Επίσκεψη σε οίκο ανοχής έπειτα από 13 χρόνια (1ο Μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ειλικρινά μερικές φορές  αναρωτιέμαι  πώς πήρα την απόφαση  να καθίσω και να γράψω την ιστορία που θα σας διηγηθώ, μιας και που δεν είναι του χαρακτήρα μου να μοιράζομαι τα προσωπικά μου  βιώματα με άλλους.

Κάποιος ανομολόγητος πόθος ή κάποια ενοχή; Δεν ξέρω άλλωστε ποτέ δεν με ενδιέφερε να ανακαλύψω την πηγή των σκέψεών μου. Πάντα άφηνα το μυαλό μου ελεύθερο να δέχεται εικόνες και ερεθίσματα, ικανά να μου δημιουργήσουν μια ευφορία ή μια θλίψη.

Η ιστορία λοιπόν διαδραματίζεται στην Θεσσαλονίκη μια ανοιξιάτικη, αλλά, κρύα ημέρα του Απριλίου. Είχα φτάσει από νωρίς το πρωί στην πόλη για να τακτοποιήσω κάποια προσωπικά μου θέματα, καθώς επίσης να πραγματοποιήσω κάποιες αγορές, και να δώσω παραγγελίες για κάποια προϊόντα που αφορούν την επιχείρησή μου, μιας και που εγώ αξιοποιώντας τις σπουδές που έκανα, έμεινα στην πόλη μου δημιουργώντας δική μου δουλειά, σε αντίθεση με τους φίλους μου οι οποίοι βρέθηκαν στην Θεσσαλονίκη προς αναζήτηση εργασίας.

Το σπίτι το οποίο έχω στην Θεσσαλονίκη ευτυχώς διευκολύνει την παραμονή μου εκεί, και έτσι περιορίζω και τα έξοδά μου, μιας και η γενικότερη οικονομική κατάσταση της πλειοψηφίας των ανθρώπων πλέον δεν είναι και στα καλύτερά της, οπότε σε αυτήν την περίπτωση θεωρώ τον εαυτό μου απίστευτα τυχερό που δεν έχω και την έννοια της διαμονής. Ποιος όμως θα φανταζόταν όμως τι θα ακολουθούσε το επικείμενο βράδυ.

Είχε πάει μεσημέρι πια και είχα κανονίσει με φίλους να βρεθούμε για να πιούμε κανένα τσίπουρο, και να θυμηθούμε παλιές ιστορίες και καταστάσεις από τα μαθητικά, φοιτητικά και στρατιωτικά μας χρόνια, μιας και μετά το σχολείο τράβηξε ο καθένας μας διαφορετικό δρόμο. Τελειώνοντας όλες τις πρωινές δουλειές τράβηξα για την πλατεία Άθωνος όπου είναι τα γνωστά ουζερί και τσιπουράδικα της Θεσσαλονίκης, και κατευθύνθηκα στο μαγαζί που είχαμε δώσει ραντεβού. Πρώτος είχε φτάσει ο Πέτρος και μας περίμενε, “ο άτιμος, δεν άλλαξε καθόλου” σκέφτηκα μόλις τον είδα. Αφού χαιρετηθήκαμε και είπαμε τα τυπικά καθίσαμε και περιμέναμε  να έρθουν και οι υπόλοιποι συζητώντας για διάφορα πράγματα τα οποία αφορούν κυρίως τον χώρο εργασίας του καθενός μας. Σε λίγη ώρα ήρθαν μαζί ο Βασίλης με τον Τάσο και 10 λεπτά αργότερα ήρθαν και ο Δημήτρης με τον Αργύρη, έτσι συμπληρώθηκε  πλέον η παλιά παρέα.

