φώναζαν το αδιαχώρητο.

Τέλος αισθανόμουνα το στόμα μου να καίει, τα χείλη μου υγρά και τις μασέλες μου ξεχαρβαλωμένες σούστες αδύνατον να σταθούν και να αρθρώσουν φθόγγο. Είχα κι ένα ηλίθιο χαμόγελο σαν μαστουρωμένη.

-    "Που να σε πάω έτσι μωρή; Μπαμ κάνεις ότι έχεις ξεσκιστεί στο πήδημα. Θα μας πάρουν χαμπάρι και θα σκοτώσουν και τις δυο!" Είπε η Έμυ ενώ έβαζε μπροστά το τζιπ της.

-    "Δεν πειράζει" είπα και ξεράθηκα μέχρι την Αθήνα.

Φτάσαμε αργά αλλά για να ανέβω στο σπίτι με βοήθησε ο Μίλτος.

-    "Τι έγινε; Τι έπαθες;" Ρώτησε με αγωνία.

-    "Πολύ δουλειά, πολύ δουλειά…" Είπα προσπαθώντας να οργανώσω και να ελέγξω τα σαγόνια μου. "…γαμήθηκα…" συμπλήρωσα χαμηλόφωνα.

Ένας καθολικός σπασμός δεν με κράτησε στα πόδια μου. Τους τρόμαξα κι έτρεξαν να με στηρίξουν ο γιός μου κι η αδελφή μου. Με πήγαν σηκωτή και με ξάπλωσαν στο κρεβάτι μου. Όταν έμεινα μόνη με την αδελφή μου καθώς οι άλλοι πήγαν να φέρουν τις βαλίτσες και να μου φτιάξουν ένα ζεστό τσάι, με ρώτησε τι έπαθα.

-    "Έχυσα!" Είπα. "Έχυσα όταν με ρώτησε τι έχω και του απάντησα «πολύ δουλειά… γαμήθηκα!»" και συμπλήρωσα: "πρέπει όμως να ξαναπάμε γιατί δεν τελειώσαμε του είπα…" χαμογέλασα.

-    "Πουτανίτσα!" Ψιθύρισε γελώντας η Έμυ. " Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα κι όλη νύχτα τ’ αναζητά!"

-    "Αϊ γαμήσου!" Είπα και ξεράθηκα.

Η συνέχεια του καλοκαιριού είχε πολύ ενδιαφέρον αλλά μια άλλη φορά ίσως σας την γράψω.

Φιλάκια Νίκη.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")