Ο άγνωστος που πήρε την παρθενιά μου ήταν… θείος μου (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Θα σας διηγηθώ την πρώτη μου σεξουαλική εμπειρία όταν ήμουν πιο μικρή. Εξελίχθηκε μάλιστα και σε σχέση που κράτησε 2 μήνες. Ήταν το καλοκαίρι και είχαμε πάει με τους γονείς μου στο χωριό για τους καλοκαιρινούς μήνες.

Εγώ δεν είχα και πολλές φίλες εκεί, αλλά με τον καιρό έκανα γνωριμίες. Μαζευόμασταν σε διάφορα σπίτια και τα λέγαμε και μερικές φορές πηγαίναμε στη θάλασσα για κανένα μπάνιο. Αγόρια είχε το χωριό αλλά δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίαζε κανένα ιδιαίτερα, και άλλωστε έβλεπα ότι οι φίλες μου δεν ήθελαν να ασχολούμαι και πολύ μαζί τους μην χάσουν τα κελεπούρια.

Οι μεγαλύτεροι άντρες πάλι δεν θα έλεγαν όχι σε μια περιπετειούλα. Όποτε περνούσαμε από την πλατεία, μπορεί να μην μας πείραζαν με τα λόγια, γιατί όλο και κανένας συγγενής μας θα καθόταν παραδίπλα, αλλά τα μάτια τους έλεγαν πολλά. Ειδικά αν τύχαινε να φοράμε καμία κοντή φουστίτσα βλέπαμε αμέσως πως έκοβαν τις πολλές, πολλές κουβέντες και γλάρωναν προς το μέρος μας.

Τέλος Ιουνίου το χωριό είχε το πανηγύρι Πέτρου και Παύλου. Όπως ήταν φυσικό είχαμε όλες μας ψωνίσει και είχαμε βάλει τα καλά μας και είχαμε πάει στην πλατεία για το πανηγύρι. Εκκλησία, βόλτα, τσάρκα στους πάγκους με τα δώρα, και το βράδυ στα τραπέζια για φαγητό και χορό. Εγώ είχα ξενερώσει λίγο γιατί δε μας άφηναν να κάτσουμε μόνες μας οι φίλες, αλλά τι να γίνει.

Κάποια στιγμή βαρέθηκα γιατί οι συγγενείς το είχαν ρίξει στην κουβέντα σχετικά με το χωριό, και ζήτησα να πάω σπίτι να πάρω κάποια ζακέτα γιατί έκανε λίγο ψύχρα. Μου είπαν εντάξει και έφυγα. Άρχισα λοιπόν να ανεβαίνω τα στενά για το σπίτι χωρίς να δίνω ιδιαίτερη σημασία. Έτσι δεν πρόσεξα ότι κάποιος με είχε πάρει στο κατόπι. Σε λίγο όμως τον πήρα χαμπάρι αλλά δεν έδωσα σημασία γιατί παρέμενε μακριά.

Από κάποια στιγμή και μετά όμως επιτάχυνε το βήμα του και έφτασε σχεδόν πίσω μου. Και πάλι δεν έδωσα σημασία αν και αναρωτήθηκα ποιος να είναι. Στρίβοντας δεξιά σε ένα δρομάκι, πετάχτηκε δίπλα μου και μου έπιασε το χέρι γερά από τον καρπό. Εγώ τα ‘παιξα και ετοιμάστηκα να βάλω τις φωνές αλλά δεν πρόλαβα, γιατί έσπρωξε μια ξύλινη πόρτα και με τράβηξε μέσα.

Με το που έκλεισε την πόρτα με κόλλησε στον τοίχο και κόλλησε και αυτός πάνω μου. Και μου έδωσε ένα φιλί στο στόμα έτσι που τα έχασα. Μετά ξεκόλλησε λίγο από πάνω μου. Και άρχισε να μου μιλάει. Η φωνή του ήταν βαριά και κάπως βραχνιασμένη, ενώ ο ίδιος ήταν τουλάχιστον 1,5 κεφάλι πιο ψηλός από μένα. Πολύ πιο μεγάλος γιατί τα μαλλιά του είχαν ήδη αρχίσει να γκριζάρουν, 48 χρόνων έμαθα μετά. Γεροδεμένος, όχι όπως οι φουσκωτοί που βλέπουμε στα γυμναστήρια, αλλά δυνατός. Η ανάσα του μύριζε τσιγάρο και ανέδιδε μια μυρωδιά από ένα φτηνό άρωμα.

-    Σε έχω σταμπάρει κουκλάκι στο χωριό πολλές φορές με τις φουστίτσες σου. Έχω ρίξει στην γυναίκα μου ατελείωτα γαμήσια τα βράδια επειδή με έχεις κατακαυλώσει με τις τσαχπινιές σου. Έχω θολώσει… δεν αντέχω άλλο! Ας με πάνε μέσα αλλά θα σε γαμήσω άγρια! Θα σβήσεις στην αγκαλιά μου.

Είχε πάρει φόρα και έλεγε, έλεγε, ενώ με είχε στριμώξει στον τοίχο.

-    Είσαι τρελός μου φαίνεται! Του απάντησα. Άσε με αμέσως να φύγω γιατί θα το πω στους δικούς μου. Άφησε με μαλακά.

Αλλά όσο και αν έσπρωχνα ήταν αδύνατον να ξεκολλήσω ούτε ένα πόντο από τον τοίχο.

-    Πες το σε όποιον θέλεις καυλιάρικο μωρό. Κάνε ότι γουστάρεις, αλλά πρώτα θα κάνεις τα δικά μου τα γούστα.

Και λέγοντας αυτά μου χώνει ένα χαστούκι που ζαλίστηκα και με σήκωσε σαν πούπουλο με μια μέχρι του ώμους του.