Αφού παραγγείλαμε τα μεζεδάκια και το τσίπουρο αρχίσαμε να μιλάμε για τα χρόνια που ήμασταν στο σχολείο και για το πώς περνούσαμε, και την αγωνία που είχαμε αν τελικά θα καταφέρουμε να περάσουμε την τάξη, μιας και δεν ήμασταν και οι καλύτεροι μαθητές, καθώς επίσης και για τις εκδρομές που πηγαίναμε και μας έβαζαν οι καθηγητές να καθόμαστε τα αγόρια με τα αγόρια, και τα κορίτσια με τα κορίτσια, τηρώντας με αυτόν τον τρόπο τις ανασφάλειές τους. Ο νεανικός όμως οίστρος μας, δεν μας άφηνε σε ησυχία. Οι εξάψεις ήταν εμφανής και η ανάγκη έστω και για ένα γυναικείο άγγιγμα ήταν πλέον επιτακτική, άλλωστε ήμασταν στο λύκειο και το αίμα έβραζε, αλλά πώς να ζητήσεις να κάνεις κάτι με μια συμμαθήτρια από την στιγμή που και οι καθηγητές ήταν αυστηροί με όλους και όλες μας σε αυτό το θέμα, αλλά, ζούσαμε και σε μικρή κοινωνία όπου όλα ήταν θέμα χρόνου  να μαθευτούν και να έχουμε προβλήματα. Άλλωστε αν έβλεπε ο κόσμος κάτι το πρώτο που θα έκανε ήταν το αρνητικό, κακόβουλο και πικρόχολο σχόλιο του για ένα θέμα το οποίο δεν αφορά τρίτους.

Με τα πολλά αποφασίσαμε να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία που θα μας δινόταν για να γίνουμε επιτέλους άντρες την ημέρα που θα πραγματοποιούνταν η ετήσια ημερήσια εκδρομή στην Θεσσαλονίκη. Είχαμε ακούσει από μεγαλύτερους ιστορίες για τα σπίτια με το κόκκινο φωτάκι που υπήρχαν στον βαρδάρη και αποφασίσαμε ότι αυτή είναι η μεγάλη μας ευκαιρία – άλλωστε σε ένα χρόνο ήταν η μεγάλη εκδρομή του σχολείου η περιβόητη 7ήμερη δεν ήταν δυνατόν να πάμε παρθένοι- να πραγματοποιήσουμε την περιέργεια για το πώς είναι να κάνεις έρωτα.

Η μέρα εκείνη ήρθε ετοιμαστήκαμε πήγαμε στον χώρο συνάντησης, επιβιβαστήκαμε στα λεωφορεία και ξεκινήσαμε. Σε όλη την διαδρομή το μόνο θέμα συζήτησης ήταν το πώς θα πάμε να πηδήξουμε. Στο μυαλό μας ο καθένας έκανε σενάρια σαν αυτά που βλέπαμε στις ταινίες και αυνανιζόμασταν, περιμένοντας να τα κάνουμε πράξη. Αλίμονο όμως πόσο διαφορετική είναι η πραγματικότητα σε σχέση με την φαντασία.

Φτάσαμε στον προορισμό μας στις 10:00 το πρωί και ξεκίνησε η ξενάγηση στο αρχαιολογικό μουσείο και έπειτα στο μουσείο Μακεδονικού Αγώνα. Εμείς προσπερνούσαμε τα εκθέματα όσο γίνονταν γρηγορότερα, περιμένοντας να ακούσουμε από τους συνοδούς καθηγητές την μαγική λέξη “ ελεύθεροι μέχρι της 18:30 το απόγευμα”.

Η ώρα ήρθε και επιτέλους η πολυπόθητη λέξη ακούστηκε σαν μουσική στα αφτιά μας.

Η επιστροφή μας στο σημείο συνάντησης ορίστηκε από τους καθηγητές το αργότερο στις 19:00, για να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Από εκείνη την στιγμή και μετά το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να καταφέρουμε να φτάσουμε στον βαρδάρη και να πραγματοποιήσουμε την φαντασίωσή μας. Πήγαμε στην κοντινότερη πιάτσα ταξί και επιβιβαστήκαμε στα 2 πρώτα, λέγοντας στους οδηγούς να μας πάνε στον τόπο του αγοραίου έρωτα. Ένα χαμόγελο έφυγε από το στόμα του οδηγού λέγοντάς μας “πρωτάρηδες είστε έτσι;” για να ακούσει την ντροπαλή και σχεδόν φοβισμένη θετική απάντησή μας. Η σιωπή και η αγωνία βασίλευε κατά την διάρκεια της διαδρομής.

Μόλις φτάσαμε πληρώσαμε και κατεβήκαμε. Ήμασταν πλέον στην περιβόητη περιοχή των κόκκινων φώτων. Μάτια περίεργα και άγνωστα μας κοιτούσαν, και αναρτιόντουσαν “τι θέλουν αυτά τα σκατιάρικα εδώ;”  Τα πόδια μας είχαν κολλήσει δεν κάναμε βήμα. Στο τέλος ο Αργύρης λέει “ πάμε και ότι γίνει”. Τον ακολουθήσαμε μη ξέροντας που να πάμε, στο τέλος φτάσαμε έξω από την πόρτα ενός από τα σπίτια, ήταν το πρώτο βήμα προς την ολοκλήρωση μας ως άντρες. Μπήκαμε δειλά-δειλά μέσα και κοιτούσαμε σαν χαζοί το μέρος. Μια έντονη μυρωδιά από φθηνό άρωμα κατέκλυζε τον χώρο, και ένας χαμηλός φωτισμός κάλυπτε τις ατέλειες του σπιτιού. Μας υποδέχθηκε παγερά μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας κοντά στα 60 λέγοντάς μας την τιμή και τις υπηρεσίες που προσφέρει η κοπέλα. Μας πρότρεψε να καθίσουμε και να περιμένουμε να βγει από το δωμάτιο που ήταν με πελάτη. Εμείς καθίσαμε στους καναπέδες σαν στρατιωτάκια που τους έδωσαν διαταγή, κοιτώντας αμήχανα και με αγωνία ο ένας τον άλλον, σκεπτόμενοι το τι κάνουμε εμείς εδώ.

Σε λίγο εμφανίστηκε μπροστά μας μια ξανθιά κοπέλα με τέλειο σώμα και γαλανά μάτια, η ηλικία της δεν πρέπει να ήταν πάνω από 24 ετών.        

“Αυτή είναι η κοπέλα” είπε με βαριά φωνή η κυρία της υποδοχής, “ποιος θέλει να περάσει;” Ξαναρώτησε. Μουγκαμάρα από την μεριά μας… κανείς δεν μιλούσε. Ήμασταν όλοι παγωμένοι, και κοιτιόμασταν με αγωνία. Στο τέλος ο Αργύρης ο πιο τολμηρός της παρέας είπε: “εγώ θα πάω” και σηκώθηκε από τον καναπέ, έδωσε τις 5000 δραχμές που ήταν τότε το αντίτιμο και μπήκε στο δωμάτιο. Σε λίγο είδαμε να μπαίνει μέσα η κοπέλα και κάναμε σκέψεις για το τι θα του κάνει. Η αγωνία μας κορυφώθηκε όταν μετά από περίπου 15 λεπτά βγήκε η κοπέλα από μέσα, και από πίσω σχεδόν αμέσως βγήκε ο Αργύρης. Το βλέμμα μας κόλλησε πάνω του, οι ερωτήσεις άμεσες τις οποίες διέκοψε αυστηρά η υποδοχή λέγοντας “ποιος άλλος θα μπει;” Επόμενος ήταν ο Πέτρος έπειτα ο Τάσος μετά ο Βασίλης. Βγήκαν όλοι περίπου στον ίδιο χρόνο, πάνω κάτω 12 -15 λεπτά. Προτελευταίος μπήκε ο Δημήτρης μένοντας εγώ στο τέλος. Σε λίγο βγήκε και ο Δημήτρης με το πρόσωπο γεμάτο απορία.

Είχε έρθει πλέον η σειρά μου. Σηκώθηκα με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μου, έδωσα τις 5.000 δραχμές και μπήκα στο δωμάτιο. Κάθισα στο κρεβάτι μη ξέροντας τι να κάνω ή τι να περιμένω. Σε λίγο άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε μπροστά μου η ξανθιά κοπέλα. Ήρθε κοντά μου και με ένα γλυκό χαμόγελο με ρώτησε “πρώτη σου φορά;” παίρνοντας την θετική απάντησή μου. “Μη φοβάσαι” μου λέει “ θα σου αρέσει, είναι πολύ όμορφο πράγμα”. Με προέτρεψε να βγάλω τα ρούχα και τα παπούτσια μου γιατί περνούσε η ώρα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και ήρθε και αυτή τελείως γυμνή. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα γυμνή γυναίκα από κοντά, “πόσο πιο όμορφη είναι η πραγματικότητα” σκέφτηκα.