Δεν μπορούσα να πιστέψω την κατάσταση που ήμουνα, στο σπίτι ενός άγνωστου, γκριζομάλλη, να με βρίζει και να με δέρνει, και να με έχει σηκώσει 1,5 μέτρο από το έδαφος. Όπως με σήκωσε ψηλά, μου κόπηκε το αίμα και αναρωτήθηκα τι στο διάολο ήθελε να κάνει. Αυτός με στερέωσε στο στέρνο του μου άνοιξε τα πόδια, μου σήκωσε τη φούστα μέχρι που μου την έβαλε πάνω από το κεφάλι του. Με ανασήκωσε λίγο ακόμα και πέρασε τα πόδια μου πάνω στους ώμους του γύρω από το κεφάλι του, και άρχισε να μου φιλάει το κυλοττάκι.

Έτσι όπως ήμουνα ψηλά, δεν τολμούσα να κάνω καμία κίνηση γιατί φοβόμουνα μην πέσω και σκάσω στο πάτωμα. Αυτός μούγκριζε και συνέχυσε να παίζει με τα χείλια του και τη γλώσσα του το μεταξένιο μου άσπρο κυλοττάκι, που μέσα σε 2-3 λεπτά είχε γίνει μούσκεμα από τα σάλια του. Ξαφνικά, τον ένιωσα να δαγκώνει εκεί κάτω και τρόμαξα πολύ αλλά μετά είδα με το χέρι του να τραβάει το κυλοττάκι και αυτό να σκίζεται εκεί κάτω, αφού το είχε μασήσει.

Έπεσε με τα μούτρα στο γυμνό πια μουνάκι μου και άρχισε να το γλύφει, να το ρουφάει και να το δαγκώνει, περνούσε τη γλώσσα του από πάνω μέχρι κάτω λες και ήταν παγωτό. Η γλώσσα του ήταν τραχιά σαν σφουγγάρι και όσο και αν είχα τρελαθεί από το φόβο μου. Είχα αρχίσει πια να ερεθίζομαι άσχημα. Έριξα μια μάτια στο χώρο που ήμουνα. Ήταν ένα δωμάτιο με επίπλωση περασμένου αιώνα με ντιβάνια, κιλίμια στους τοίχους, ένα παλιό μεγάλο τραπέζι και κάτι περίεργες καρέκλες, που φωτιζόταν μόνο από ένα πορτατίφ στη γωνία.

Δεν σταμάτησα να του λέω να με αφήσει, ότι είναι ένας πρόστυχος γέρος, ένα καθίκι, ότι θα πάει φυλακή, θα τον σκοτώσει ο πατέρας μου, αλλά σιγά-σιγά όλα αυτά εξελίχτηκαν σε γρυλίσματα χωρίς νόημα. Είχα γραπώσει τα μαλλιά του από το φόβο μου μην πέσω, αλλά δεν κατάλαβα πότε χαλάρωσα τα δάχτυλα μου και απλά τα είχα πάνω στο κεφάλι του.

Σε παρακαλώ… κατέβασε με. Φοβάμαι εδώ πάνω. Σε παρακαλώ… δεν μου αρέσει έτσι. Του είπα.

Ότι πεις μουνάρα! Μου λέει, σταματώντας να τρώει το μουνάκι μου. Με κατέβασε σιγά-σιγά, και με ακούμπησε στο τραπέζι. Έκανε μια με το χέρι του και έριξε κάτω στο φλοκάτο κάτι μπιμπελό που είχε πάνω.
-    Ξάπλωσε. Μου είπε.

-    Όχι! Άφησε με. Θέλω να φύγω. Απάντησα.

-    Δεν θα φύγεις αν δεν γίνεις δικιά μου απόψε. Απάντησε και το μούτρο του πέτρωσε.

Εκεί που είχε φτάσει το πράγμα, κατάλαβα ότι το είχε σχεδιάσει. Και από τη φάτσα του κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει πίσω. Δεν ήθελα να σκέφτομαι καν ότι θα με ξαναχαστούκιζε ή δεν ξέρω και εγώ τι άλλο, οπότε αναστενάζοντας ξάπλωσα πάνω στο τραπέζι.

-    Έτσι μπράβο καυλιάρα μου! Είδες τι καλό μουνάκι που γίνεσαι άμα θέλεις…;

Είπε και ξανάπεσε με τα μούτρα στο μουνάκι μου, αφού πρώτα μου έβγαλε το κουρελιασμένο μου κυλοττάκι.
Τα γένια του μου τσιμπούσαν τους μηρούς, ενώ με τα δάχτυλα μου άνοιξε καλά τα πέταλα του λουλουδιού μου. Έχωσε τη γλώσσα του μέσα και ρουφούσε ότι υγρά είχα κατεβάσει. Κάποια στιγμή πήγε να βάλει δυο δάχτυλα μέσα, αλλά εμένα με έτσουξαν και του φώναξα τσιριχτά να σταματήσει, πράγμα που έκανε.

Συνέχισε να με γλύφει και να μου δαγκώνει συχνά την κλειτορίδα, σε σημείο που αν και τρελά ερεθισμένη, αναρωτιόμουνα μην ξεχαστεί και μου κάνει καμιά ζημιά. Η σκέψη μου πήγε στους δικούς μου, αλλά σκέφτηκα ότι μάλλον θα νόμιζαν ότι είχα βαρεθεί στο πανηγύρι και είχα κάτσει σπίτι να δω τηλεόραση. Και αυτοί δεν θα επέστρεφαν σπίτι πριν τις 2-3 αφού το γλέντι κρατούσε μέχρι αργά. (τότε δεν είχα κινητό για να με ψάχνουν…).

Συνεχίζεται….

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")