Αφού έβγαλε ένα προφυλακτικό μου το φόρεσε με επιδέξιο τρόπο και ξεκίνησε να μου γλείφει και να μου παίζει την πούτσα και παράλληλα μου χάιδευε  τ’ αρχίδια. Δεν άργησα καθόλου να ανταποκριθώ στο ερωτικό κάλεσμα. Η πούτσα μου πλέον ήταν σκληρή και έτοιμη, σε λίγο ξάπλωσε και μου είπε να πάω από πάνω της. Η απειρία μου φάνηκε, αφού δεν κατάφερα να βρω το μουνάκι της μόνος μου και χρειάστηκε να με οδηγήσει αυτή.

Αφού μου έπιασε την πούτσα  την πήγε κατευθείαν μέσα της, ένα ελαφρύ τσούξιμο στην αρχή με έκανε να τρομάξω, αλλά, και να καυλώσω μαζί. Με προέτρεψε να αρχίσω να μπαίνω και να βγαίνω μέσα της προσπαθώντας να έχω τον ίδιο ρυθμό. Τελικά δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο, άλλωστε η απειρία μου ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Μετά από περίπου 10 λεπτά ένιωσα το γνώριμο γαργαλητό να έρχεται καταλαβαίνοντας ότι η ώρα που θα έχυνα δεν ήταν μακριά. Η ανάσα μου έγινε πιο βαριά και οι κινήσεις μου λίγο πιο γρήγορες και άτσαλες προσπαθώντας να απαλλαγώ από το φορτίο που είχε μαζευτεί στα μπαλάκια μου. Η κοπέλα το κατάλαβε και με παρότρυνε να συνεχίσω όλο και πιο γρήγορα, σε λίγο ένιωσα μια απέραντη ανακούφιση να με κυριεύει.

Είχα χύσει. Ήταν η πρώτη φορά που δεν λέρωνα την τουαλέτα ή τα σεντόνια από το κρεβάτι μου. Είχα έρθει σε σεξουαλική επαφή με γυναίκα και τελείωσα όπως ποτέ άλλοτε. Μόλις ξαναβρήκα την ανάσα μου με πολύ προσοχή τράβηξα έξω από το μουνάκι της την μισοσηκωμένη μου πούτσα, διέκρινα ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της γυναίκας και μια ερώτηση ήρθε να σπάσει την σιωπή. “ Σου άρεσε;” με ρώτησε για να πάρει την διστακτική απάντησή μου: “ ναι, ήταν πολύ ωραία” για να μου ανταπαντήσει: “ είσαι άντρας τώρα και μάλιστα με πολύ καλά προσόντα” θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να με ξεμπλοκάρει από την αμηχανία μου. Αφού με ευχαρίστησε άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το δωμάτιο αφήνοντάς με να φορέσω τα ρούχα μου.

Ετοιμάστηκα και βγήκα στον προθάλαμο με περίμεναν οι υπόλοιποι για να φύγουμε. Επιβιβαστήκαμε σε 2 ταξί και τραβήξαμε για παραλία όπου θα πίναμε καφέ. Στην διαδρομή επικρατούσε η ίδια βουβαμάρα όπως την ώρα που πηγαίναμε. Σταματήσαμε στην Πλατεία Αριστοτέλους πληρώσαμε και κατεβήκαμε. Μετά από ένα 10λεπτο περπάτημα μπήκαμε σε μια καφετέρια η ώρα ήταν 17:30, ίσα-ίσα προλαβαίναμε να πιούμε καφέ και να γυρίσουμε στον Λευκό Πύργο όπου θα μαζευόμασταν. Στην διάρκεια του καφέ μιλούσαμε συνέχεια για την επίσκεψή μας στο μπουρδέλο και για το πώς μας φάνηκε σαν εμπειρία. Στο τέλος διαπιστώσαμε ότι οι απόψεις μας ήταν σχεδόν οι ίδιες, καθώς και ότι ο τρόπος που μας χαιρέτησε η κοπέλα ήταν ακριβώς ο ίδιος.

Η ώρα όμως είχε περάσει και έπρεπε να επιστρέψουμε. Φτάσαμε στο σημείο συνάντησης στην ώρα μας και επιβιβαστήκαμε στα λεωφορεία για την επιστροφή. Σε όλο τον δρόμο σκεφτόμουν τι έκανα εκείνο το απόγευμα, το πέρασμα μου από την εφηβεία στον ανδρισμό η οποία κράτησε 15 λεπτά και κόστισε 5.000 δραχμές. Η ζωή μου δεν ήταν πια η ίδια…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")